iconandlight

Iconography and Hand painted icons

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, Εμφάνιση των αγ. Ιωάννου και Παντελεήμονος.

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς

Εορτάζει στις 2 Μαρτίου

Εμφάνιση των αγ. Ιωάννου και Παντελεήμονος.

ΝΙΚΟΛΑΟς ΠΛΑΝΑς-AGIOS-NIKOLAOS-PLANASΚατά το έτος 1923 ένα πνευματικοπαίδι του εξαιρετικώς αγαπημένο από τον γέροντα, άνθρωπος γεμάτος από υγεία και δράση, έπαθε διάρρηξη σκωληκοειδίτιδος και έζησε οκτώ ημέρες. Μέσα σ’ αυτές τις λίγες ημέρες ο άγ. Νικόλαος «κατέβασε» τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη και εγκάρδια προσευχή για να ζήσει το αγαπημένο του παιδί. Το βράδυ, όταν πήγε στο σπίτι του, λέει καταλυπημένος στους δικούς του: «Ο Ηλίας θα πεθάνει, μου το είπαν ο άγ. Ιωάννης και ο άγ. Παντελεήμων».

Πέρασαν τρείς μήνες, ώσπου να μπορέσει η αδελφή του θανόντος -λόγω του πένθους- να τον ρωτήσει πώς ακριβώς είδε την οπτασία. Της λέγει, λοιπόν, ότι «την ώρα που λειτουργούσα, είδα απέναντι, όπισθεν της αγ. Τραπέζης, τον άγ. Ιωάννη και τον άγ. Παντελεήμονα και μου είπανε: “Διαβιβάσαμε την αίτησή σου στον Δεσπότη Χριστό, ο Οποίος μας είπε ότι θα πεθάνει”. Ανωτέρα διαταγή, μου είπανε».

Πάντοτε την παραμονή του αγίου Παντελεήμονος τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του τον απέτρεπαν να πάει για την Αγρυπνία. Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε, εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει: «Πιέτο, πάτερ μου, να γίνης καλά». Το πήρε, το ήπιε, έφυγε ο πυρετός, έγινε τελείως καλά. Και έλεγε: «Επί μίαν εβδομάδα είχα τη γλύκα στο λάρυγγά μου… Το θεώρησα αμαρτία και αγνωμοσύνη να μη το ειπώ…».

Κάποτε ξεκίνησε να πάει μόνος του σ’ ένα ερημοκλήσι στο Περιστέρι όπου θα γινόταν αγρυπνία. Σύντομα όμως έχασε το δρόμο και άρχισε να περιπλανιέται στα μονοπάτια μες στα χωράφια. Καθώς προχωρούσε προσευχόμενος, βλέπει μπροστά του ένα όμορφο νέο που του είπε! « Έχασες το δρόμο σου, πάτερ; Θα σε οδηγήσω εγώ». Μόλις όμως έφτασαν στο ερημοκλήσι και γύρισε να ευχαριστήσει τον νέο, «αμέσως εκείνος ηλαμψένε [έλαμψε] και τον έχασα», έλεγε ο ίδιος στα πνευματικά του παιδιά.

Τις Κυριακές και μεγάλες εορτές λειτουργούσε στην ενορία του (Άγιο Παντελεήμονα Ιλισσού), με τους λίγους ενορίτες. Ώσπου μια μέρα «τον επεσκέφθη ένας ιερεύς άνευ ενορίας και τον παρεκάλεσε να συλλειτουργήσουν και αυτός ως καλός και αγαθός τον εδέχθη ολοψύχως».
Εκείνος όμως συμφώνησε με τους επιτρόπους τού ναού και έδιωξαν τον παπα-Νικόλα, στέλνοντάς τον στην εκκλησία του Άη-Γιάννη του Κυνηγού (ή «του αγρού»), που ως ενορία αριθμούσε μόλις 8 οικογένειες και βρισκόταν αρκετά μακριά από το κέντρο της Αθήνας. Η απομάκρυνσή του από τον Άγιο Παντελεήμονα τον στενοχώρησε. Μια βραδιά, φεύγοντας από τον Άγιο Ιωάννη για να πάει στο σπίτι του, έκλαιγε στο δρόμο. Έρημος ο τόπος τότε. Βλέπει έξαφνα στο δρόμο ένα νεαρό παληκάρι και του λέγει: Τι κλαις, πάτερ μου; Κλαίω, παιδί μου, γιατί με διώξανε από τον Άγιο Παντελεήμονα. Μη λυπείσαι, πάτερ μου, και εγώ είμαι πάντοτε μαζί σου. Του λέγει: Ποιος είσαι συ, παιδί μου; Εγώ είμαι ο Παντελεήμων, που μένω στον Νέο Κόσμο και τον έχασε αμέσως από εμπρός του. Αυτήν την οπτασία την διηγείτο ο ίδιος επί λέξει εις μίαν κόρην της συνοδείας του.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις, του Προδρόμου δούλος πιστός, των αγρυπνιών τε ο εργάτης ο θαυμαστός, χαίροις, εκκλησίας προφήτου Ελισσαίου το σέμνωμα και δόξα, πάτερ Νικόλαε!

Advertisements

Comments are closed.