iconandlight

Iconography and Hand painted icons

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΠΑΥΛΟς_SAINT_PAUL_AND_SCENES_FROM_HIS_LIFE_2 (1)

 Σύναξις τῶν ἁγίων ἐνδόξων 12 ἀποστόλων.

Εορτάζει στις 30 Ιουνίου

Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. Ἀλληλούϊα.

Στίχοι
Τιμῶ θεόπτας δώδεκα Χριστοῦ φίλους,
Ἥρωας ἄνδρας καὶ θεοὺς τολμῶ λέγειν.
Δώδεκα εὐκλεέας τριακοστῇ ἀγείρει μύστας

Oἱ ἀ­νω­τέ­ρω δώ­δε­κα Πα­τριά­ρχες προ­ει­κό­νι­ζαν τούς ση­με­ρι­νούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους. Ἀλ­λά καί τά δώ­δε­κα κου­δού­νια, πού ἠ­χο­λο­γοῦ­σαν, ὅ­ταν ἱ­ε­ρά­τευ­ε στήν Σκη­νή ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Ἀ­α­ρών, καί αὐ­τά, λέ­ω, αὐ­τούς τούς δώ­δε­κα Ἀ­πο­στό­λους φα­νέ­ρω­ναν. Δι­ό­τι αὐ­τοί σάλ­πι­σαν καί κή­ρυ­ξαν σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Χρι­στοῦ τήν ἐ­πι­δη­μί­α καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Γι’ αὐ­τό καί ὁ Ὠ­ση­έ προ­φή­τευ­σε, ὅ­τι δώ­δε­κα δρῦ­ς θά ἀ­κο­λου­θή­σουν στόν Θε­ό, πού θά ἔλ­θη στήν γῆ, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε καί ἔμ­πρα­κτα. Καί πολ­λά ἄλ­λα τῆς Πα­λαι­ᾶς Γρα­φῆς προ­ει­κό­νι­σαν τούς ἱ­ε­ρούς αὐ­τούς Ἀ­πο­στό­λου­ς…

Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ θέ­λον­τας νά δεί­ξη κα­θα­ρώ­τε­ρα πρός ἐ­μᾶς τήν ἀ­γα­θό­τη­τά του, δι­ά­λε­ξε τούς δώ­δε­κα, κα­τά τό φαι­νό­με­νο εὐ­τε­λεῖς μα­θη­τές του καί τούς ἔ­κα­νε Ἀ­πο­στό­λους καί αὐ­τό­πτες τῆς δι­κῆς του οἰ­κο­νο­μί­ας. Καί ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε σ’ αὐ­τούς τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα «ἐν εἴ­δει πυ­ρί­νων γλωσ­σῶν», τούς ἀ­πέ­στει­λε σέ ὅ­λη τήν ὑ­φή­λιο, γιά νά θε­ο­λο­γοῦν τό τῆς Τριά­δος μυ­στή­ριο καί τήν θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α καί γιά νά εὐ­αγ­γε­λί­ζουν ὅ­λα τά ἔ­θνη καί νά τά βα­πτί­ζουν στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Ἔ­τσι διά μέ­σου αὐ­τῶν φω­τί­σθη­κε ὅ­λη ἡ κτί­σις καί πλού­τι­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι, λα­τρεύ­ον­τας εὐ­σε­βῶς τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ὁ­μο­λο­γῶν­τας τόν ἕ­να τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος Θε­ό μα­ζί καί ἄν­θρω­πο, τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Αὐ­τούς λοι­πόν τούς δώ­δε­κα ἱ­ε­ρούς Ἀ­πο­στό­λους ὀ­φεί­λου­με ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί νά τι­μοῦ­με καί νά γε­ραί­ρου­με ὡς φω­στῆ­ρες τοῦ κό­σμου καί κή­ρυ­κες τῆς εὐ­σέ­βειας καί ὡς κα­θαι­ρέ­τες τῆς πλά­νης.

Πρῶτος λοιπόν τῶν Ἀποστόλων εἶναι ὁ Κορυφαῖος Πέτρος,

ΠΑΥΛΟΣ_506d4f270b23a75c15bda2df9106fda4Δεύ­τε­ρος εἶ­ναι ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος νί­κη­σε ὅ­λους τούς Ἀ­πο­στό­λους, ὑ­πε­ρι­σχύ­ον­τας ὡς πρός τόν ζῆ­λο τῆς πί­στε­ως στόν Χρι­στό καί στούς κό­πους. Αὐ­τός λοι­πόν κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρι τό Ἰλ­λυ­ρι­κό, ὅ­πως τό λέ­ει μό­νος καί, ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε στήν Ρώ­μη, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Πῶς ὅ­μως καί ἀ­πό ποι­ά ἀ­φορ­μή πα­ρα­κι­νή­θη­κε νά πά­η στήν Ρώ­μη, ἀ­ναγ­καῖ­ο εἶ­ναι νά δι­η­γη­θῶ μέ συν­το­μί­α στίς φι­λή­κο­ες ἀ­κο­ές σας, παίρ­νον­τάς τα ἀ­πό τίς Ἀ­πο­στο­λι­κές Πρά­ξεις. Ἀ­φοῦ ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος πῆ­γε στήν Και­σά­ρεια καί φι­λο­ξε­νή­θη­κε, δη­λα­δή πα­ρέ­με­νε στόν οἶ­κο τοῦ Φι­λίπ­που, ἑ­νός ἀ­πό τούς ἑ­πτά Δι­α­κό­νους, πέ­ρα­σαν λί­γες ἡ­μέ­ρες καί πῆ­γε ἐ­κεῖ ἀ­πό τήν Ἰ­ου­δαί­α ἕ­νας Προ­φή­της, ὀ­νό­μα­τι Ἄ­γα­βος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε στόν Παῦ­λο· «Αὐ­τά σοῦ λέ­ει ὁ Κύ­ριος μέ ἐ­μέ­να· οἱ αἱ­μο­χα­ρεῖς Ἰ­ου­δαῖ­οι θά δέ­σουν τά χέ­ρια σου καί τά πό­δια σου καί θά σέ πα­ρα­δώ­σουν στά ἔ­θνη». Καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, ὄ­χι μό­νο νά δε­θῶ καί νά προ­δο­θῶ γιά τόν Χρι­στό στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀλ­λά καί νά πε­θά­νω». Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, συ­νάν­τη­σε τόν ἀ­δελ­φό­θε­ο Ἰ­ά­κω­βο καί ὅ­σους ἦ­ταν μα­ζί του καί, ἀ­φοῦ τούς χαι­ρέ­τη­σε, τούς δι­η­γή­θη­κε τά με­γα­λεῖ­α, τά ὁ­ποῖ­α μέ αὐ­τόν ἔ­κα­νε στά ἔ­θνη ὁ Θε­ός.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες, ἀφοῦ συνέλαβαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι τόν Παῦ­λο στό ἱ­ε­ρό, τόν ἔ­δει­ραν ἄ­σπλαγ­χνα καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσαν, τόν ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή. Τήν ἐρ­χόμενη ἡ­μέ­ρα τόν ἐ­ξέ­τα­σε ὁ χι­λί­αρ­χος, τί φρο­νεῖ. Καί ὁ Παῦ­λος ἄρ­χι­σε στό μέ­σο τοῦ συ­νε­δρί­ου καί ­δι­η­γή­θηκε τήν γέν­νη­σι, τήν ἀ­να­τρο­φή, τήν αὔξησι τῆς ἡλικίας καί τήν μά­θη­σι καί τόν ζῆ­λο του. Τήν ἑπόμενη ἡ­μέ­ρα ­δι­η­γή­θηκε, πῶς τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Χρι­στός. Πῶς ἔχασε τό φῶς του καί πῶς πά­λι ἀ­νέ­βλε­ψε καί ὅ­τι κατε­δί­ω­κε τόν Χρι­στό ἀπό ἄγνοια, ὕ­στε­ρα ὅμως, ὅταν τόν γνώρισε ὠς ἀλη-θινό Θε­ό, τόν κη­ρύτ­τει σέ ὅ­λους. Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ Ἰουδαῖοι, πού κάθονταν στό Συ­νέ­δρι­ο, ­φώ­να­ξαν δυνατά στόν χι­λί­αρ­χο λέ­γον­τας· «Σήκωσέ τον ἀπό τήν γῆ αὐτόν». Τότε, ὅταν ἑτοιμάζονταν οἱ στρα­τι­ῶτες νά τόν δεί­ρουν, τούς ἀν­τι­στά­θηκε ὁ Ἀ­πό­στο­λος καί εἶπε, ὅ­τι δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά δεί­ρε­τε ἀ­κα­τά­κρι­το ἄν­θρω­πο Ρω­μαῖ­ο (διότι ὁ Παῦλος ἦταν  Ρω­μαῖ­ος, κα­θό­σον οἱ πρό­γο­νοί του ἦ­ταν ὑ­πήκοοι στούς Ρω­μαί­ους μέ βασιλικό γράμμα, ὅπως ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ κρι­τι­κός Φώ­τι­ος). Ὅταν ἄκουσε ὁ χι­λί­αρ­χος αὐτόν τόν λόγο, ­φο­βή­θηκε καί δέν τόν ἔ­δει­ρε, ἀλ­λά τόν ­πα­ρουσίασε στό Συ­νέ­δρι­ο, θέ­λον­τας νά μά­θη τά πε­ρί αὐ­τοῦ. Καί γιά νά συν­τομεύσω τόν λό­γο, ὁ Παῦ­λος, ἐ­πει­δή ἐ­πι­κα­λέ­σθηκε τόν καίσαρα, πού ἦταν στήν Ρώ­μη, γιά νά ­πά­η νά κρι­θῆ ἐ­κεῖ, γι’ αὐτό πῆγε στήν Ρώ­μη.

Βρίσκοντας τόν Παῦ­λο ἐ­κεῖ με­ρι­κοί ἀ­δελ­φοί, ­χά­ρη­καν πολύ. Ὅ­ταν δέ ὁ Παῦ­λος πα­ρουσιάσθηκε στόν καί­σα­ρα Νέ­ρω­να,­επε­ιδή δέν βρέ­θηκε σ’ αὐτόν κα­νέ­να πρᾶγ­μα ἄ­ξι­ο θα­νά­του, ἀ­πο­φα­σί­σθηκε ἀ­πό τόν Νέ­ρω­να, νά μεί­νη ἐ­λεύ­θε­ρος ὡς ἀ­θῶ­ος. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν πῆγε ὁ Παῦ­λος σέ ξε­χω­ρι­στό τό­πο καί ­κή­ρυτ­τε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Υἱ­ός Θε­οῦ πρός ἐ­κεί­νους, πού πήγαιναν πρός αὐτόν. Ἀφοῦ λοιπόν ­πέ­ρα­σε κάποιος και­ρός, ἔ­γι­νε στόν Παῦ­λο θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι, νά ἀ­φή­ση τήν Ρώ­μη καί νά πά­η στήν Ἰ­σπα­νί­α. Ὁπότε, πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, πολ­λούς ­βά­πτι­σε καί ἀ­σθε­νεῖς θεράπευσε καί Ἱ­ε­ρεῖς ­χει­ρο­τό­νη­σε καί ὅ­λους ­στή­ρι­ξε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Καί πά­λι ἀ­πό τήν Ἰσπα­νί­α ἐπέστρεψε στήν Ρώ­μη. Ἔ­ξω λοιπόν στήν Ρώ­μη ὄντας, ­δί­δα­σκε καί ἔκανε νά τρέ­χη σ’ αὐ­τόν τό πλῆ­θος τοῦ λα­οῦ. Ἕ­νας οἰ­νο­χό­ος τοῦ βα­σι­λιᾶ, σκύβον­τας ἀ­πό ἕ­να μέ­ρος ὑ­ψη­λό καί προ­σέ­χον­τας στήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Παύ­λου, ἔ­πε­σε στήν γῆ καί ­πέ­θα­νε. Ὅταν ἄκουσε αὐτό ὁ Παῦ­λος, ­πρό­στα­ξε νά φέ­ρουν σ’ αὐ­τόν τόν νε­κρό. Ὁπότε, ἀφοῦ ἔβαλε ἐπάνω του τά χέρια του καί ἐ­πι­κα­λέσθηκε τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τόν ἀ­νέ­στη­σε καί τόν πα­ρέ­δω­σε ὑ­γι­ῆ σ’ ἐ­κεί­νους πού ἔ­κλαι­γαν γι’ αὐ­τόν. Γι’ αὐ­τό καί αὐ­τός πού ἀ­να­στή­θη­κε πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ βα­σι­λιᾶ. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ βα­σι­λιάς, πρό­στα­ξε νά πα­ρου­σια­θῆ ὁ οἰ­νο­χό­ος στό βα­σι­λι­κό του βῆ­μα. Ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τόν ρω­τοῦ­σε ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­άν ἀρ­νῆ­ται τήν τοῦ Χρι­στοῦ πί­στι. Ὁ οἰ­νο­χό­ος ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι δέν μπο­ροῦν νά μέ χω­ρί­σουν ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ οὔ­τε τά ἐ­νε­στῶ­τα, οὔ­τε τά μέλ­λον­τα, οὔ­τε ζω­ή, οὔ­τε θά­να­τος. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς καί ἀ­πό­ρη­σε, πρό­στα­ξε νά κα­τα­κα­οῦν ἀ­πό φω­τιά, ὅ­σοι Χρι­στια­νοί βρί­σκον­ται στήν φυ­λα­κή καί ὁ Παῦ­λος νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ.

παυλου αποστ μαρτυριο33Ὁ­πό­τε οἱ δή­μιοι (δη­λα­δή οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῶν βα­σά­νων) πῆ­ραν τόν τοῦ Χρι­στοῦ θεῖ­ο Ἀ­πό­στο­λο καί τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ρώ­μη, φρον­τί­ζον­τας νά τε­λει­ώ­σουν τήν βα­σι­λι­κή προ­στα­γή. Μί­α δέ γυ­ναῖ­κα, Περ­πέ­του­α ὀ­νό­μα­τι, μέ συ­νέρ­γεια τοῦ Δι­α­βό­λου, ἔ­χα­σε τό φῶς τοῦ δε­ξιοῦ μα­τιοῦ της. Βλέ­πον­τας ὅ­μως, ὅ­τι πή­γαι­ναν νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Παῦ­λο, συμ­πό­νε­σε ἡ καρ­διά της καί δά­κρυ­σε. Ὁ δέ Παῦ­λος εἶ­πε πρός αὐ­τήν· «Ὦ γυ­ναί­κα, δός μου τό μαν­τή­λι σου καί, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψω, πά­λι σοῦ τό δί­νω». Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἔ­δω­σε πρό­θυ­μα τό μαν­τή­λι της. Βλέ­πον­τας αὐ­τό οἱ στρα­τι­ῶ­τες, πε­ρι­γε­λῶν­τας, ἔ­λε­γαν στήν γυ­ναῖ­κα· «Πε­ρί­με­νε, γριά, αὐ­τόν, πού δέν ἐ­πι­στρέ­φει πλέ­ον». Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης, ἑ­τοί­μα­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, γιά νά τόν ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν. Ὁ­πό­τε ἔ­δε­σαν τά μά­τια του μέ τό μαν­τή­λι τῆς μο­νό­φθαλ­μης γυ­ναί­κας. Καί ὅ­ταν ἀ­πέ­κο­ψαν τήν ἁ­γί­α του κε­φα­λή, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα μα­ζί μέ γά­λα καί ἔ­βρε­ξε τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, τό δέ μαν­δή­λι ἀ­ό­ρα­τα δό­θη­κε στήν μο­νό­φθαλ­μη γυ­ναί­κα καί ἀ­μέ­σως χα­ρί­σθη­κε σ’ αὐ­τήν καί τό φῶς τοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ της. Καί ὅ­ταν οἱ δή­μιοι ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν τόν Ἀ­πό­στο­λο, ἐ­πι­στρέ­φον­τας βρῆ­καν τήν γυ­ναῖ­κα, πού κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια της τό μαν­τή­λι μα­τω­μέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο θερ­μά κα­τα­φι­λοῦ­σε καί ἔ­δει­χνε σ’ αὐ­τούς τόν ὀ­φθαλ­μό της ὑ­γιῆ καί βλέ­πον­τα, ἡ ὁ­ποί­α καί ἔ­λε­γε· «Ζῆ Κύ­ριος, δέν εἶ­ναι ἄλ­λος Θε­ός, ἐ­κτός ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Παῦ­λος κή­ρυτ­τε». Ὁ­πό­τε καί αὐ­τοί, ἀ­φοῦ θαύ­μα­σαν τό γε­γο­νός, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί μα­ζί μέ αὐ­τήν πῆ­γαν στόν Νέ­ρω­να, κη­ρύτ­τον­τας με­γα­λό­φω­να τά με­γα­λεῖ­α του Θε­οῦ. Ὁ Νέ­ρων νι­κη­μέ­νος ἀ­πό τόν θυ­μό, πρό­στα­ξε νά λά­βη ὁ κα­θέ­νας ἀ­πό αὐ­τούς δι­α­φο­ρε­τι­κή τι­μω­ρί­α. Καί ὁ μέν πρῶ­τος δή­μιος ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, ὁ δεύ­τε­ρος σχί­σθη­κε στό μέ­σον μέ τό σπα­θί καί ὁ τρί­τος λι­θο­βο­λή­θη­κε. Ἡ δέ Περ­πε­τού­α φυ­λα­κί­σθη­κε. Πη­γαί­νον­τας ὅ­μως σ’ αὐ­τήν ἡ βα­σί­λισ­σα καί σύ­ζυ­γος τοῦ Νέ­ρω­να, μα­ζί μέ τίς τι­μι­ώ­τε­ρες γυ­ναῖ­κες τῆς Ρώ­μης, δι­δά­χθη­καν ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἀ­λη­θι­νή καί βέ­βαι­η πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα τε­λει­ώ­θη­καν. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ Νέ­ρων, τήν μέν Περ­πε­τού­α τήν ἔ­δει­ρε ἀρ­κε­τά καί κα­τό­πιν, ἀ­φοῦ ἔ­δε­σε στόν λαι­μό της μί­α πέ­τρα τοῦ μύ­λου, τήν ἔρ­ρι­ξε στόν βυ­θό. Τίς ὑ­πό­λοι­πες ὅ­μως γυ­ναῖ­κες τίς ἀ­πο­κε­φά­λι­σε, ἐ­πει­δή δέν θέ­λη­σαν νά ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό. Βρῆ­κε ὅ­μως ἡ θεί­α ἐκ­δί­κη­σι τόν ἀ­σε­βῆ Νέ­ρω­να. Δι­ό­τι αὐ­τός, ἐ­πει­δή μι­σή­θη­κε ἀ­πό τόν λα­ό τῆς Ρώ­μης, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό βα­σί­λει­ο καί βά­δι­ζε μέ­σα στά δά­ση καί τά λαγ­κά­δια, προ­τι­μῶν­τας πε­ρισ­σό­τε­ρο νά πε­θά­νη, πα­ρά νά ζῆ. Ὁ­πό­τε ταλαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πό τό κρύ­ο καί τήν πεῖ­να, μέ κα­κό τρό­πο τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή, γε­νό­με­νος τροφή στά θη­ρί­α ὁ ἀ­σε­βής καί πα­ρα­νο­μώ­τα­το­ς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
ς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καί Παῦλος σύν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καί Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σύν Ματθαίῳ καί Σίμωνι, Μᾶρκος καί Ἰάκωβος, καί Θωμᾶς ὁ μακάριος, καί ηὔγασαν τούς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
δωδεκάχορδος και εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καί σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μέν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τόν φθόγγον, γλώσσας δέ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.

Advertisements

Comments are closed.