iconandlight

Iconography and Hand painted icons


The Unmercenary Saints Cosmas and Damian of Rome and the Envious their teacher

Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός Ρώμης Icon of Sts Cosmas and Damian of Rome Святые Косма и Дамиан, римляне89173218

Holy Wonderworking Unmercenary Physicians Cosmas and Damian at Rome

Commemorated on July 1

“Freely have you received, freely give” (Mt. 10: 8).

Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός Ρώμης_Icon of Sts Cosmas and Damian of Rome_Святые Косма и Дамиан, Римские_kosma_damian (1)The Holy Martyrs, Wonderworkers and Unmercenary Physicians Cosmas and Damian were born at Rome, brothers by birth, and physicians by profession. They suffered at Rome in the reign of the emperor Carinus (283-284).

Through the prayer of the holy brothers, imbued with the power of grace, God suddenly struck Carinus blind, so that he too might experience the almighty power of the Lord, Who does not forgive blasphemy against the Holy Spirit (Mt. 12:31). The people, beholding the miracle, cried out, “Great is the Christian God! There is no other God but Him!” Many of those who believed besought the holy brothers to heal the emperor, and he himself implored the saints, promising to convert to the true God, Christ the Savior, so the saints healed him. After this, Sts Cosmas and Damian were honorably set free, and once again they set about treating the sick.

But what the hatred of the pagans and the ferocity of the Roman authorities could not do, was accomplished by black envy, one of the strongest passions of sinful human nature. An older physician, an instructor, under whom the holy brothers had studied the art of medicine, became envious of their fame. Driven to madness by malice, and overcome by passionate envy, he summoned the two brothers, formerly his most beloved students, proposing that they should all go together in order to gather various medicinal herbs. Going far into the mountains, he murdered them and threw their bodies into a river.

Thus these holy brothers, the Unmercenary Physicians Cosmas and Damian, ended their earthly journey as martyrs. Although they had devoted their lives to the Christian service of their neighbors, and had escaped the Roman sword and prison, they were treacherously murdered by their teacher.

The Lord glorifies those who are pleasing to God. Now, through the prayers of the holy martyrs Cosmas and Damian, God grants healing to all who with faith have recourse to their heavenly intercession.

The Unmercenary Saints Cosmas and Damian of Rome should not be confused with the Unmercenary Saints Cosmas and Damian of Asia Minor (November 1), or the Unmercenary Saints Cosmas and Damian of Arabia (October 17).

Excerpt from: Lives of Saints
https://oca.org/saints/lives/2011/07/01/101859-holy-wonderworking-unmercenary-physicians-cosmas-and-damian-at-r

***

Envy
Elder Thaddeus of Vitovnica

Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός Ρώμης_Icon of Sts Cosmas and Damian of Rome_Святые Косма и Дамиан, Римские_SvetiKozmaDamjanCertain angels first failed to preserve their dignity and later, as a result of the envy of these fallen angels, our forebears Adam and Eve also fell. This very same trait, envy, has put down its roots in us, too. Envy stops at nothing and shouts contradictions in God’s face all the time and everywhere.

How does envy act? Envy is a spirit from hades. It battles unceasingly against righteousness and God. God is Love, and envy cannot bear it when we do good to our neighbor. When the Lord, Who is Love, healed the old woman who had been bent over for eighteen years, evil showed its face at once and immediately began to rebel, for envy cannot bear it when good is done to anyone (cf. Luke 13:11-17). Envy never stops; the spirit of hades envies all men for all things.

One of the God-bearing Fathers, St. Nilus the Myrrh-gusher…has explained to us many of the mysteries of the Kingdom of Heaven. He said that envy was the seal of the Antichrist on the heart of man. Do you now see what a terrible thing envy is? But alas, we often envy our neighbor, even our closest of kin. We do not care even to attempt to heal ourselves from this affliction and come to our senses.

-Elder Thaddeus of Vitovnica, Our Thoughts Determine our Lives, p. 184

Troparion — Tone 8

Holy unmercenaries and wonderworkers, Cosmas and Damian, visit our infirmities. Freely you have received; freely give to us.

Kontakion — Tone 2

Having received the grace of healing, / you grant healing to those in need. / Glorious wonder workers and physicians, Cosmas and Damian, / visit us and put down the insolence of our enemies, / and bring healing to the world through your miracles.

Advertisements


Να είμαστε ελεύθεροι, εντελώς αφημένοι στα χέρια του Κυρίου… Γέροντος Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα

Πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψατε επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί υμών” (Α’Πέτρ. ε’ 7)
Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει· ου δώσει εις τον αιώνα σάλον τω δικαίω» (Ψαλμ. νδ’ 23).
«Σοί παρακατατιθέμεθα την ζωήν ημών άπασαν και την ελπίδα Δέσποτα Φιλάνθρωπε…»
«Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»
Να εμπιστευόμαστε το Θεό. Nα προσευχόμαστε και να λαχταράμε αυτό που ο Κύριος θέλει για εμάς…

Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος _Saint George the Trophy-bearer_ Святой Георгий Победоносец_წმინდა გიორგი გმირავს_brown_1-12081633

α πιστεύετε ακράδαντα στην πρόνοια του Θεού για σας, παρά τις όποιες θλίψεις και τους κόπους.
Μη σκέπτεστε ότι υπάρχει κάποιο λάθος και ότι θα μπορούσατε όλο αυτό να το επιτύχετε κάπου αλλού και να το αποκτήσετε χωρίς κόπο. Εκείνο που τώρα υπομένετε θα σας καταλογισθεί ως μαρτύριο.

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

π. Σωφρόνιος προσπάθησε να επαναφέρει τις βαθύτατες αρχές της μοναστικής ζωής. Το κύριο του μέλημα ήταν πρώτα από όλα ο έσω ασκητισμός: η εσωτερική τελειότητα είναι πιο πολύτιμη από την εξωτερική συμμόρφωση.

π. Νικόλαος Σαχάρωφ, ανηψιός του Γέροντος Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

ίναι μεγάλο πράγμα να θέτει κάποιος τον εαυτό του στα χέρια του Θεού. Οι άνθρωποι θέτουν στόχους και προσπαθούν να τους επιτύχουν χωρίς να προσπαθούν να αφουγκραστούν το θέλημα του Θεού και χωρίς να προσπαθούν να συμμορφωθούν προς αυτό. Οφείλουμε να εμπιστευτούμε εντελώς τον εαυτό μας στον Θεό και να Του επιτρέψουμε να κατευθύνει τις ζωές μας και να επιτελούμε το καθήκον μας αυτό με φιλότιμο.

Με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την ταπείνωση όλα τα προβλήματα λύνονται.
Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι στην θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα.

Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού με απόλυτη εμπιστοσύνη και να βλέπουμε την κάθε δοκιμασία σαν δώρο σταλμένο από την αγάπη του Θεού.
Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα.

Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου

αρόλο πού κάνουμε σχέδια διάφορα γιά τη ζωή μας, το καλύτερο γιά μας είναι να παραδώσουμε τη ζωή μας, το μέλλον μας στα χέρια του Κυρίου. Αυτός είναι πού προγραμματίζει και γνωρίζει τι θα γίνει με εμάς.
Εμείς πρέπει να ελευθερωθούμε από τέτοιου είδους σκέψεις και από τέτοιου είδους ερωτήσεις όπως: Τί θα γίνει; Πώς θα γίνει;…
Πρέπει να είμαστε ελεύθεροι, εντελώς αφημένοι στα χέρια του Κυρίου… Ο άνθρωπος έχει ησυχία μόνον όταν δεν τον τυραννούν κακές σκέψεις. Ο τέτοιου είδους άνθρωπος συνεχώς προσεύχεται. Περιμένει το καλό και όλες τις ελπίδες του τις αφήνει στον Κύριο.

Γέροντος Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα

πό τους βίους των αγίων διαπιστώνουμε πως ο Κύριος καθοδηγεί και στηρίζει όσους Τον αγαπούν θερμά και Του αφιερώνουν τη ζωή τους… Όλα προέρχονται ή παραχωρούνται από τον Θεό. Ωστόσο οι βουλές και οι μέθοδοί Του είναι ανεξιχνίαστες. Ακόμα κι ένας άνθρωπος που χειραγωγείται απ’ Αυτόν, τις διακρίνει μόνο σαν κοιτάξει πίσω, έπειτα από κάθε γεγονός. Πόσο σοφή είναι, επομένως η συνεχής προσευχή, «Κύριε, όπως θέλεις και όπως ξέρεις ελέησέ με», που μας συνιστά ο αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος! Αναθέτοντας τον εαυτό σου στον Θεό μ’ αυτή την προσευχή, βάζεις το πιο γερό θεμέλιο στον αγώνα σου: την εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια και την ελπίδα στη θεία βοήθεια…

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας».

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

ετά την Ανάληψη του Κυρίου η Παναγία έγινε η μεγάλη παρηγοριά στις θλίψεις για όλο τον λαό του Θεού. Ο Κύριος έδωσε επί γης το Άγιο Πνεύμα και όσοι Το έλαβαν αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους. Ίσως πεις : Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη; Διότι συ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπά τον Κύριο.

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

ς ελπίζουμε για καλύτερα πράγματα και ας μένουμε σταθεροί ως το τέλος.
Άφησε με εμπιστοσύνη το παρελθόν στο έλεος του Θεού, το παρόν στην Αγάπη Του και το μέλλον στην πρόνοια Του.

Αββάς Ησύχιος


The persecution of the pious, Saint Nikolai Velimirovič

Homily
About the persecution of the pious
Saint Nikolai Velimirovič

“It is necessary for us to undergo many hardships to enter the kingdom of God” (Acts of the Apostles 14:22).
“In fact, all who want to live religiously in Christ Jesus will be persecuted” (2 Timothy 3:12).

Απόστολοι_Twelve Apostles_12 апостолов_Двенадцать апостолов_ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ-2-11The Lord Jesus prophesied this and by His example He proved it. The apostles also said this and by their examples they proved it. All the God-bearing Fathers of the Church, confessors and martyrs said this and they proved this by their example. Therefore, is there any need to doubt that, through a narrow door, one enters the kingdom of God? Should we hesitate for a moment that, “it is necessary for us to undergo many hardships to enter the kingdom of God?” No, there is no basis nor justification for doubt. Can sheep live among the wolves and not be attacked by them? Can a candle burn in the midst of cross winds and not sway back and forth? Can a good fruit-bearing tree grow along side the road and not be disturbed by passersby? Thus, the Church of pious souls cannot but be persecuted and be persecuted by heathens, by idolaters, by heretics, by apostates, from passions and vices, from sin and transgressions, from the world and by demons. So it is that not one devout soul can remain without persecution, be it externally or internally, until it is separated from the body and the world. Someone might oppose this and prove it otherwise according to his calculation and according to his logic. But, in this case, neither the mind nor the logic of one man is of any avail. Thousands who were crucified speak otherwise, thousands burned alive cry out otherwise, thousands who were beheaded prove otherwise and thousands who were drowned witness otherwise. O my brethren, the Christian Faith is mighty not only when it agrees with sensory reasoning and sensory logic but when, and especially when, it contradicts sensory reasoning and sensory logic.

Those who want to live a godly-life will be persecuted. This the apostle prophesied at the beginning of the Christian era and twenty Christian centuries render a multi-voiced echo to confirm the truth of the prophecy.

O resurrected Lord, grant us light that we may be pious to the end and give us the strength to endure persecution to the end.
To You be glory and thanks always. Amen.

The Prologue from Ohrid: Lives of Saints by Saint Nikolai Velimirovič for Old Calendar date April 27, and New Calendar date May 10.
http://livingorthodoxfaith.blogspot.gr/2009/12/prologue-april-27-may-10.html


Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΠΑΥΛΟς_SAINT_PAUL_AND_SCENES_FROM_HIS_LIFE_2 (1)

 Σύναξις τῶν ἁγίων ἐνδόξων 12 ἀποστόλων.

Εορτάζει στις 30 Ιουνίου

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. Ἀλληλούϊα.

Στίχοι
Τιμῶ θεόπτας δώδεκα Χριστοῦ φίλους,
Ἥρωας ἄνδρας καὶ θεοὺς τολμῶ λέγειν.
Δώδεκα εὐκλεέας τριακοστῇ ἀγείρει μύστας

Oἱ ἀ­νω­τέ­ρω δώ­δε­κα Πα­τριά­ρχες προ­ει­κό­νι­ζαν τούς ση­με­ρι­νούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους. Ἀλ­λά καί τά δώ­δε­κα κου­δού­νια, πού ἠ­χο­λο­γοῦ­σαν, ὅ­ταν ἱ­ε­ρά­τευ­ε στήν Σκη­νή ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ἀ­α­ρών, καί αὐ­τά, λέ­ω, αὐ­τούς τούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους φα­νέ­ρω­ναν. Δι­ό­τι αὐ­τοί σάλ­πι­σαν καί κή­ρυ­ξαν σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Χρι­στοῦ τήν ἐ­πι­δη­μί­α καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Ὠ­ση­έ προ­φή­τευ­σε, ὅ­τι δώ­δε­κα δρῦ­ς θά ἀ­κο­λου­θή­σουν στόν Θε­ό, πού θά ἔλ­θη στήν γῆ, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε καί ἔμ­πρα­κτα. Καί πολ­λά ἄλ­λα τῆς Πα­λαι­ᾶς Γρα­φῆς προ­ει­κό­νι­σαν τούς ἱ­ε­ρούς αὐ­τούς Ἀ­πο­στό­λου­ς…

Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ θέ­λον­τας νά δεί­ξη κα­θα­ρώ­τε­ρα πρός ἐ­μᾶς τήν ἀ­γα­θό­τη­τά του, δι­ά­λε­ξε τούς δώ­δε­κα, κα­τά τό φαι­νό­με­νο εὐ­τε­λεῖς μα­θη­τές του καί τούς ἔ­κα­νε Ἀ­πο­στό­λους καί αὐ­τό­πτες τῆς δι­κῆς του οἰ­κο­νο­μί­ας. Καί ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε σ’ αὐ­τούς τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα «ἐν εἴ­δει πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν», τούς ἀ­πέ­στει­λε σέ ὅ­λη τήν ὑ­φή­λιο, γιά νά θε­ο­λο­γοῦν τό τῆς Τριά­δος μυ­στή­ριο καί τήν θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α καί γιά νά εὐ­αγ­γε­λί­ζουν ὅ­λα τά ἔ­θνη καί νά τά βα­πτί­ζουν στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Ἔ­τσι διά μέ­σου αὐ­τῶν φω­τί­σθη­κε ὅ­λη ἡ κτί­σις καί πλού­τι­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι, λα­τρεύ­ον­τας εὐ­σε­βῶς τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ὁ­μο­λο­γῶν­τας τόν ἕ­να τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος Θε­ό μα­ζί καί ἄν­θρω­πο, τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Αὐ­τούς λοι­πόν τούς δώ­δε­κα ἱ­ε­ρούς Ἀ­πο­στό­λους ὀ­φεί­λου­με ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί νά τι­μοῦ­με καί νά γε­ραί­ρου­με ὡς φω­στῆ­ρες τοῦ κό­σμου καί κή­ρυ­κες τῆς εὐ­σέ­βειας καί ὡς κα­θαι­ρέ­τες τῆς πλά­νης.

Πρῶτος λοιπόν τῶν Ἀποστόλων εἶναι ὁ Κορυφαῖος Πέτρος,

ΠΑΥΛΟΣ_506d4f270b23a75c15bda2df9106fda4Δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος νί­κη­σε ὅ­λους τούς Ἀ­πο­στό­λους, ὑ­πε­ρι­σχύ­ον­τας ὡς πρός τόν ζῆ­λο τῆς πί­στε­ως στόν Χρι­στό καί στούς κό­πους. Αὐ­τός λοι­πόν κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρι τό Ἰλ­λυ­ρι­κό, ὅ­πως τό λέ­ει μό­νος καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στήν Ρώ­μη, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Πῶς ὅ­μως καί ἀ­πό ποι­ά ἀ­φορ­μή πα­ρα­κι­νή­θη­κε νά πά­η στήν Ρώ­μη, ἀ­ναγ­καῖ­ο εἶ­ναι νά δι­η­γη­θῶ μέ συν­το­μί­α στίς φι­λή­κο­ες ἀ­κο­ές σας, παίρ­νον­τάς τα ἀ­πό τίς Ἀ­πο­στο­λι­κές Πρά­ξεις. Ἀ­φοῦ ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος πῆ­γε στήν Και­σά­ρεια καί φι­λο­ξε­νή­θη­κε, δη­λα­δή πα­ρέ­με­νε στόν οἶ­κο τοῦ Φι­λίπ­που, ἑ­νός ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους, πέ­ρα­σαν λί­γες ἡ­μέ­ρες καί πῆ­γε ἐ­κεῖ ἀ­πό τήν Ἰ­ου­δαί­α ἕ­νας Προ­φή­της, ὀ­νό­μα­τι Ἄ­γα­βος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε στόν Παῦ­λο· «Αὐ­τά σοῦ λέ­ει ὁ Κύ­ριος μέ ἐ­μέ­να· οἱ αἱ­μο­χα­ρεῖς Ἰ­ου­δαῖ­οι θά δέ­σουν τά χέ­ρια σου καί τά πό­δια σου καί θά σέ πα­ρα­δώ­σουν στά ἔ­θνη». Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, ὄ­χι μό­νο νά δε­θῶ καί νά προ­δο­θῶ γιά τόν Χρι­στό στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀλ­λά καί νά πε­θά­νω». Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, συ­νάν­τη­σε τόν ἀ­δελ­φό­θε­ο Ἰ­ά­κω­βο καί ὅ­σους ἦ­ταν μα­ζί του καί, ἀ­φοῦ τούς χαι­ρέ­τη­σε, τούς δι­η­γή­θη­κε τά με­γα­λεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α μέ αὐ­τόν ἔ­κα­νε στά ἔ­θνη ὁ Θε­ός.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες, ἀφοῦ συνέλαβαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι τόν Παῦ­λο στό ἱ­ε­ρό, τόν ἔ­δει­ραν ἄ­σπλαγ­χνα καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσαν, τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή. Τήν ἐρ­χόμενη ἡ­μέ­ρα τόν ἐ­ξέ­τα­σε ὁ χι­λί­αρ­χος, τί φρο­νεῖ. Καί ὁ Παῦ­λος ἄρ­χι­σε στό μέ­σο τοῦ συ­νε­δρί­ου καί ­δι­η­γή­θηκε τήν γέν­νη­σι, τήν ἀ­να­τρο­φή, τήν αὔξησι τῆς ἡλικίας καί τήν μά­θη­σι καί τόν ζῆ­λο του. Τήν ἑπόμενη ἡ­μέ­ρα ­δι­η­γή­θηκε, πῶς τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Χρι­στός. Πῶς ἔχασε τό φῶς του καί πῶς πά­λι ἀ­νέ­βλε­ψε καί ὅ­τι κατε­δί­ω­κε τόν Χρι­στό ἀπό ἄγνοια, ὕ­στε­ρα ὅμως, ὅταν τόν γνώρισε ὠς ἀλη-θινό Θε­ό, τόν κη­ρύτ­τει σέ ὅ­λους. Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἰουδαῖοι, πού κάθονταν στό Συ­νέ­δρι­ο, ­φώ­να­ξαν δυνατά στόν χι­λί­αρ­χο λέ­γον­τας· «Σήκωσέ τον ἀπό τήν γῆ αὐτόν». Τότε, ὅταν ἑτοιμάζονταν οἱ στρα­τι­ῶτες νά τόν δεί­ρουν, τούς ἀν­τι­στά­θηκε ὁ Ἀ­πό­στο­λος καί εἶπε, ὅ­τι δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά δεί­ρε­τε ἀ­κα­τά­κρι­το ἄν­θρω­πο Ρω­μαῖ­ο (διότι ὁ Παῦλος ἦταν  Ρω­μαῖ­ος, κα­θό­σον οἱ πρό­γο­νοί του ἦ­ταν ὑ­πήκοοι στούς Ρω­μαί­ους μέ βασιλικό γράμμα, ὅπως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ κρι­τι­κός Φώ­τι­ος). Ὅταν ἄκουσε ὁ χι­λί­αρ­χος αὐτόν τόν λόγο, ­φο­βή­θηκε καί δέν τόν ἔ­δει­ρε, ἀλ­λά τόν ­πα­ρουσίασε στό Συ­νέ­δρι­ο, θέ­λον­τας νά μά­θη τά πε­ρί αὐ­τοῦ. Καί γιά νά συν­τομεύσω τόν λό­γο, ὁ Παῦ­λος, ἐ­πει­δή ἐ­πι­κα­λέ­σθηκε τόν καίσαρα, πού ἦταν στήν Ρώ­μη, γιά νά ­πά­η νά κρι­θῆ ἐ­κεῖ, γι’ αὐτό πῆγε στήν Ρώ­μη.

Βρίσκοντας τόν Παῦ­λο ἐ­κεῖ με­ρι­κοί ἀ­δελ­φοί, ­χά­ρη­καν πολύ. Ὅ­ταν δέ ὁ Παῦ­λος πα­ρουσιάσθηκε στόν καί­σα­ρα Νέ­ρω­να,­επε­ιδή δέν βρέ­θηκε σ’ αὐτόν κα­νέ­να πρᾶγ­μα ἄ­ξι­ο θα­νά­του, ἀ­πο­φα­σί­σθηκε ἀ­πό τόν Νέ­ρω­να, νά μεί­νη ἐ­λεύ­θε­ρος ὡς ἀ­θῶ­ος. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν πῆγε ὁ Παῦ­λος σέ ξε­χω­ρι­στό τό­πο καί ­κή­ρυτ­τε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Υἱ­ός Θε­οῦ πρός ἐ­κεί­νους, πού πήγαιναν πρός αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπόν ­πέ­ρα­σε κάποιος και­ρός, ἔ­γι­νε στόν Παῦ­λο θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι, νά ἀ­φή­ση τήν Ρώ­μη καί νά πά­η στήν Ἰ­σπα­νί­α. Ὁπότε, πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, πολ­λούς ­βά­πτι­σε καί ἀ­σθε­νεῖς θεράπευσε καί Ἱ­ε­ρεῖς ­χει­ρο­τό­νη­σε καί ὅ­λους ­στή­ρι­ξε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί πά­λι ἀ­πό τήν Ἰσπα­νί­α ἐπέστρεψε στήν Ρώ­μη. Ἔ­ξω λοιπόν στήν Ρώ­μη ὄντας, ­δί­δα­σκε καί ἔκανε νά τρέ­χη σ’ αὐ­τόν τό πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ. Ἕ­νας οἰ­νο­χό­ος τοῦ βα­σι­λιᾶ, σκύβον­τας ἀ­πό ἕ­να μέ­ρος ὑ­ψη­λό καί προ­σέ­χον­τας στήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Παύ­λου, ἔ­πε­σε στήν γῆ καί ­πέ­θα­νε. Ὅταν ἄκουσε αὐτό ὁ Παῦ­λος, ­πρό­στα­ξε νά φέ­ρουν σ’ αὐ­τόν τόν νε­κρό. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔβαλε ἐπάνω του τά χέρια του καί ἐ­πι­κα­λέσθηκε τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τόν ἀ­νέ­στη­σε καί τόν πα­ρέ­δω­σε ὑ­γι­ῆ σ’ ἐ­κεί­νους πού ἔ­κλαι­γαν γι’ αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τό καί αὐ­τός πού ἀ­να­στή­θη­κε πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, πρό­στα­ξε νά πα­ρου­σια­θῆ ὁ οἰ­νο­χό­ος στό βα­σι­λι­κό του βῆ­μα. Ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τόν ρω­τοῦ­σε ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­άν ἀρ­νῆ­ται τήν τοῦ Χρι­στοῦ πί­στι. Ὁ οἰ­νο­χό­ος ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι δέν μπο­ροῦν νά μέ χω­ρί­σουν ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ οὔ­τε τά ἐ­νε­στῶ­τα, οὔ­τε τά μέλ­λον­τα, οὔ­τε ζω­ή, οὔ­τε θά­να­τος. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς καί ἀ­πό­ρη­σε, πρό­στα­ξε νά κα­τα­κα­οῦν ἀ­πό φω­τιά, ὅ­σοι Χρι­στια­νοί βρί­σκον­ται στήν φυ­λα­κή καί ὁ Παῦ­λος νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ.

παυλου αποστ μαρτυριο33Ὁ­πό­τε οἱ δή­μιοι (δη­λα­δή οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῶν βα­σά­νων) πῆ­ραν τόν τοῦ Χρι­στοῦ θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο καί τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ρώ­μη, φρον­τί­ζον­τας νά τε­λει­ώ­σουν τήν βα­σι­λι­κή προ­στα­γή. Μί­α δέ γυ­ναῖ­κα, Περ­πέ­του­α ὀ­νό­μα­τι, μέ συ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου, ἔ­χα­σε τό φῶς τοῦ δε­ξιοῦ μα­τιοῦ της. Βλέ­πον­τας ὅ­μως, ὅ­τι πή­γαι­ναν νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Παῦ­λο, συμ­πό­νε­σε ἡ καρ­διά της καί δά­κρυ­σε. Ὁ δέ Παῦ­λος εἶ­πε πρός αὐ­τήν· «Ὦ γυ­ναί­κα, δός μου τό μαν­τή­λι σου καί, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψω, πά­λι σοῦ τό δί­νω». Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἔ­δω­σε πρό­θυ­μα τό μαν­τή­λι της. Βλέ­πον­τας αὐ­τό οἱ στρα­τι­ῶ­τες, πε­ρι­γε­λῶν­τας, ἔ­λε­γαν στήν γυ­ναῖ­κα· «Πε­ρί­με­νε, γριά, αὐ­τόν, πού δέν ἐ­πι­στρέ­φει πλέ­ον». Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ἑ­τοί­μα­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, γιά νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν. Ὁ­πό­τε ἔ­δε­σαν τά μά­τια του μέ τό μαν­τή­λι τῆς μο­νό­φθαλ­μης γυ­ναί­κας. Καί ὅ­ταν ἀ­πέ­κο­ψαν τήν ἁ­γί­α του κε­φα­λή, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα μα­ζί μέ γά­λα καί ἔ­βρε­ξε τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, τό δέ μαν­δή­λι ἀ­ό­ρα­τα δό­θη­κε στήν μο­νό­φθαλ­μη γυ­ναί­κα καί ἀ­μέ­σως χα­ρί­σθη­κε σ’ αὐ­τήν καί τό φῶς τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ της. Καί ὅ­ταν οἱ δή­μιοι ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, ἐ­πι­στρέ­φον­τας βρῆ­καν τήν γυ­ναῖ­κα, πού κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια της τό μαν­τή­λι μα­τω­μέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο θερ­μά κα­τα­φι­λοῦ­σε καί ἔ­δει­χνε σ’ αὐ­τούς τόν ὀ­φθαλ­μό της ὑ­γιῆ καί βλέ­πον­τα, ἡ ὁ­ποί­α καί ἔ­λε­γε· «Ζῆ Κύ­ριος, δέν εἶ­ναι ἄλ­λος Θε­ός, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Παῦ­λος κή­ρυτ­τε». Ὁ­πό­τε καί αὐ­τοί, ἀ­φοῦ θαύ­μα­σαν τό γε­γο­νός, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί μα­ζί μέ αὐ­τήν πῆ­γαν στόν Νέ­ρω­να, κη­ρύτ­τον­τας με­γα­λό­φω­να τά με­γα­λεῖ­α του Θε­οῦ. Ὁ Νέ­ρων νι­κη­μέ­νος ἀ­πό τόν θυ­μό, πρό­στα­ξε νά λά­βη ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς δι­α­φο­ρε­τι­κή τι­μω­ρί­α. Καί ὁ μέν πρῶ­τος δή­μιος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, ὁ δεύ­τε­ρος σχί­σθη­κε στό μέ­σον μέ τό σπα­θί καί ὁ τρί­τος λι­θο­βο­λή­θη­κε. Ἡ δέ Περ­πε­τού­α φυ­λα­κί­σθη­κε. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως σ’ αὐ­τήν ἡ βα­σί­λισ­σα καί σύ­ζυ­γος τοῦ Νέ­ρω­να, μα­ζί μέ τίς τι­μι­ώ­τε­ρες γυ­ναῖ­κες τῆς Ρώ­μης, δι­δά­χθη­καν ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἀ­λη­θι­νή καί βέ­βαι­η πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα τε­λει­ώ­θη­καν. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ Νέ­ρων, τήν μέν Περ­πε­τού­α τήν ἔ­δει­ρε ἀρ­κε­τά καί κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε στόν λαι­μό της μί­α πέ­τρα τοῦ μύ­λου, τήν ἔρ­ρι­ξε στόν βυ­θό. Τίς ὑ­πό­λοι­πες ὅ­μως γυ­ναῖ­κες τίς ἀ­πο­κε­φά­λι­σε, ἐ­πει­δή δέν θέ­λη­σαν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό. Βρῆ­κε ὅ­μως ἡ θεί­α ἐκ­δί­κη­σι τόν ἀ­σε­βῆ Νέ­ρω­να. Δι­ό­τι αὐ­τός, ἐ­πει­δή μι­σή­θη­κε ἀ­πό τόν λα­ό τῆς Ρώ­μης, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό βα­σί­λει­ο καί βά­δι­ζε μέ­σα στά δά­ση καί τά λαγ­κά­δια, προ­τι­μῶν­τας πε­ρισ­σό­τε­ρο νά πε­θά­νη, πα­ρά νά ζῆ. Ὁ­πό­τε ταλαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πό τό κρύ­ο καί τήν πεῖ­να, μέ κα­κό τρό­πο τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή, γε­νό­με­νος τροφή στά θη­ρί­α ὁ ἀ­σε­βής καί πα­ρα­νο­μώ­τα­το­ς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
ς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καί Παῦλος σύν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καί Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σύν Ματθαίῳ καί Σίμωνι, Μᾶρκος καί Ἰάκωβος, καί Θωμᾶς ὁ μακάριος, καί ηὔγασαν τούς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
δωδεκάχορδος και εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καί σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μέν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τόν φθόγγον, γλώσσας δέ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.


About how we should rejoice in Christ, Saint Nikolai Velimirovič

Πέτρος και Παύλος_Peter and Paul Apostles_апостолы Петр и Павел_fragment-freski-xii-veka1

Homily
About how we should rejoice in Christ
Saint Nikolai Velimirovič

“In this you greatly rejoice though now for a little while, if need be, you have been grieved by various trials” (1 Peter 1:6).

Thus speaks St. Peter the Apostle whose life was filled with many temptations and frequent sorrows. Thus speaks the man who left his home and family members and followed after Christ and who, for the sake of Christ, endured many difficulties: from hunger, from thirst, from the Jews, from the Romans, from false prophets, from cruel heathens and who, in the end was crucified on the cross, all for the sake of the Lord Christ. He, who in this life was unmercifully scourged with great sorrows and great temptations, counsels us to rejoice in Christ so that this joy may swallow up all our proportionally lessor sorrows and temptations.

But why brethren should we rejoice in Christ?

Because He revealed and showed us the reality of the greatest and most beautiful hopes and dreams of mankind;

He revealed to us the One God, Living, Omnipotent, All-wise All-merciful and He gave us the privilege to call ourselves His sons;
He revealed and showed us the immortal and eternal life; life incomparably better than this life on earth;
He revealed to us the spiritual kingdom; the kingdom of angels and the righteous; the kingdom of all good and the light of truth and justice;

He revealed and showed us the goal of our existence here on earth and the purpose for all our efforts and sufferings in this transient life;
He revealed to us the ocean of heavenly joy compared to all of our sorrows and temptations as a drop of muddy water, which cannot disturb or muddy that ocean.

O brethren, what joy awaits us! O brethren, how small a price does our Lord ask of us to purchase this joy in which the angels bathe and in which the righteous swim! Only to fulfill a few of His short commandments that is the entire price!

O Lord Jesus, the all-miraculous source of our joy, our boast and our pleasure, our glory and our thanks, place Your finger on our mouths and do not allow a drop of muddy sorrow and temptations to poison us.
To You be glory and thanks always. Amen.

The Prologue from Ohrid: Lives of Saints by Saint Nikolai Velimirovič for Old Calendar date July 1, and New Calendar date July 14.
http://livingorthodoxfaith.blogspot.gr/2010/04/prologue-july-1-july-14.html


Ο Παύλος! Ο κορυφαίος του ουρανού και της γης! Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής

ΠΑΥΛΟΣ ΔΑΜΑΚΟΣ-17a

Δεύτερος Παύλος

Μόλις ο μακάριος Νήφων τελείωσε τη συζήτηση με τον αδελφό, σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Γιατί η προσευχή ήταν πάντα η κύρια εργασία του. Πολλές φορές προσευχόταν νοερά, ακόμα κι όταν βρισκόταν μέσα σε πλήθος ανθρώπων. Κάθε ώρα, είτε έτρωγε είτε συζητούσε με κάποιον, δεν έπαυε να λέει με το νού του τους Ψαλμούς του Δαβίδ, που τους είχε μάθει απ’ έξω. Μα το πιο θαυμαστό είναι, πως, κι όταν κοιμόταν, η καθαρή του διάνοια στοχαζόταν τα λόγια του Κυρίου, ενώ τα χείλη του μουρμούριζαν περικοπές ολόκληρες απ’ τις επιστολές του αγίου αποστόλου Παύλου!

Ναι, απέραντη αγάπη έτρεφε ο όσιος στον κήρυκα των εθνών και με πολλή ευλάβεια αναφερόταν στο πρόσωπό του. Μα κι εκείνος ερχόταν συχνά στον ύπνο του, τον παρηγορούσε και τον δίδασκε.

Και τ΄ όνομα μονάχα του φωστήρα της οικουμένης ν’ άκουγε ο Νήφων, αναπηδούσε και αναφωνούσε με ιερό πόθο:

Ο Παύλος! Ο κορυφαίος του ουρανού και της γης! Ο πολυσέβαστος και πολυαγαπητός μου! ο στύλος της Εκκλησίας, ο ολοφώτεινος οφθαλμός του Χριστού, ο άσπιλος χειραγωγός και νυμφοστόλος της νέας Σιών, ο πάγκαλος και θεηγόρος!… Ας δοξάζεται παντοτινά!

Ποτέ δεν έσβηνε η θεία φλόγα, που έκαιγε μέσα του, για τον κορυφαίο απόστολο του Χριστού. Εξάλλου – τι παράξενο! – και στην όψη έμοιαζε καταπληκτικά με τον άγιο Παύλο, μόνο που δεν ήταν φαλακρός, όπως εκείνος. Ήταν κι ο όσιος γλυκόλαλος και μειλίχιος και ζηλωτής της σωτηρίας των ανθρώπων και φλογισμένος από το θείο έρωτα… Δεύτερος Παύλος!

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ένας Ασκητής επίσκοπος, Άγιος Νήφων ο Κωνσταντιανής (4ος αι.)» – Ιερά Μονή Παρακλήτου.

Απολυτίκιον των Αγίων Αποστόλων Ήχος γ”

Απόστολοι Άγιοι, πρεσβεύσατε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Απολυτίκιον των κορυφαίων. Ήχος δ”

Οι των Αποστόλων πρωτόθρονοι, και της Οικουμένης διδάσκαλοι, τω Δεσπότη των όλων πρεσβεύσατε, ειρήνην τη οικουμένη δωρήσασθαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Σεις, οι πρώτοι μεταξύ των Αποστόλων του Χριστού, και πρωτόθρονοι κοντά Του, σεις που έχετε διδάξει την πίστη του Χριστού σε όλη την οικουμένη, πρεσβεύσατε στον Κύριο και Δεσπότη όλων, να χαρίσει ειρήνη σε όλη την οικουμένη, και στις ψυχές μας το μεγάλο Του έλεος.

Κάθισμα του Παύλου.
Την Σοφίαν και Λόγον

Ουρανόθεν την κλήσιν παρά Χριστού, κομισάμενος ώφθης κήρυξ φωτός, πάσι τοις της χάριτος, καταλάμψας διδάγμασι’ την γάρ του νόμου ξέσας, λατρείαν του γράμματος, τοις πιστοίς κατήστραψας, την γνώσιν του Πνεύματος’ όθεν και εις τρίτον, ουρανόν επαξίως, επήρθης μετάρσιος, και Παράδεισον έφθασας, Παύλε Απόστολε. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.

Αφού δέχθηκες από τον ουρανό με θεία αποκάλυψη την κλήση του Χριστού, φανερώθηκες ως κήρυκας του φωτός σε όλους, φωτίζοντάς τους με τα διδάγματα της Θείας Χάριτος. Σαν αστραπή φανέρωσες στους πιστούς την γνώση του Πνεύματος, αφού εξαφάνισεςτη λατρεία του γράμματος του μωσαικού νόμου. Γι’ αυτό επάξια ανέβηκες στον τρίτο ουρανό πάνω στον αέρα, φθάνοντας στον παράδεισο, Παύλε απόστολε. Παρακάλεσε, λοιπόν, να χαρίσει ο Θεός, άφεση των αμαρτιών, σε όσους εορτάζουν με πόθο τη μνήμη σου.

Ταις των Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς.
Αμήν.


Before an icon of the All-Holy Mother of God

Appearance of the Tikhvin Icon of the Mother of God
Icon of the Mother of God “of the Seven Lakes” (Sedmiezernaya) (also on July 28 and October 13)
Icon of the Mother of God “Neamts”
Icon of the Mother of God “Lidda” or Roman

Commemorated on June 26

Tikhvin Icon of the Mother of GodТихвинская икона Божией Матери0_Tihvinskaya_4Two companions, John and Sergius, vowed to adopt each other as blood brothers before an icon of the Holy Mother of God in this monastery. John was a wealthy man, and he had a five year old son Zacharias. John became very ill. Before his death, John commended his son to the care of Sergius and bequeathed a large amount of gold and silver to him for safe keeping so that Sergius would hand it over to his son Zacharias when he reached maturity. When Zacharias reached maturity, Sergius denied that he received anything from the deceased John. Then Zacharias said, “Let him swear before that very icon of the All-Holy Mother of God, before whom he entered into a blood-brother relationship with my deceased father; and if he swears that he did not receive anything from my father John, then I will not seek anything from him.” Sergius agreed. When Sergius swore this, he wanted to approach and venerate the icon, but a force held him back and would not allow it. Sergius then began to cry out in a crazed manner to the Holy Fathers, Anthony and Theodosius; “Do not allow this unmerciful angel to destroy me!” That was the demon that attacked him by God’s permission. After that, Sergius showed them all the money that John entrusted to him. When they opened the chest, they discovered that the amount had doubled. This amount was doubled by God’s Providence. After receiving the money, Zacharias gave it to the monastery and was then tonsured a monk. Zacharias lived for a long time and was made worthy of the great gifts of God and was translated peacefully into eternity.

The Prologue from Ohrid: Lives of Saints by Saint Nikolai Velimirovič for Old Calendar date March 24, and New Calendar date April 6.
http://livingorthodoxfaith.blogspot.gr/2009/12/prologue-march-24-april-6.html