iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Leave a comment

Πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα… ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Βασιλείου

«Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας ὁ Καππαδόκης

 ἑορτάζει στὶς 1 Ιανουαρίου

Λίγα θαυμαστά γεγονότα πό τόν βίο το γίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου

ουλιανός Παραβάτης

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ _Sviatitelya_tempera_42_5x32_5_fagment_Vasily_Veliky_14_VatopedὍταν ὁ Ἰουλιανός ὁ παραβάτης, ὁ ἀσεβής καί διώκτης τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νά πάει στήν Περσία νά πολεμήσει πέρασε κοντά ἀπό τήν Καισαρεία. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γνωρίζοντάς τον ἀπό τήν Ἀθήνα ὅπου ἦταν συμφοιτητές πῆγε μαζί μέ τόν λαό νά τόν τιμήσει. Ὁ Ἰουλιανός ἀπαίτησε νά τοῦ δωρίσει, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δέν εἶχε τίποτε ἄλλο, τρεῖς ἀπό τούς κριθαρένιους ἄρτους του. Ὁ Ἅγιος τό ἔκανε καί ὁ Ἰουλιανός διέταξε τούς ὑπηρέτες νά ἀνταμείψουν τή δωρεά καί νά δώσουν χόρτο ἀπό τό λειβάδι. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βλέποντας τήν καταφρόνηση τοῦ βασιλιᾶ τοῦ εἶπε «ἐμεῖς, βασιλιᾶ ὅτι μᾶς ζήτησες ἀπό κεῖνο πού τρῶμε σοῦ τό προσφέραμε κι ἐσύ μᾶς ἀντάμειψες ἀπό κεῖνο πού τρῶς». Τότε ὁ Ἰουλιανός θύμωσε πάρα πολύ καί ἀπείλησε, ὅτι ὅταν θά ἐπιστρέψει ἀπό τήν Περσία νικητής, θά κάψει τήν πόλη καί τόν λαό θά τούς πάρει δούλους. Ὅσο γιά τόν ἴδιο τόν Ἅγιο Βασίλειο θά τόν ἀνταμείψει ὅπως πρέπει.Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὅταν πῆγε στήν πόλη ζήτησε ἀπό τό λαό νά μαζέψουν ὅτι πολύτιμο εἶχαν καί νά τό ἀποθηκεύσουν κάπου ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὁ φιλοχρήματος Ἰουλιανός γιά νά τοῦ τό προσφέρουν. Ἴσως κι ἔτσι κατευνάσουν τήν ὀργή του.

Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐπιστρέφει ὁ ἄφρων βασιλιάς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ζήτησε ἀπό τούς πολίτες νά προσευχηθοῦν καί νά νηστεύσουν τρεῖς μέρες. Μετά ὅλοι μαζί ἀνέβηκαν στό δίδυμον ὄρος τῆς Καισαρείας ὅπου στή μία ἀπό τίς δύο κορυφές ἦταν ὁ ναός τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκεῖ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος εἶδε σέ ὀπτασία, μία μεγάλη οὐράνια στρατιά, νά κυκλώνει τό ὄρος καί στή μέση νά κάθεται σέ θρόνο μία γυναίκα (ἡ Παναγία) καί νά δοξάζεται, ἡ ὁποία γυναίκα εἶπε στούς ἀγγέλους νά τῆς φέρουν τόν Μερκούριο γιά νά φονεύσει τόν Ἰουλιανό, τόν ἐχθρό του υἱοῦ της. Ἔπειτα εδε τόν Μάρτυρα Μερκούριο νά φθάνει ὁπλισμένος μπροστά στήν βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων κι ὅταν ἐκείνη τόν πρόσταξε αὐτός νά φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τόν Ἅγιο Βασίλειο καί τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο πού ἦταν γραμμένη ὅλη ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως κι ἔπειτα τοῦ ἀνθρώπου. Στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου ἦταν ἡ ἐπιγραφή «Εἶπε» καί στό τέλος τοῦ βιβλίου ἐκεῖ πού ἔγραφε γιά τήν πλάση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ ἐπιγραφή «Τέλος». Μόλις εἶδε τήν ὀπτασία αὐτή ὁ Ἅγιος ξύπνησε.

Τό νόημα τῆς ὀπτασίας τοῦ βιβλίου, ἦταν ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε, ὄντως, ἑρμηνεία στήν Ἑξαήμερον τοῦ Μωϋσέως στήν ὁποία διηγεῖται, πῶς ὁ Θεός ἐποίησε τόν οὐρανό, τήν γῆ, τόν ἥλιο, τήν σελήνη, τή θάλασσα, τά ζῶα καί ὅλα τά αἰσθητά κτίσματα. Ὅταν ὅμως, ἔμελλε νά γράψει καί γιά τήν ἕβδομη ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, τότε ὁ Μέγας αὐτός Ἅγιος ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στή γῆ καί πῆγε στούς οὐρανούς νά συναντήσει τόν Κύριόν του πού μέ δύναμη ἀγάπησε καί πού γι’ Αὐτόν μέσα σέ πολύ σύντομο διάστημα πού ἔζησε ἔπραξε τόσα πολλά καί τόσο μεγάλα. Τό ἔργο του συμπλήρωσε κατόπιν ὁ ἀδελφός του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νύσσης, πού ἔγραψε γιά τήν ἕβδομη ἡμέρα τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου.

ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ ΑΓs1436001Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε τήν ὀπτασία, πῆγε στήν πόλη μέ μερικούς κληρικούς, στό Ναό τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, ὅπου μή βρίσκοντας τό λείψανο τοῦ Ἁγίου καί τά ὅπλα του πού φυλάσσονταν στόν Ναό ἕναν αἰώνα ἀφότου μαρτύρησε ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καί Βαλερίου, κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ κι ἔτρεξε ἀμέσως στό λαό νά τούς εἰδοποιήσει ὅτι ὁ ἄφρων Ἰουλιανός φονεύθηκε.

Βλέποντας τό θαῦμα οἱ Χριστιανοί καί τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δέν θέλησαν νά πάρουν πίσω τήν περιουσία πού εἶχαν ἀποθηκεύσει γιά τόν τύραννο Ἰουλιανό. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ τούς ἐπαίνεσε γιά τήν πράξη τους, τό ἕνα τρίτο τοῦ ποσοῦ τούς τό ἔδωσε καί τά ὑπόλοιπο ποσό τό διέθεσε γιά νά κτίσουν πτωχοτροφεῖα, ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, γηροτροφεῖα καί ὀρφανοτροφεῖα. 

ΣΤΑΥΡΟς    ΣΤΟΛ

Οάλης

Μετά τόν Ἰουλιανό τόν παραβάτη, βασίλευσε ὁ θεοσεβής Ἰοβιανός μόνο γιά ἕνα χρόνο καί κατόπιν τή βασιλεία παρέλαβαν ὁ Οὐαλεντιανός καί ὁ ἀδελφός του Οὐάλης πού ἦταν αἱρετικός, ὀπαδός τοῦ Ἀρειανισμοῦ καί διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Οὐάλης ἀφοῦ πῆρε μέ τό μέρος του ὅλους τοὺς ἐπισκόπους, θέλησε νά κάμψει καί τόν Μέγα Βασίλειο πού ἔμαθε ὅτι ἦταν ἀνένδοτος. Ἔστειλε δύο δικούς του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μέ ἀπειλές προσπάθησαν νά ἀποδεχθεῖ ὁ Ἅγιος τίς αἱρετικές καί βλάσφημες δοξασίες τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἕνας, μάλιστα ὁ ἄρχοντας Μόδεστος ἀφοῦ γύρισε ἄπραγος στόν βασιλιά τοῦ εἶπε ὅτι, εὐκολότερο εἶναι νά μαλακώσει κανείς τό σίδηρο παρά τήν γνώμη τοῦ Βασιλείου. Ἀκούγοντας αὐτά ὁ βασιλιάς Οὐάλης θέλησε νά πάει ὁ ἴδιος στόν Μέγα Βασίλειο. Αὐτό καί ἔκανε. Ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῶν Θεοφανείων, ὅταν ἔφθασε ὁ βασιλιάς στόν Ναό. Ἐκεῖ εἶδε τήν τάξη καί τήν ἡσυχία τῶν Χριστιανῶν πού παρακολουθοῦσαν, τόν Ἅγιο Βασίλειο νά τούς διδάσκει, σεμνός, ἀπέριττος, μέ λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία καί χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ βασιλιάς ἔδειξε νά μετανιώνει κι ἀφοῦ μίλησε μέ τόν Ἅγιο, ἔφυγε.

Οἱ Ἀρειανοί Ἀρχιερεῖς, ὅμως καί πάλι μετέβαλαν τή γνώμη τοῦ βασιλιᾶ καί τόν ἔπεισαν νά ἐξορίσει τόν Ἅγιο. Ὅρισε τότε ὁ βασιλιάς νά συντάξουν ἕνα κείμενο μέ τήν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου. ‘Ομως, βλέποντας ὅτι τό χέρι ἐκείνου πού θά ἔγραφε τήν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας, ξεράθηκε καί τό ἴδιο του τό παιδί ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε τόν Ἅγιο νά προσευχηθεῖ. Καί κεῖνος μόνο πού εἶδε τό παιδί τό ἴασε. Καί τόν Μόδεστο, ἀκόμη γιάτρευσε πού καί κεῖνος κινδύνευε νά πεθάνει. Αὐτά εἶδε ὁ βασιλιάς καί γύρισε στό θρόνο του.

ΣΤΑΥΡΟς    ΣΤΟΛ

Κατά τήν τελευταία μέρα πάλι τῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος καί Μέγας Βασίλειος κανε Χριστιανό τόν βραο γιατρό καί φίλο του Ἰωσήφ καθώς καί ὅλη του τήν οἰκογένεια μέ θαυμαστό τρόπο. Ἀφοῦ ὁ γιατρός τόν ἐπισκέφθηκε, ρώτησε ὁ Ἅγιος νά τοῦ πεῖ πόσες ὧρες τοῦ μένουν. Αὐτός πιάνοντας τόν σφυγμό του, τοῦ εἶπε ὅτι μένουν λίγες ὧρες, κι ὅτι στή δύση τοῦ ἡλίου θά πεθάνει. Ὁ Ἅγιος τότε τοῦ εἶπε ὅτι ἄν ζήσει μέχρι τήν ἑπόμενη ἡμέρα τί θά κάνει. Ὁ Ἰωσήφ τοῦ εἶπε ὅτι ἄν συμβεῖ κάτι τέτοιο νά πεθάνει ὁ ἴδιος. Καλά τό λές τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος νά πεθάνεις τήν ἁμαρτία καί νά ζήσεις ἐν Χριστῷ. Δέχθηκε ὁ Ἰωσήφ γιατί ἦταν ἀδύνατο μέ τούς φυσικούς νόμους νά συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἑβραῖος, προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στόν Θεό νά τοῦ παρατείνει τή ζωή καί γιά νά δώσει τήν πραγματική ζωή στό φίλο του Ἰωσήφ καί στήν οἰκογένειά του καί γιά νά προλάβει νά ἔρθει ἐκείνη ἡ δυστυχισμένη γυναίκα, πού ἔστειλε στήν ἔρημο στόν Ὅσιο Ἐφραίμ. Ὁ Θεός ἄκουσε τή δέηση τοῦ ἀγαπημένου δούλου του. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τό πρωΐ ζήτησε νά τοῦ φέρουν τόν Ἑβραῖο γιατρό. Ἐκεῖνος ἀμέσως πῆγε στό σπίτι τοῦ Ἁγίου νομίζοντας ὅτι θά τόν βρεῖ νεκρό. Βλέποντας ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ζωντανός χωρίς κἄν σφυγμό καί ζωή στίς φλέβες του ἔπεσε στά πόδια του κι ἀναγνώρισε τόν ἀληθινό Θεό καί Σωτήρα Ἰησοῦ Χριστό. Σέ λίγο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος βάπτισε τόν Ἰωσήφ μέ τό ὄνομα Ἰωάννη καί ὅλη του τήν οἰκογένεια.

Γύρω στίς δέκα ρώτησε πάλι ὁ Ἅγιος τόν φίλο του «Κύριε Ἰωάννη πότε θά πεθάνω;» κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε «ὅταν ὁρίσεις ἐσύ Δέσποτα». 

0_4f1c4_5562ccdf_XL

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.

Ε-Bukvitsyἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου,ὡς δεξαμένην τόν λόγον σου δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,τήν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,τά τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας,Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε,Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε,δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.


Leave a comment

John the Blessed. Photios Kontoglou

John the Blessed

by Photios Kontoglou  

Τ 4ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ 01_vasileios2he Nativity Feast having passed, St. Basil took his staff and traversed all of the towns, in order to see who would celebrate his Feast Day with purity of heart. He passed through regions of every sort and through villages of prominence, yet regardless of where he knocked, no door opened to him, since they took him for a beggar. And he would depart embittered, for, though he needed nothing from men, he felt how much pain the heart of every impecunious person must have endured at the insensitivity that these people showed him. One day, as he was leaving such a merciless village, he went by the graveyard, where he saw that the tombs were in ruins, the headstones broken and turned topsy-turvy, and how the newly dug graves had been turned up by jackals. Saint that he was, he heard the dead speaking and saying: “During the time that we were on the earth, we labored, we were heavy-burdened, leaving behind us children and grandchildren to light just a candle, to burn a little incense on our behalf; but we behold nothing, neither a Priest to read over our heads a memorial service nor kóllyva, as though we had left behind no one.” Thus, St. Basil was once again disquieted, and he said to himself, “These villagers give aid neither to the living nor to the deceased,” departing from the cemetery and setting out alone in the midst of the freezing snow.

On the eve of the New Year, he came upon a certain hamlet, which was the poorest of the poor villages in all of Greece. The freezing wind howled through the scrub bush and the rocky cliffs, and not a living soul was to be found in the pitch-dark night! Then, he beheld in front of him a small knoll, below which there was secreted away a sheepfold. St. Basil went into the pen and, knocking on the door of the hut with his staff, called out: “Have mercy on me, a poor man, for the sake of your deceased relatives, for even Christ lived as a beggar on this earth.” Awakening, the dogs lunged at him.

But as they drew near him and sniffed him, they became gentle, wagged their tails, and lay down at his feet, whimpering imploringly and with joy. Thereupon, a shepherd, a young man of twenty-five or so, with a curly black beard, opened the door and stepped out: John Barbákos—a demure and rugged man, a sheepman. Before taking a good look at who was knocking, he had already said, “Enter, come inside. Good day, Happy New Year!”

Inside the hut, a lamp was suspended overhead from a cradle that was attached to two beams. Next to the hearth was their bedding, and John’s wife was sleeping. As soon as St. Basil went inside, John, seeing that the old man was a clergyman, took his hand and kissed it, saying, “Your blessing, Elder,” as though he had known him previously and as though he were his father. And the Saint said to him: “May you and all of your household be blessed, together with your sheep, and may the peace of God be upon you.” The wife then arose, and she, too, reverenced the Elder and kissed his hand, and he blessed her. St. Basil looked like a mendicant monk, with an old skoúphia, his rása worn and patched, and his tsaroúchia [a traditional leather slipper, usually adorned with a pompom at the end of the shoe] full of holes; as well, he had an old empty-looking satchel. John the blessed put wood on the fire. Straightway the hut began to glisten, as though seemingly a palace. The rafters seemed to be gilded with gold, while the hanging cheesecloth bags [filled with curing cheese] looked like vigil lamps, and the wooden containers, cheese presses, and all of the accessories used by John in making cheese became like silver, as though decorated by diamonds, as did all of the other humble things that John the blessed had in his hut. The wood burning in the hearth crackled and sang like the birds that sing in Paradise, giving off a fragrance wholly delightful. The couple placed St. Basil near the fire, where he sat, and the wife put down pillows on which he could rest. Then the Elder took the satchel from around his neck, placing it next to him, and removed his old ráson (outside cassock), remaining in his zostikó [inner cassock].

Together with his farmhand, John the blessed went out to milk the sheep and to place the newborn lambs in the lambing pen, and afterwards he separated the ewes that were ready to birth and confined them within the enclosure, while his helper put the other sheep out to graze. His flock was sparse and John was poor; yet, he was blessed. And he was possessed of great joy at all times, day and night, for he was a good man and he had a good wife. Anyone who happened to pass by their hut they cared for as though he were a brother. And it is thus that St. Basil found lodging in their home and settled in, as if it were his own, blessing it from top to bottom. On that night, he was awaited, in all of the cities and villages of the known world, by rulers, Hierarchs, and officials; but he went to none of these. Instead, he went to lodge in the hut of John the blessed.

So, John, after pasturing the sheep, came back in and said to the Saint, “Elder, I am greatly joyful. I wish to have you read to us the writings about St. Basil [i.e., the appointed hymns to the Saint]. I am an illiterate man, but I like all of the writings of our religion [once again, the hymns and services of the Church]. In fact, I have a small book from an Hagiorite Abbot [i.e., from Mt. Athos], and whenever someone who can read and write happens to pass by, I get him to read out of the booklet, since we have no Church near us.”
small_078684.gif - Copy
In the East, it was dimly dawning. St Basil rose and stood, facing eastward, making his Cross. He then bent down, took a booklet from his satchel, and said, “Blessed is our God, always, now and ever, and unto the ages of ages.” John the blessed went and stood behind him, and his wife, having nursed their baby, also went to stand near him, with her arms crossed [over her chest]. St. Basil then said the hymn, “God is the Lord…” and the Apolytikion of the Feast of the Circumcision, “Without change, Thou hast assumed human form,” omitting his own Apolytikion, which states, “Thy sound is gone forth unto all the earth.” His voice was sweet and humble, and John and his wife felt great contrition, even though they did not understand all of the words. St. Basil now said the whole of Matins and the Canon of the Feast, “Come, O ye peoples, and let us chant a song unto Christ God,” without reciting his own canon, which goes, “O Basil, we would that thy voice were present….” Thereafter, he said aloud the entire Liturgy, pronounced the dismissal, and blessed the household. As they sat at the table, having eaten and finished their food, the wife brought the Vasilopeta [a sweet bread or cake baked in honor of St. Basil on the New Year] and placed it on the serving table. Then St. Basil took a knife and with it traced the sign of the Cross on the Vasilopeta, saying, “In the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit.” He cut a first piece, saying, “for Christ,” a second, afterwards, saying, “for the Panagia,” and then “for the master of the house, John the blessed.” John exclaimed, “Elder, you forgot St. Basil!” The Saint replied, “Yes, indeed,” and thus said, “And for the servant of God, Basil.” After this, he resumed: “…and for the master of the house,” “for the mistress of the house,” “for the child,” “for the farmhand,” “for the animals,” and “for the poor.” Thereupon, John the blessed said, “Elder, why did you not cut a piece for your reverendship?” And the Saint said, “But I did, O blessed one!” But John, this blissful man, did not understand.

Afterwards, St. Basil stood up and said the prayer, “O Lord my God, I know that I am not worthy that Thou shouldest enter under the roof of the house of my soul.” John the Blessed then said: “I wonder if you can tell me, Elder, since you know many things, to what palaces St. Basil went this evening? And the rulers and monarchs—what sins do they have? We poor people are sinners, since our poverty leads us into sin.” St. Basil said the same prayer, again—with tears—though changing it: “O Lord my God, I have seen that Thy servant John the simple is worthy and that it is meet that Thou shouldest enter into his shelter. He is a babe, and it is to babes that Thy Mysteries are revealed.” And again John the blissful, John the blessed, understood nothing….

border


Leave a comment

Γιάννης ὁ Εὐλογημένος! Φώτης Κόντογλου

Γιάννης ὁ Εὐλογημένος!

Φώτης Κόντογλου

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΕΓ 106_dionisiatΟ 2 Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.

Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

small_078684.gif - Copy

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΜέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.

Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

3 ΜΑΓΟΙ

Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».

Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.

Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».

KontoglouΚ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος…

ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Διηγήματα τῶν Χριστουγέννων», Ἐκδόσεις Ἁρμός




Leave a comment

‘My Heart’s a Clot of Blod’—The Holy Innocents

29 December on the Church’s calendar, we celebrate the 14,000 Infants (the Holy Innocents) slain by Herod at Bethlehem.

fygieisaigyptonWhen the wise men from the East failed to return to Jerusalem from Bethlehem to tell Herod about the new-born king, but, at the angel’s command, returned to their home another way, Herod was as furious as a wild beast, and commanded that all the children of two years and under in Bethlehem and its surroundings be killed. This terrible command of the king’s was carried out to the letter. His soldiers cut off some of the children’s heads with their swords, dashed others on the stones, trampled some of them underfoot and drowned others with their own hands. The weeping and lamentation of their mothers rose to heaven: ‘Lamentation and bitter weeping, Rachel weeping for her children’ as had been prophesied (Jer. 13:15; Matt. 2:18). This evildoing towards the hordes of innocent children came to pass a year after the birth of Christ, at a time when Herod was trying to find the divine Child. He sought Zacharias’s son, John, meaning to kill him in the belief that John was the new king. When Zacharias refused to hand John over, he was killed in the Temple on Herod’s orders. St Simeon the Host of God was also killed, and went to God soon after the Presentation in the Temple. Slaying the children in Bethlehem, Herod then turned on the Jewish elders, who had revealed to him where the Messiah would be born. He killed Hyrcanes the High Priest, and seventy elders from the Sanhedrin, and thus they who conspired with Herod to kill the new baby King came to an evil end. After that, Herod killed his own brother and sister and wife, and three of his sons. Finally, God’s punishment fell on him: he began to tremble, his legs swelled, the lower part of his body became putrid and worms came out of the sores, his nose became blocked and an unbearable stench spread around from it. At the time of his death, he remembered that there were many captive Jews in prison, so, that they should not rejoice at his death, he ordered that they all be slaughtered. Thus this terrible ruler lost his inhuman soul and was given to the devil for eternity.

St Nicholas (Velimirović)The Prologue from Ochrid, Vol. 4, trans. Mother Maria (Birmingham: Lazarica, 1986), p. 384.


Leave a comment

Ο δίκαιος έχει τον Θεό με το μέρος του. Γέροντας Παΐσιος

Mνήμη τῶν Ἁγίων 14000 Νηπίων, τῶν ὑπὸ τοῦ Ἡρώδου ἀναιρεθέντων

__14000___20120110_1073901480

Ὅταν οἱ Μάγοι δὲν ἐπέστρεψαν στὸν Ἡρώδη νὰ τοῦ ποῦν ποῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ πονηρὸς αὐτὸς βασιλιὰς μηχανεύθηκε ἄλλο σχέδιο γιὰ νὰ ἐξοντώσει τὸ Θεῖο Βρέφος.

Εἶχε ἀκούσει ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές, τόπος γέννησης τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν ἡ Βηθλεέμ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς ἂν βρισκόταν μέσα στὴ Βηθλεὲμ ἢ στὰ περίχωρά της καὶ ἐπειδὴ συμπέρανε ὅτι τὸ παιδὶ θὰ ἦταν κάτω ἀπὸ δυὸ χρονῶν, ἔδωσε διαταγὴ νὰ σφαγοῦν ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων της, μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δύο ἐτῶν.

Ἡ σφαγὴ ἔγινε ξαφνικά, ὥστε νὰ μὴ μπορέσουν οἱ οἰκογένειες νὰ ἀπομακρυνθοῦν μὲ τὰ βρέφη τους. Καὶ οἱ δυστυχισμένες μητέρες εἶδαν νὰ σφάζονται τὰ παιδιά τους μέσα στις  ἴδιες τὶς ἀγκαλιές τους.

ΝΗΠΙΑ ΑΓΙΑ ΥΠΟ ΗΡΩΔΟΥ ΕΙΚΩΝΤότε πραγματοποιήθηκε πλήρως ἐκεῖνο πού προφήτευσε ὁ προφήτης Ἱερεμίας:Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.(18 Φωνή σπαρακτική ἀκούστηκε στό χωριό Ραμᾶ τῆς φυλῆς Βενιαμίν, θρῆνος καί κλάματα καί ὀδυρμός πολύς. Ἡ σύζυγος τοῦ Ἰακώβ Ραχήλ, πού ἦταν ἐκεῖ θαμμένη, κλαίει τά παιδιά της (μέ τό στόμα τῶν ἀπογόνων της μητέρων πού στερήθηκαν τά μικρά τους) καί δέν θέλει μέ κανένα τρόπο νά παρηγορηθεῖ, διότι τά ἀθῶα αὐτά παιδιά δέν ὑπάρχουν πλέον στή ζωή. )

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ὡς θύματα δεκτά, ὡς νεόδρεπτα ῥόδα, καὶ θεία ἀπαρχή, καὶ νεόθυτοι ἄρνες, Χριστῷ τῷ ὥσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, ἁγνὰ Νήπια, τὴν τοῦ Ἡρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα, καὶ δυσωποῦντα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.

Βρέφη ἀπειρόκακα καὶ ἁγνά, τῷ ἐκ τῆς Παρθένου, νηπιάσαντι ἑκοντί, ἤχθησαν σφαγέντα, ὡς ἄμωμοι θυσίαι· διὸ τὴν τοῦ Ἡρώδου, κακίαν φύγωμεν.

Εν ταις συνοικίαις των νεφελών, εν αυλαίς και άλση, όπου χαίρει χρυσά πτηνά, παίγνια ηχούσιν αγίας συντροφίας των ιερών Νηπίων, και θείοι γέλωτες!

0_971ac_dbf50df7_M

Ο δίκαιος έχει τον Θεό με το μέρος του

  Όλοι οι άνθρωποι δεν χωράνε σ’ αυτόν τον κόσμο σήμερα. Αν κάποιος θέλει να ζήσει τίμια και πνευματικά, δεν χωράει μέσα στον κόσμο. – Γέροντα, γιατί δεν χωράει; – Όταν είναι κανείς ευαίσθητος και βρεθεί σε ένα σκληρό περιβάλλον και του κάνουν την ζωή μαύρη, πώς να αντέξει;…Κάνει υπομονή, παλεύει. Τον δίκαιο άνθρωπο συνήθως οι άλλοι τον σπρώχνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη του παίρνουν και την θέση. Τον αδικούν, τον πατούν – «πατούν επί πτωμάτων», έτσι δεν λέγεται; Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό, θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Ο καλός δοκιμάζεται στα χέρια των κακών· περνάει από τα λανάρια. Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ό,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει! Ο άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό.

Από  ’κει και πέρα να μη φοβάται τίποτε. Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργειά μας, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Άγιων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς. Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τι­μιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την θεία βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιό ξυλο, τότε!…

Γέροντας Παΐσιος 

(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου «Λογοι» -Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Α΄. Ι. Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/νίκης)


Leave a comment

You are a unique and valuable jewel. The only person who can understand your true value is an expert.

THE TRUE VALUE OF THE RING

σοφια του θεου-θεοφ.– There’s an old story…

A young man went to a sage for help.
“I come, teacher, because I feel so small that I have no strength to do anything. They tell me I’m good for nothing, that I don’t do anything right, that I’m clumsy and rather silly. How can I improve myself? What I can do that will make them think well of me?”
The teacher, without looking up, replied, “I’m sorry boy, but I can’t help you. I have to solve my own problem first. Maybe later.” But after a pause, he added, “If you would like to help me, I could solve this problem faster, and then maybe I can help you.”

Though delighted, the youth stammered to the teacher, feeling worthless as usual, his needs again subordinated.

“Well, then,” agreed the teacher. He took off a ring he was wearing on his little finger and gave it to the boy, saying, “Take the horse out there and ride to the market place. I have to sell this ring to pay a debt. We have to get as much for it as we possibly can, but don’t accept anything less than a gold coin. Go, and come back with the money as quickly as you can.”

The youth took the ring and left. As soon as he got there, he started offering the ring to the traders. They looked at it with some interest, until the youth said what he wanted for the ring. When the young man mentioned gold, some laughed and others turned away, and only an old man was kind enough to take the trouble to explain that a gold coin was too much to pay for a ring. Eager to help, someone offered him a silver coin and a few coppers, but the youth had been instructed to accept nothing less than a gold coin and rejected the offer.

After offering his jewel to every person passing through the market place, over a hundred people, and dejected by his failure, he mounted his horse and rode back.

How much the youth wished that he had a gold coin himself that he could give the teacher and release him from his worry, and then receive his advice and help.

He entered the room and told the teacher, “I’m sorry, I couldn’t get what you asked. Maybe I could’ve gotten two or three silver coins, but I don’t think I could’ve convinced anyone of the true value of the ring.”

“How important is what you just said, my young friend” responded the teacher, smiling. “We must first find out the true value of the ring. Get yourself together and go to the jeweler. Who better than he to tell us? Tell him you would like to sell the ring, and ask him how much he’d give you for it, but no matter what he offers, don’t sell it. Come back here with my ring.”

The young man rode back. The jeweler examined the ring by lamplight with his magnifying glass, weighed it, and then said, “Tell the teacher, boy, that if he wants to sell it right now, I can’t give him more than 58 gold coins for his ring.

58 gold coins?!!!!!!!!! cried the youth.

“Yes,” replied the jeweler, “If he had more time, he could probably find a buyer at 70 coins. Otherwise….”

The excited youth hurried back to the teacher’s house to tell him what happened.

“Sit down,” said the teacher after listening to him. “You are like this ring: a worthy and unique jewel. The only person who can understand your true worth is an expert. Why do you go around expecting that anyone you meet on the street knows your true worth?” So saying, he put the ring back on his little finger.

by Jorge Bucay, Latin –American writer.

STAYROW

This was from Me

ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΥΛΟΓΩΝ ΕΙΚΟΝΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ“Have you ever thought that everything that concerns you, concerns Me, also? You are precious in my eyes and I love you; 

When temptations and the opponent [the Evil One] come upon you like a river, I want you to know that This was from Me.…I entrust these difficulties to you so that the Lord God would bless you for this in all your deeds, on all your paths, in everything that will done by your hands.On this day I put into your hands a vessel of holy oil.Use it generously, My children! Every difficulty that arises, every word that insults you, every obstacle to your work that could elicit in you a feeling of annoyance, every revelation of your weakness and inability, shall be anointed with this oil.

Remember that every obstacle is a Divine instruction. Every sting will be dulled when you learn to see Me in everything that touches you. Therefore place the word I have declared to you today in your heart: This was from Me. For this is not an empty matter for you—this is your life.

Saint Seraphim of Vyritsa