iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Θα πεινάμε και θα διψάμε το καθ’ ομοίωση Θεού με άγια ταπεινότητα· σ’ αυτή την αναμονή βρίσκεται ο σπόρος της αγιότητας.Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ του Έσσεξ

Acheiropoietos

Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ του Έσσεξ 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝΘΡΟΝΟΣΠροσήλωσε το νου σου στο Θεό και θα ‘ρθει η στιγμή κατά την οποία θα αισθανθείς το άγγιγμα του Αιωνίου Πνεύματος στην καρδιά σου. Αυτό το θαυμάσιο πλησίασμα του πανάγιου Θεού, υψώνει το πνεύμα στις σφαίρες του άκτιστου Όντος και ο νους λαβαίνει πείρα όλων όσα υπάρχουν εκεί. Η αγάπη ξεχειλίζει σαν ποταμός φωτός σε όλη την κτίση.

Αφού κυριαρχηθούμε από την αποστροφή για το κακό που έχομε μέσα μας, θα πεινάμε και θα διψάμε το καθ’ ομοίωση Θεού με άγια ταπεινότητα· σ’ αυτή την αναμονή βρίσκεται ο σπόρος της αγιότητας.

Ο κόσμος αναζητά την αλήθεια. Αγαπά τον Χριστό. Αλλά –κυρίως στις μέρες μας– προσπαθεί να τον μειώσει στις δικές του διαστάσεις, πράγμα που μειώνει το Ευαγγέλιο, σε σημείο να παρουσιάζεται σαν ηθικό δόγμα. Ο Χριστός διακήρυξε: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Μαρκ. 13,31. Λουκ. 21,33).

Για να εναρμονίσουμε τα ανεξάντλητα βάθη της ζωής με το θέλημα του Χριστού, χρειάζεται όλη η δύναμη μας και μια ανυποχώρητη προσπάθεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Το περιεχόμενο ή η έννοια του ονόματος του Θεού παραχωρείται σε μας σιγά-σιγά. Η προσωρινή επίκληση του ονόματος του μπορεί να χαροποιήσει την ψυχή, και τούτο είναι πολύτιμο. Αλλά δεν πρέπει να σταματήσουμε στη μέση του δρόμου. Η επίγεια ζωή μας είναι σύντομη. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάθε ώρα της για την πρόοδό μας στη γνώση του Θεού. Και όταν μέσα μας, στην καρδιά μας, η μακαριότητα συνδιάζεται με το φως της γνώσεως, τότε, και μόνο τότε, πράγματι πλησιάζομε την τελειότητα.

Είναι σημαντικό για μας να μοιάσουμε στο Μωϋσή που στάθηκε αμετακίνητος και υπομονετικός στις δυσκολίες, σαν να έβλεπε τον αόρατο Θεό (Εβρ. 11,27), και να τον επικαλούμαστε με την πεποίθηση του οντολογικού συνδέσμου που ενώνει το όνομα με τον ονομαζόμενο, με το πρόσωπο του Χριστού.

ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΕΣΣΕΞΏ Πνεύμα Άγιο, αιώνιε Βασιλιά

που δίνεις την αιώνια ζωή,

επίβλεψε με το αμέτρητο έλεος σου

στις αδυναμίες της φύσεως μας.

Φώτισε μας και αγίασε μας·

το φως της γνώσεως σου

ας λάμψει στις σκοτισμένες καρδιές μας,

και στα πήλινα σκεύη της φύσεως μας

φανέρωσε την ακατανίκητη δύναμη σου.

Από το βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ:Η ζωή του ζωή μου, μετ. Πρωτ. π. Δημήτριος Βακάρος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1983.

Advertisements


The Protection of the Mother of God

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκουπαναγία

The Protection of  the Mother of God

Commemorated on October 1 and on October 28 in the Greek tradition.

“Today the Virgin stands in the midst of the Church, and with choirs of Saints she invisibly prays to God for us. Angels and Bishops venerate Her, Apostles and prophets rejoice together, Since for our sake she prays to the Eternal God!”

The name of the feast is variously translated as the Veil of Our Lady, the Protecting Veil of the Theotokos, the Protection of the Theotokos, or the Intercession of the Theotokos.

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου  -Покров Пресвятой Богородицы pokrov_01

Apolytikion in the First Tone

 O Virgin, we extol the great grace of thy Protection, which thou didst spread out like a bright cloud beyond all understanding; for thou dost invisibly protect thy people from the foe’s every assault. Since we have thee as our shelter and certain help, we cry to thee with our whole soul: Glory to thy great deeds, O most pure Maid. Glory to thy shelter most divine. Glory to thy care and providence for us, O spotless one.

Remember us in your prayers, O Lady Virgin Mother of God, that we not perish by the increase of our sins. Protect us from every evil and from grievous woes, for in you do we hope, and venerating the Feast of your Protection, we magnify you.


Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου

ΠΑΝΑΓΙΑ-THE_PLATYTERA

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βλαχερνώ και επέτειος του «ΟΧΙ»

Εορτάζει στις 28 Οκτωβρίου

 Γράμμα από τη Μόροβα

Ο Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου  -Покров Пресвятой Богородицы pokrov_014«Αδελφέ μου Νίκο.

Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράψω τα θέλγητρα μιας χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγριο μεγαλείο της. Σκοπός μου είναι να σου μεταδώσω αυτό που έζησα, πού το είδα με τα μάτια μου και πού φοβάμαι μήπως, ακούγοντας το από άλλους, δεν το πιστέψεις.

Λίγες στιγμές πρίν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.

– Τίς ει (Ποιος είσαι); Μιλιά… Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τίς ει;

Τότε, σαν να μας πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!

Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της.

Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, νια να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβάν-Μόροβας.

Υπογραμμίζω πώς η επίθεση μας πέτυχε τους Ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν τραβηχτεί πίσω και τα καινούργια… κοιμόνταν! Το τί έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε».

Το αδέσποτο μουλάρι

Ο Ν. Ντραμουντιανός διηγείται μία θαυμαστή εμπειρία του από τον πόλεμο του ’40:

«Ο λόχος μας πήρε διαταγή να καταλάβει ένα προχωρημένο ύψωμα νια προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμπούρι μέσα στα βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι. Έπεφτε αδιάκοπα δύο μερόνυχτα κι έφτασε σε πολλά μέρη τα δύο μέτρα. Αποκλειστήκαμε από την επιμελητεία. Καθένας είχε τροφές στο σακίδιο του για μία ήμερα. Από την πείνα και το κρύο δεν λάβαμε πρόνοια «δια την αυριον» και τις καταβροχθίσαμε.

Από κει και πέρα άρχισε το μαρτύριο. Τη δίψα μας τη σβήναμε με το χιόνι, αλλά η πείνα μας θέριζε. Περάσαμε έτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε.

Το ηθικό μας το διατηρούσαμε ακμαίο, αλλά η φύση έχει και τα όρια της.

Μερικοί υπέκυψαν. Το ίδιο τέλος περιμέναμε όλοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος».

Τότε μία έμπνευση του λοχαγού μας έκανε το θαύμα! Έβγαλε απ’ τον κόρφο του μία χάρτινη εικόνα της Παναγίας, την έστησε στο ψήλωμα και μας κάλεσε γύρω του:

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου  -Покров Пресвятой Богородицы pokrov_01 (1)Παλικάρια μου! είπε. Στην κρίσιμη αυτή περίσταση ένα θαύμα μόνο μπορεί να μας σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε την Παναγία, τη μητέρα του Θεανθρώπου, να μας βοηθήσει!

Πέσαμε στα γόνατα, υψώσαμε τα χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δεν προλάβαμε να σηκωθούμε κι ακούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε και πιάσαμε τα όπλα. Πήραμε θέση «επί σκοπόν».

Δεν πέρασε ένα λεπτό και βλέπουμε ένα πελώριο μουλάρι να πλησιάζει κατάφορτο. Ανασκιρτήσαμε! Ζώο χωρίς οδηγό να περνά το βουνό, μ’ ένα μέτρο χιόνι — το λιγότερο – ήταν εντελώς αφύσικο. Καταλάβαμε: Το οδηγούσε ή Κυρία Θεοτόκος. Την ευχαριστήσαμε όλοι μαζί ψάλλοντας σιγανά, μα ολόκαρδα, το «Τη υπερμάχω» και άλλους ύμνους της. Το ζώο είχε πάνω του μία ολόκληρη επιμελητεία από τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιάκ και άλλα.

Πολλές κι απίστευτες κακουχίες πέρασα στον πόλεμο. Αλλ’ αυτή μου μένει αξέχαστη, γιατί δεν είχε διέξοδο. Την έδωσε όμως η Παναγία».

Από το βιβλίο “Εμφανίσεις και Θαύματα της Παναγίας”, έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού

Platyterra

Απολυτίκιον  Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου

ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος

Της Σκέπης σου Παρθένε, ανυμνούμεν τας χάριτας, ην ως φωτοφόρον νεφέλην,εφαπλοίς υπέρ έννοιαν, και σκέπεις τον λαόν σου νοερώς, εκ πάσης των εχθρών επιβουλής,σε γαρ σκέπην, και προστάτιν, και Βοηθόν, κεκτήμεθα βοώντές σοι,δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τη θεία σκέπη σου,δόξα τη πρός ημάς σου, προμηθεία, Άχραντε.

Υπεραγία Θεοτόκε, Σκέπε φρούρει φύλαττε τα αιώνια σύνορά μας!


One last tear… Poem XCVI,St. Nikolai Velimirovich Bishop of Ochrid

St. Nikolai Velimirovich

The New Chrysostom, Bishop of Ochrid and Zhicha

Poem  XCVI

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΑΧΡΙΔΑ_Every creature frightened me when I was a child; but since the time I grew up I have felt compassion for every creature.

Every creature seemed to me to be stronger than me while I was a child. Now I feel stronger than everything, and I feel compassion for everything.

For I learned to stand beside You, my Lord, who are surrounded by immortal hosts like a mountain covered with pines. And I have been growing out of You, like a tree out of a mountain.

While I was a child, I took each creature to be my teacher and spent some time with each of them. And I learned about infirmity and death and crying out to You.

I searched for the strongest creature, so that I could grab hold of it and save myself from change and fluctuation. But my eyes never did see it, nor did my ears ever hear it, nor did my feet ever stumble upon it. Time raises all its children in order to wrestle with them, and in order to bend them as a joke and to snap them in two and tear them out by the roots as it laughs at the horror and terror of mortals.

I grabbed hold of a flower and said: “In beauty it is stronger than I am.” But when autumn arrived, the flower died before my eyes, and I could do nothing to help it. So I turned away with tears and grabbed hold of tall trees.

But with the passage of time, the trees were torn out by the roots, and fell to the ground like vanquished soldiers, and I turned away with tears, and grabbed hold of stone. “It is stronger than me,” I said, “with it I am secure.”

But with the passage of time the stone crumbled to dust before my eyes, and the wind carried it off and I turned away with tears and latched onto the stars. “The stars are stronger than anything,” I said, “I shall cling to them and shall not fall.”

But after I embraced the stars and began to converse with them in secret whispers, I heard the moaning of the dying, and I turned away with tears and latched onto people. “People strut erectly and freely,” I said, “there is strength in them; I shall cling to them lest I fall.”

But with the passage of time I saw even the strongest among men helplessly skidding on the ice of time into the soundless abyss, and they left me solitary.

In an anxious sweat I contemplated the universe in its entirety and said: “You are stronger than everything. I shall cling to you. Keep me from skidding into the soundless abyss.” And I obtained this response: “This evening I too am sinking into the soundless abyss, and tomorrow there will be another universe in my place. In vain do you tie yourself to me, for I am your feeble fellow wayfarer.”

Again I turned to people, to the wisest among the sons of men, and I asked for their counsel. But they quarreled as they gave me answers, until death waved its hand and brought stillness into the midst of the squabblers.

Again I turned to people, to the happiest among the sons of men, and asked for their opinion. (As though any opinion could be given by those who think by means of flesh!) But they took me as a joke for their amusement, until death raised its staff and covered their tongues with mold.

Again I turned to people, to those who begot me and brought me among creatures, and I asked them. Their wrinkled faces began to turn pale; their eyes filled with tears; and they started to stammer: “In ignorance we were begotten, in ignorance we begot you, and our ignorance we share with you.”

Again I turned to people, to my friends and I said: “What do you think, my friends?” But they kept a long silence, until with shame and without lifting their eyes they began to mutter: “For a long time we have been preparing to ask you what you think.”

And when I knocked on the very last door to ask my question, the door opened and I saw a dead man being carried out.

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΟΧΡΙΔΑ-St. Panteleimon Church - SkopjeWhen there were no more doors to knock on, even my tears ceased, and a searing fear stuck its claws into my bones.

One last tear was still to be found, and it rolled its way down to the bottom of my soul. And behold, some unknown door, which that final tear struck, opened, and then You appeared, my King and my Father, all surrounded by immortal hosts like a pine-covered mountain engulfed in unscorching flame.

And light began to dance like the many sounds of a harp, and I heard a voice saying: “I am the One whom you seek. Cling to Me. My name is: I AM.”

Prayers by the Lake, XCVI, by St. Nikolai Velimirovic

Written at Lake Ohrid 1921-1922.

early-church-1

.. Like the Old Testament Psalmist, our holy Vladika poured out his soul in his works and in prayer. This is especially evident in his “Prayers by the Lake,” “The Spiritual Lyre,” and “Prayerful Songs.” From his poetic inspiration and fervor arose prayers on the level of the Psalms, like the most beautiful flowers of paradise. Vladika Nikolai’s spirit of prayer was so powerful that it often threw him to his knees. He was often seen weeping. He was inflamed by divine eros.* His thirst for God was unquenchable; it could be satisfied only with complete union with God.

Church of St. John the Theologian (ca. 13th century) at Kaneo, Ohrid7

A view of Lake Ochrid (Ohrid), where St. Nikolai composed these prayers. 

The 13th century monastery is dedicated to St. John the Theologian at Kaneo, Ohrid

img6_3

Troparion — Tone 8

O golden-tongued preacher proclaiming the risen Christ, / Everlasting guide of the cross-bearing Serbian people, / Resounding harp of the Holy Spirit, and dear to monastics who rejoice in you, / Pride and boast of the priesthood, teacher of repentance, master for all nations, / Guide of those in the army of Christ as they pray to God, / Holy Nicholas teacher in America and pride of the Serbian people, / With all the saints, implore the only Lover of mankind / To grant us peace and joy in his heavenly kingdom!


Αγαπήστε τη σιωπή.Αγαπήστε και την προσευχή.Άγιος Γέρων Ιερὠνυμος της Αίγινας

Άγιος Γέρων Ιερὠνυμος της Αίγινας

Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης ieronimos-5153Μη λέτε πολλά… κρατήστε τη γλώσσα.

Αγαπήστε τη σιωπή.

Αν την συνηθίσετε, μετά δεν θα θέλετε να ομιλήτε.

Τόσο είναι όμορφη η σιωπή.

Αγαπήστε και την προσευχή.Ημέρα να μη περάση χωρίς προσευχήν, αλλά και προσευχή να μη γίνη χωρίς δάκρυ.

Όσο κόβεις σχέσεις από τα κοσμικά, τόσο ελευθερώνεται ο νους σου και καθαρίζει και προσεύχεσαι καλύτερα.

Εις κληρικόν: Όσο μπορείς απέφευγε τα έξω. Κλείσου εις το δωμάτιόν σου. Σφίξε τον νου σου ν’ανοίξη να δης πνευματικόν φως. Να λέγης πότε να φθάσεις στο δωμάτιόν σου και να κλεισθής. Μελέτησε, προσευχήσου. Αν δεν είσαι ενισχυμένος πώς θα ενισχύσεις άλλους; Και ο κόσμος τρέχει, ζητά την δίψα της ψυχής να ικανοποιήσει από την Εκκλησίαν, από τα όργανά της, από το ράσον! Τι θα δώσεις αν δεν έχης και πώς θα έχεις αν δεν ζητήσης από τον Θεόν; Να κοπιάζης εις την προσευχήν και την μελέτην και θα ενισχύεσαι.

γερμαν+ιννοκεντ+ιουβεναλ

 – Με τι θα εξολοθρεύσουμε την υπερηφάνεια και θα αποκτήσουμε την ταπείνωση; Ο όσιος Σεραφείμ διδάσκει: «Με τη σιωπή. Με τη σιωπή οι περισσότερες αμαρτίες νικώνται. «Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

147185_600

Ρώτησαν κάποτε τη Φέηρουζ (Fairouz):

“Στη Μέση Ανατολη,με τη μεγάλη θρησκευτική πολυπλοκότητα,ο δικός σας Θεός σε τι γλώσσα μιλάει;”

Ο δικός μου Θεός δεν μιλάει…ακούει.


He who preserves his spiritual purity…always sees clearly.Elder Paisios of the Holy Mountain

Elder Paisios of the Holy Mountain

Δημήτριος ο Μυροβλύτης-Saint Demetrius of Thessaloniki св. Димитрий СолунскийThoughts are like airplanes flying in the air. If you ignore them, there is no problem. If you pay attention to them, you create an airport inside your head and permit them to land!”

He who pays attention to and preserves his spiritual purity, preserves Divine Grace also, and always sees clearly. He turns even unclean things to his advantage, making them clean in his good spiritual factory. He turns useless paper into clean napkins, notebooks, etc. He transforms broken bronze into candlesticks and chandeliers, and gold into holy chalices. On the contrary, the man who assents to deceit and thinks deceptively, transforms good into evil, not unlike the factory that produces war supplies and that makes gold into bullets and cartridges for cannons, since for this purpose its machinery was constructed.

Hence, let us never consent to an evil thought; let us always energize the good if we wish to transform the evil factories of our hearts into good factories.

Kindness softens and opens up the heart.


Ο Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης και ο άγιος Α­χί­λλιος

Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Εορτάζει στις 26 Οκτωβρίου

Ο ά­γιος Δη­μή­τριος και ο άγιος Α­χί­λλιος(15 Μαϊου) 

ΔΗΜΗΤΡΙΟς ΑΓΙΟΣ 3 Τον και­ρό κα­τά τον ο­ποίο­ έ­μελ­λε να κυ­ρι­ευ­θεί η Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τους Α­γα­ρη­νούς, πο­ρευ­ό­με­νοι κά­ποι­οι ευ­λα­βείς χρι­στια­νοί προς τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, έ­φθα­σαν στη βα­σι­λι­κή ο­δό, η ο­ποί­α εί­ναι στο Βαρ­δά­ρι.

 ­Εκεί που διέρχονταν τα Θεσσαλικά Τέμπη, εί­δαν ο­φθαλ­μο­φα­νώς κά­ποι­ον στρα­τι­ώ­τη, ο ο­ποί­ος ερ­χό­ταν α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη,έφιππος, ωραίος μεν στη θέα και εκ φύσεως πολύ ευχάριστος και ευάρεστος, κατηφής, όμως, και μαραμένος, γεγονός που κάλυπτε τη χάρη της ευφροσύνης του, και σαν από κάποιο πένθος καταβεβλημένος και λυπημένος. Και άλ­λον Αρ­χι­ε­ρέ­α, ο ο­ποί­ος ερ­χό­ταν α­πό το δρό­μο της Λά­ρι­σας.Ο άνδρας αυτός είχε ολόλευκα μαλλιά και γένια, γλυκό και ιλαρό πρόσωπο και σεμνή αμφίεση. Και μόνο με τη θέα του υποδήλωνε το μεγάλο του σεβασμό. Ό­ταν συ­ναν­τή­θη­καν, ο στρα­τι­ώ­της χαιρέτισε πρώτος τον πρεσβύτη και εί­πε:

 — Χαί­ρε, Αρ­χι­ε­ρεύ του Θε­ού Α­χίλ­λι­ε.

 Εί­πε και ο Αρ­χι­ε­ρεύς:

 — Χαί­ρε και συ, στρα­τι­ώ­τα του Χρι­στού Δη­μή­τρι­ε.

 Μό­λις ά­κου­σαν οι χρι­στια­νοί αυ­τά τα ο­νό­μα­τα, στα­μά­τη­σαν φο­βι­σμέ­νοι ε­κεί κον­τά για να δουν το τέ­λος. Λέ­γει, πά­λι ο στρα­τι­ώ­της:

 — Που πηγαίνεις Αρ­χι­ε­ρεύ του Θε­ού Αχίλλιε; Εγώ, καθώς βλέπεις, έρχομαι προς εσένα.

 Τότε δά­κρυ­σε ο Ά­γιος Α­χίλ­λει­ος και εί­πε προς αυ­τόν:

 — Για τις α­μαρ­τί­ες και τις α­νο­μί­ες του κό­σμου πρό­στα­ξε ο Θε­ός να ε­ξέλ­θω α­πό τη Λά­ρι­σα την ο­ποί­α φυ­λάτ­τω, δι­ό­τι θα πα­ρα­δο­θεί στα χέ­ρια των Α­γα­ρη­νών. Και ιδού εξ­ήλ­θα και πηγαίνω οπού με προστάξει. Και εσύ λοι­πόν α­πό που έρ­χε­σαι; Πες μου σε πα­ρα­κα­λώ!.

 Τό­τε δά­κρυ­σε ο Α­γιος Δη­μή­τριος και του λέ­ει:

 — Και ε­γώ το ί­διο έ­πα­θα, Αρ­χι­ε­ρεύ Α­χίλ­λι­ε. Πολ­λές φο­ρές βο­ή­θη­σα τους Θεσ­σα­λο­νι­κείς και τους λύ­τρω­σα α­πό αιχ­μα­λω­σί­ες και α­πό θα­να­τι­κό και α­πό α­σθέ­νεια. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-ΑΧΙΛΛΙΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΠλην τώ­ρα, α­πό τις πολ­λές τους α­μαρ­τί­ες και α­νο­μί­ες α­πο­μα­κρύν­θη­κε ο Θε­ός απ αυ­τούς και με πρό­στα­ξε να τους α­φή­σω να πα­ρα­δο­θούν στα χέ­ρια των Α­γα­ρη­νών. Γι’ αυ­τό υ­πά­κου­σα στην προ­στα­γή Του και ε­ξήλ­θα και πη­γαί­νω ο­που με προ­στά­ζει.

Από τα δεινά αυτά, που διηγήθηκε ο μάρτυς για τη Θεσσαλονίκη, συγκλονίσθηκε και συμπόνεσε πολύ ο ιεράρχης Αχίλλιος, έκραζαν δε μαζί:

«Είναι μεγάλα τα θαυμάσιά Σου, Κύριε, και δεν είναι ικανός κανένας να ερευνήσει και να καταλάβει την οικονομία Σου».

 Αυ­τά εί­παν και οι δύ­ο έ­σκυ­ψαν τα κε­φά­λια τους κά­τω στη γη και έ­κλα­ψαν. Ε­πει­τα από πολ­λή ώ­ρα φι­λή­θη­καν και α­πο­χαι­ρε­τί­σθη­καν και α­μέ­σως έ­γι­ναν ά­φαν­τοι. Αυ­τό το θαύ­μα εί­δαν οι Χρι­στια­νοί και δεν τόλ­μη­σαν να πά­νε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, αλ­λά γύ­ρι­σαν πί­σω, δι­η­γού­με­νοι το ό­ρα­μα. Δεν πέ­ρα­σε μή­νας και η Θεσ­σα­λο­νί­κη κυ­ρι­εύ­θη­κε και λε­η­λα­τή­θη­κε α­πό τους βαρβάρους, ό­πως και η Λά­ρι­σα.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ   99

Το μύ­ρο του Α­γί­ου

  Κά­ποι­ος α­σκη­τής που κα­τοι­κού­σε στο ο­ρος Χο­λο­μων­τα, ο­ταν ά­κου­σε πως ο Α­γιος α­να­βλύ­ζει μύ­ρο ά­φθο­νο α­πό τον τά­φο, δεν το πί­στευ­ε και συλλογιζόταν, πως στο μέ­ρος ε­κεί­νο υ­πάρ­χουν και άλ­λοι Α­γιοι οι ό­ποι­οι υ­πέ­μει­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρα μαρ­τύ­ρια για το ό­νο­μα του Χρι­στού, ό­μως δεν ά­νέ­βλυ­σαν μύ­ρο, και αυ­τός για ποι­ο μαρ­τύ­ριο δο­ξά­σθη­κε τό­σο α­πό τον Θε­ό; Ο Θε­ός ό­μως, θέ­λη­σε να τον βε­βαι­ώ­σει, ο­τι η μυ­ρο­βλυ­σί­α εί­ναι α­λή­θεια.

  Μια νύ­χτα, α­φου τε­λεί­ω­σε ο α­σκη­τής την α­κο­λου­θί­α του, έ­πε­σε να κοι­μη­θεί και εί­δε ό­τι βρέ­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, και ε­κεί μπρο­στά του βλέ­πει τον άν­θρω­πο ο ό­ποι­ος κρα­τού­σε τα κλει­διά του τά­φου του Α­γί­ου, προς τον ό­ποι­ο ει­πε: Α­νοι­ξε μου να προ­σκυ­νή­σω. Του ά­νοι­ξε και μπή­κε μέ­σα στο κου­βού­κλιο να προ­σκυ­νή­σει, ο­πό­τε εί­δε ό­τι ό­λος ο τά­φος ή­ταν βρεγ­μέ­νος α­πό μύ­ρο και εύ­ω­δί­α­ζε και εί­πε προς τον φύ­λα­κα του τά­φου:

  — Σε πα­ρα­κα­λώ, έ­λα να σκά­ψου­με έ­δω να δού­με ά­πό που έρ­χε­ται το μύ­ρο.

 ΔΗΜΗΤΡΙΟς  4 Του φά­νη­κε ό­τι έ­φε­ραν τα ερ­γα­λεί­α και άρ­χι­σαν να σκά­βουν και βρή­καν έ­να με­γά­λο μάρ­μα­ρο, το ό­ποι­ο σή­κω­σαν με πο­λύ κό­πο και α­μέ­σως φά­νη­κε το σώ­μα του Α­γί­ου φω­τει­νό, α­πό το ό­ποι­ο α­νέ­βλυ­ζε μύ­ρο ά­φθο­νο που χυ­νό­ταν α­πό τις τρύ­πες, τις ό­ποι­ες ά­νοι­ξαν στο σώ­μα του Μάρ­τυ­ρος οι λόγ­χες των δη­μί­ων. Ο α­σκη­τής α­πό τον τρό­μο του, φο­βού­με­νος να μη πνι­γεί, φώ­να­ξε δυ­να­τά:

  — Α­γι­ε Δη­μή­τρι­ε, βο­ή­θα με.

  Με­τά τη φω­νή αυ­τή συ­νήλ­θε και εί­δε, ό­τι ή­ταν βρεγ­μέ­νος α­πό μύ­ρο και αυ­τός και τα εν­δύ­μα­τα του. Α­μέ­σως ο α­σκη­τής ήλ­θε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, κη­ρύτ­τοντας το θαύ­μα του Α­γί­ου και δό­ξα­σε τον Θε­ό. Ε­μει­νε στο Να­ό αρ­κε­τές ή­με­ρες και κα­τό­πιν ε­πέ­στρε­ψε στο α­σκη­τή­ριό του, λέ­γον­τας: Μέ­γας, α­λη­θώς, εί­ναι ο Α­γιος Δη­μή­τριος.

Από το βιβλίο: Άγιος Δημήτριος Πολιούχος Θεσσαλονίκης,Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά κ. Ιωάννη

Απολυτίκιον Αγίου Δημητρίου .Ηχος γ’.

Μέγαν εύρατο εv τοις κιvδύvοις, σε υπέρμαχοv, η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύvας τον Νέστορα, ούτως  Άγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣμοναχοί της μονής του Αγ. Γεωργίου Τριμορφου επιζωγράφησαν την εικόνα του Αγ. Γεωργίου πάνω...το κεφαλάκι του Αγ. Γεωργίου   Dimitrios32

Το 1890 μ.Χ. όταν ήρθαν οι Βούλγαροι (κομιτατζήδες) καίγανε ή έβγαζαν τα μάτια του Αγ. Δημητρίου. Για να μην γίνει αυτό οι μοναχοί της μονής του Αγ. Γεωργίου Τριμορφου επιζωγράφησαν την εικόνα του Αγ. Γεωργίου πάνω στην εικόνα του Αγ. Δημητρίου. Αυτό ανακαλύφθηκε το 2000 μ.Χ. και στείλανε την παραπάνω εικόνα στο Παν. Θεσσαλονίκης, όπου έγινε η αποκατάσταση με την διαφορά ότι αφήσανε το κεφαλάκι του Αγ. Γεωργίου για να θυμόμαστε το γεγονός.