iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Εύχομαι το ουράνιον βρέφος, να γεννηθή εις τας καρδίας όλων μας… π. Ευμένιος Σαριδάκης

Γέννηση του Ιησού Χριστού_ Рождество Христово_ Nativity of Christ-icon0_de501_33278cb4_XXXL

Επιστολή του π. Ευμενίου Σαριδάκη σταλείσα την 29 Δεκεμβρίου του 1969 από την Αθήνα προς τον αγαπητόν εν Χριστώ αδελφόν Αντώνιο.

Εύχομαι το ουράνιον βρέφος, που εγεννήθηκε εις το φτωχικό και πενιχρό σπήλαιον της Βηθλεέμ μέσα σε φάτνη των αλόγων ζώων, να γεννηθή εις τας καρδίας όλων μας και να μας απαλλάξη και ελευθερώση όλους μας από την δουλεία και αιχμαλωσία των αμαρτωλών παθών και να μας οδηγήση εις την στενή και τεθλιμένη οδό την άγουσα εις ζωήν αιώνιον’ και με ευλογία Θεού να περάσουμε το νέο έτος, με πολλές αρετές και με πολλά θεϊκά δώρα’ αμήν…

Οι τρισμακάριοι παληοί και αγιασμένοι πατέρες ήτανε στην ψυχή και το σώμα καθαροί και είχανε κάνει την καρδιά τους θρόνο της Αγίας Τριάδος. Σε μένα που είμαι όλων αμαρτωλότερος, ελεεινότερος και ακάθαρτος στην ψυχή και το σώμα είναι ποτέ δυνατόν να μου εμπιστευθή ο Θεός αυτά που εμπιστεύετε στους Αγίους του; Οι πολλές μου αμαρτίες υπερβαίνουν την άμμο της θαλάσσης και τις σταγόνες του ωκεανού. Δεν είμαι άξιος διά άγια δώρα…

Λατρευτάς και προσκυνητάς ζητά ο Χριστός μας. Για μας είναι το καλλίτερο να αγωνιζόμαστε αδιάλειπτα μέρα και νύκτα χωρίς καμμιά διακοπή, να είμαστε πάντα κοντά στον Χριστόν μας. Να ταπεινωθούμε ενώπιον του Θεού και να γίνομε υπήκοοι εις το πανάγιόν του θέλημα μέχρι θανάτου….

Με αγάπη Χριστού
ο ελάχιστος των ελαχίστων
και τελευταίος πάντων των επί γης ανθρώπων
αμαρτωλός Σωφρόνιος*

Εύχεσθε και υπέρ εμού του αμαρτωλού και αναξίου όλου του κόσμου˙ αμήν.

* Ήταν το όνομα που έλαβε ως μοναχός.


The Fourteen Thousand Holy Children of Bethlehem, St Nikolai Velimirovich, Bishop of Zica

14,000 Infants (the Holy Innocents) slain by Herod at Bethlehem

Commemorated on December 29

The Fourteen Thousand Holy Children of Bethlehem
St Nikolai Velimirovich, Bishop of Zica

14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου _-14 000 младенцев убиты царем Иродом _l_7822c04When the Magi from the east did not return to Jerusalem from Bethlehem to inform Herod about the newborn King but rather, at the angel’s command, returned to their homeland another way, Herod became as enraged as a wild beast and ordered all the children two years old and under in Bethlehem and its surroundings to be killed. This frightening command of the king was carried out to the letter. His soldiers beheaded some of the children with swords, smashed others against stones, trampled others underfoot, and strangled others with their hands. And the cries and wails of the mothers rose to heaven, Lamentation, and bitter weeping; Rachel weeping for her children (Jeremiah 31:15, Matthew 2:18), as had been prophesied. This crime against the multitude of innocent children was carried out a year after the birth of Christ, at the time when Herod was seeking to find the Divine Child. He asked Zacharias about his son John, so that he might kill him, since he naturally thought that John was the new king. As Zacharias did not turn John over, he was slain in the Temple by order of Herod. St. Simeon the God-receiver would also have been murdered soon after the Presentation in the Temple, had he not already reposed in God. After murdering the children of Bethlehem, Herod turned against the Jewish elders who had revealed to him where the Messiah would be born. He then killed Hyrcanes, the high priest, and the seventy elders of the Sanhedrin. Thus, they who had agreed with Herod that the new Child-king must be killed came to an evil end. After that, Herod murdered his brother, sister, wife and three sons. Finally, God’s punishment came to him: he began to tremble, his legs became swollen, the lower part of his body became putrid, and worms came out of the sores; his nose became blocked and an unbearable stench emanated from him. Before his last breath, he remembered that there were many captive Jews in prison, and he ordered that they all be killed so that they would not rejoice in his death. Thus, this terrible ruler gave up his inhuman soul and handed it over to the devil for eternal possession.

HYMN OF PRAISE
The Fourteen Thousand Holy Children of Bethlehem

A voice in Rama was heard, and much weeping,
And sorrowful mothers crying out to God.
In blood lay the slaughtered children,
And, over them, sorrowful mothers lamented.
The city of David, with all the surrounding region, moans;
Heaven was horrified at the misdeed of men;
Heaven and earth were horrified and quaked,
When the screams of the innocent pierced the air.
The blow intended for the Son of God
Fell with its weight on the innocent children,
Upon young and helpless ones of the same age as Christ.
The servants of the wicked king attacked
Where the angels of God sang
And where Christ’s shepherds humbly knelt.
There a torrent of blood flowed.
Why? In order that Herod would always be first!
As soon as the Eternal Physician appeared on earth,
The earth revealed its wounds and sins,
Showing how much mankind is infected,
And how necessary healing from heaven is.
Upon the young forerunners of His suffering,
Christ bestowed the eternal joy of Paradise.

The Prologue from Ohrid: Lives of Saints
by St Nikolai Velimirovich, Bishop of Zica, Serbia (+1956)
http://prologue.orthodox.cn/December29.htm

(Vesper of the feast of the Holy Innocents.)

When Jesus was born in Bethlehem of Judah,
The sceptre of the house of Judah passed away.
Infants who leaped in play were slaughtered for Christ.
A voice was heard in Ramah,
The lamentation of Judah’s daughters,
Rachel weeping for her sons, as it is written,
For the lawless Herod murdered the infants.
The land of Judah was soaked with innocent blood;
The earth was reddened by the blood of babies.
But the Church of the Gentiles is washed by this blood;
Clothed in radiant purity, she cries in joy:
The Truth has come!
God is made manifest!
He is born of the Virgin,
Enlightening those who sit in darkness,
For the salvation of the world!


Άγια 14.000 Νήπια μάρτυρες της έκρηξης μιας τρομακτικής μοχθηρίας, π. Αλέξανδρος Σμέμαν

14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου _-14 000 младенцев убиты царем Иродом _14,000 Infants54 - Copy

Aγίων 14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου αναιρεθέντων.

Πάντων των Xριστιανών των εν λιμώ και δίψη και μαχαίρα και κρύει τελειωθέντων. Tελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω Nαώ της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν τοις Xαλκοπρατείοις, ένθα κείται η αγία Σορός.

Εορτάζουν στις 29 Δεκεμβρίου

του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε τα Χριστούγεννα, αυτή τη γιορτή της ειρήνης και της καλωσύνης που ακτινοβολεί το Παιδί της Βηθλεέμ, και τότε το ευαγγέλιο μας προσκαλεί να παρασταθούμε μάρτυρες της έκρηξης μιας τρομακτικής μοχθηρίας απέναντι σ’ Αυτό, μιας μοχθηρίας που ποτέ δε θα τελειώσει ή θα αδυνατίσει.[…]

Ιστορικά γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης βασίλευε στην Παλαιστίνη με τη σύμφωνη γνώμη και υπό την προστασία των ρωμαίων κατακτητών, και πως ήταν ένας απάνθρωπος και άδικος τύραννος. Στην αντίδραση του στη γέννηση του Χριστού, το ευαγγέλιο μας δίνει το αιώνιο πορτραίτο της επίγειας εξουσίας που ο μοναδικός σκοπός και η ενέργειά της εξαντλούνται στη διατήρηση, χρησιμοποίηση και υπεράσπιση της δύναμης που κατέχει ενάντια σε ο,τιδήποτε πιθανώς απειλεί την ύπαρξή της. Mήπως δεν το ξέρουμε τόσο καλά εμείς οι ίδιοι; Πάνω απ’ όλα ο Ηρώδης είναι τρομαγμένος και φιλύποπτος. Πιθανώς να αναρωτηθούμε πώς ήταν δυνατό ένα παιδί να αποτελεί απειλή, ένα παιδί για το οποίο δε βρέθηκε κανένα άλλο κατάλυμα παρά μια σπηλιά για να γεννηθεί; Για τον Ηρώδη όμως ήταν αρκετό το ότι κάποιος –και στην περίπτωσή μας αυτοί οι μάγοι από την Ανατολή- ονόμασε «βασιλιά» αυτό το άγνωστο φτωχικό και αβοήθητο παιδί. Τίποτε άλλο δε χρειάστηκε για να μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός της εγκληματικής αναζήτησης, έρευνας, ανάκρισης και εκτέλεσης.

14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου _-14 000 младенцев убиты царем Иродом _l_7822c04«Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους…». Έπρεπε να γίνει μυστικά, επειδή αυτού του τύπου η εξουσία γνωρίζει ότι μπορεί να λειτουργεί μόνο όταν η δουλειά της γίνεται μυστικά, που σημαίνει παράνομα και άδικα. Και τότε, «πορευθέντες», είπε ο Ηρώδης στους Μάγους «ακριβώς εξετάσατε περί του παιδίου.» Διατάζει να διερευνήσουν, να «κατασκευάσουν μιαν υπόθεση», να την προετοιμάσουν πολύ προσεκτικά έτσι, ώστε να μην υπάρχει καμιά διαφυγή ή σφάλμα καθώς ετοιμάζονται τα αντίποινα. Κατόπιν έρχεται το ψέμα: «επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ.» Πόσο συχνά δεν έχουμε δει αυτό το είδος του ψέματος να διαμορφώνεται τόσο μεθοδικά καθώς προετοιμάζεται να εκτοξευθεί. Και τελικά η παράλογη και αιματοβαμμένη αντεκδίκηση: για να καταστραφεί ο ένας, δολοφονούνται εκατοντάδες. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, δε σταματά σε τίποτε. Και όλα αυτά για να προστατευθεί η άπληστη εξουσία, που δεν έχει κανέναν άλλο τρόπο για να υπερασπίσει τον εαυτό της από τη βία, την απανθρωπιά και την ετοιμότητα να δολοφονήσει.

Το φως των Χριστουγέννων συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίας που την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια πλευρά: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.» Από την άλλη μια τρομακτική, συνεχώς κακή βούληση, ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη και επιθυμεί διακαώς να τα ξεριζώσει χωρίς έλεος. Γιατί να νοιαστεί αυτή η κακόβουλη εξουσία για τις κραυγές και το κλάμα των μητέρων που δε θα βρουν καμιά παρηγοριά; Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από το φόβο και τρομακτικά απάνθρωπη και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής, στα χέρια της αστυνομίας της, των ανακριτών της, στα χέρια αυτού του αθάνατου συστήματος των νυκτερινών επιχειρήσεων. Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος, ο ύμνος «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» δεν έχει σιγήσει, και η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη ζουν. Τα Χριστούγεννα ήρθαν και έφυγαν, αλλά η λάμψη τους μένει.

Από το βιβλίο “Εορτολόγιο, Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος”, εκδ. Ακρίτας

Εις τα ώτα του Κυρίου Σαβαώθ, εισεληλύθει η σφαγή υμών, Βρέφη τίμια· δι’ αυτόν γαρ το αίμα εξεχέατε, και εν κόλποις Αβραάμ επαναπαύεσθε, και την Ηρώδου εις αιώνας, μισητήν κακίαν καταγγέλλετε, δυνάμει του τεχθέντος Χριστού.

Απολυτίκιον των αγίων Νηπίων.
Ηχος α΄ Τον τάφον σου Σωτήρ

Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και θεία απαρχή, και νεόθυτοι άρνες, Χριστώ τω ώσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, αγνά Νήπια, την του Ηρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα και δυσωπούντα απαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.


Άγιος Λουκάς ο Ιατρός – Μια ταινία εμπνευσμένη από την ζωή του

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Μια ταινία εμπνευσμένη από την ζωή του Αγίου Λουκά επισκόπου Συμφερουπόλεως από την Ουκρανία.
Πρόκειται για μία κινημοτογραφική βιογραφία του επισκόπου που έζησε μέσα σε ένα καθεστώς εχθρικό προς την ορθόδοξη πίστη και την ελευθερία και αντιστάθηκε απέναντι στο κομμουνιστικό κόμμα, τους καταδότες, την αστυνομία, ακόμα και τον ίδιο τον Στάλιν με αποτέλεσμα την δίωξη, φυλάκιση και εξορία του.

http://www.intelligence.tuc.gr/~lagoudakis/SHARE/VIDEO/AgiosLoukas.mp4?_=1

 


Papa Panov’s Special Christmas, Leo Tolstoy

Papa Panov’s Special Christmas
by Leo Tolstoy

Προσκυνηση τριων μαγων_Поклонение волхвов Три царя _Adoration of the Three Magi_0_80778_3378e9f9_XLIt was Christmas Eve and although it was still afternoon, lights had begun to appear in the shops and houses of the little Russian village, for the short winter day was nearly over. Excited children scurried indoors and now only muffled sounds of chatter and laughter escaped from closed shutters.

Old Papa Panov, the village shoemaker, stepped outside his shop to take one last look around. The sounds of happiness, the bright lights and the faint but delicious smells of Christmas cooking reminded him of past Christmas times when his wife had still been alive and his own children little. Now they had gone. His usually cheerful face, with the little laughter wrinkles behind the round steel spectacles, looked sad now. But he went back indoors with a firm step, put up the shutters and set a pot of coffee to heat on the charcoal stove. Then, with a sigh, he settled in his big armchair.

Papa Panov did not often read, but tonight he pulled down the big old family Bible and, slowly tracing the lines with one forefinger, he read again the Christmas story. He read how Mary and Joseph, tired by their journey to Bethlehem, found no room for them at the inn, so that Mary’s little baby was born in the cowshed.

“Oh, dear, oh, dear!” exclaimed Papa Panov, “if only they had come here! I would have given them my bed and I could have covered the baby with my patchwork quilt to keep him warm.”

He read on about the wise men who had come to see the baby Jesus, bringing him splendid gifts. Papa Panov’s face fell. “I have no gift that I could give him,” he thought sadly.

Then his face brightened. He put down the Bible, got up and stretched his long arms t the shelf high up in his little room. He took down a small, dusty box and opened it. Inside was a perfect pair of tiny leather shoes. Papa Panov smiled with satisfaction. Yes, they were as good as he had remembered- the best shoes he had ever made. “I should give him those,” he decided, as he gently put them away and sat down again.

He was feeling tired now, and the further he read the sleeper he became. The print began to dance before his eyes so that he closed them, just for a minute. In no time at all Papa Panov was fast asleep.

And as he slept he dreamed. He dreamed that someone was in his room and he know at once, as one does in dreams, who the person was. It was Jesus. “You have been wishing that you could see me, Papa Panov.” he said kindly, “then look for me tomorrow. It will be Christmas Day and I will visit you. But look carefully, for I shall not tell you who I am.”

When at last Papa Panov awoke, the bells were ringing out and a thin light was filtering through the shutters. “Bless my soul!” said Papa Panov. “It’s Christmas Day!”

He stood up and stretched himself for he was rather stiff. Then his face filled with happiness as he remembered his dream. This would be a very special Christmas after all, for Jesus was coming to visit him. How would he look? Would he be a little baby, as at that first Christmas? Would he be a grown man, a carpenter- or the great King that he is, God’s Son? He must watch carefully the whole day through so that he recognized him however he came.

Papa Panov put on a special pot of coffee for his Christmas breakfast, took down the shutters and looked out of the window. The street was deserted, no one was stirring yet. No one except the road sweeper. He looked as miserable and dirty as ever, and well he might! Whoever wanted to work on Christmas Day – and in the raw cold and bitter freezing mist of such a morning?

Papa Panov opened the shop door, letting in a thin stream of cold air. “Come in!” he shouted across the street cheerily. “Come in and have some hot coffee to keep out the cold!”

The sweeper looked up, scarcely able to believe his ears. He was only too glad to put down his broom and come into the warm room. His old clothes steamed gently in the heat of the stove and he clasped both red hands round the comforting warm mug as he drank.

Papa Panov watched him with satisfaction, but every now and them his eyes strayed to the window. It would never do to miss his special visitor.

“Expecting someone?” the sweeper asked at last. So Papa Panov told him about his dream.

“Well, I hope he comes,” the sweeper said, “you’ve given me a bit of Christmas cheer I never expected to have. I’d say you deserve to have your dream come true.” And he actually smiled.

When he had gone, Papa Panov put on cabbage soup for his dinner, then went to the door again, scanning the street. He saw no one. But he was mistaken. Someone was coming.

The girl walked so slowly and quietly, hugging the walls of shops and houses, that it was a while before he noticed her. She looked very tired and she was carrying something. As she drew nearer he could see that it was a baby, wrapped in a thin shawl. There was such sadness in her face and in the pinched little face of the baby, that Papa Panov’s heart went out to them.

“Won’t you come in,” he called, stepping outside to meet them. “You both need a warm place by the fire and a rest.”

The young mother let him shepherd her indoors and to the comfort of the armchair. She gave a big sigh of relief.

“I’ll warm some milk for the baby,” Papa Panov said, “I’ve had children of my own- I can feed her for you.” He took the milk from the stove and carefully fed the baby from a spoon, warming her tiny feet by the stove at the same time.

“She needs shoes,” the cobbler said.

But the girl replied, “I can’t afford shoes, I’ve got no husband to bring home money. I’m on my way to the next village to get work.”

Sudden thought flashed through Papa Panov’s mind. He remembered the little shoes he had looked at last night. But he had been keeping those for Jesus. He looked again at the cold little feet and made up his mind.

“Try these on her,” he said, handing the baby and the shoes to the mother. The beautiful little shoes were a perfect fit. The girl smiled happily and the baby gurgled with pleasure.

“You have been so kind to us,” the girl said, when she got up with her baby to go. “May all your Christmas wishes come true!”

But Papa Panov was beginning to wonder if his very special Christmas wish would come true. Perhaps he had missed his visitor? He looked anxiously up and down the street. There were plenty of people about but they were all faces that he recognized. There were neighbors going to call on their families. They nodded and smiled and wished him Happy Christmas! Or beggars- and Papa Panov hurried indoors to fetch them hot soup and a generous hunk of bread, hurrying out again in case he missed the Important Stranger.

When Papa Panov next went to the door and strained his eyes, he could no longer make out the passers-by. most were home and indoors by now anyway. He walked slowly back into his room at last, put up the shutters, and sat down wearily in his armchair. So it had been just a dream after all. Jesus had not come.

Then all at once he knew that he was no longer alone in the room.

This was not dream for he was wide awake. At first he seemed to see before his eyes the long stream of people who had come to him that day. He saw again the old road sweeper, the young mother and her baby and the beggars he had fed. As they passed, each whispered, “Didn’t you see me, Papa Panov?”

“Who are you?” he called out, bewildered.

Then another voice answered him. It was the voice from his dream- the voice of Jesus.

“I was hungry and you fed me,” he said. “I was naked and you clothed me. I was cold and you warmed me. I came to you today in everyone of those you helped and welcomed.”

Then all was quiet and still. Only the sound of the big clock ticking. A great peace and happiness seemed to fill the room, overflowing Papa Panov’s heart until he wanted to burst out singing and laughing and dancing with joy.

“So he did come after all!” was all that he said.

***

The visit of Christ (part one)

The visit of Christ (part two)

 


Το εξόριστο βρέφος δεν είναι ένας άνθρωπος που κινδυνεύει, αλλά ο Θεός που σώζει. Είναι ο ρυθμιστής της ζωής του κόσμου και της δικής μας. Στα χέρια του είναι η ζωή μας,

Η φυγή στην Αίγυπτο_Бегство в Египет _Flight into Egypt392006_242059465862606_100001756631917_560264_1186881579_n[3]Το εξόριστο βρέφος

Στις 26 Δεκεμβρίου εορτάζεται η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου (τιμούμε δηλ. το πρόσωπό της καθώς συνέβαλε στο Μυστήριο της Θείας Οικονομίας) και η Φυγή στην Αίγυπτο.

Αναχωρησάντων δε αυτών ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσήφ λέγων. εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φευγε εις Αίγυπτον και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι. μέλλει γαρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό.14 Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτός και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον,15 και ην εκεί έως της τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου διά του προφήτου λέγοντος. εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. (Ματθαίον Β’ 13-18 )

Ερμηνεία: Όταν λοιπόν αυτοί αναχώρησαν, ιδού, άγγελος ΚΥΡΙΟΥ φάνηκε κατά το όνειρο στον Ιωσήφ, λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και φεύγε για την Αίγυπτο• και να είσαι εκεί ωσότου σου πω. Γιατί μέλλει ο Ηρώδης να ζητά το παιδί, για να το σκοτώσει». Εκείνος αφού σηκώθηκε, παράλαβε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του και αναχώρησε για την Αίγυπτο. Και ήταν εκεί ως το θάνατο του Ηρώδη – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον ΚΥΡΙΟ μέσω του προφήτη, όταν έλεγε: Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου.

Πολλές φορές οι άνθρωποι, που αγωνίζονται να τηρούν το θέλημα του Θεού, απορούν γιατί συναντούν όλο «αναποδιές» και «ατυχίες». Και μάλιστα τη στιγμή, που οι θρησκευτικά αδιάφοροι δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα και καμιά δοκιμασία.

Η φυγή στην Αίγυπτο_Бегство в Египет _Flight into EgyptΦυγὴ Στὴν Αἴγυπτο. 2jpgΟ Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη φυγή του Νεογέννητου Χριστού στην Αίγυπτο, απαντάει με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές:

Από την αρχή, λέγει, του πνευματικού αγώνα πρέπει να περιμένουμε πειρασμούς και δοκιμασίες.

Βλέπεις, ότι αυτό γίνεται και στον Χριστό, ενώ ακόμη είναι στα σπάργανα; Μόλις γεννήθηκε, ξεσηκώθηκε εναντίον του ο Ηρώδης. Ακολουθεί η φυγή στην Αίγυπτο. Εξορία σε χώρα βαρβαρική.

Ακούγοντας τα αυτά, πρόσεξε. Μην ταραχθείς, όταν σε βρίσκουν αθεράπευτες συμφορές και αμέτρητοι κίνδυνοι! Και κυρίως πρόσεξε. Μην ειπείς: «Γιατί μου συμβαίνουν αυτά; Εγώ, αφού τηρώ τις εντολές του Θεού, έπρεπε να στεφανωθώ και να ανακηρυχθώ νικητής! Να αποκτήσω όνομα και δόξα!»

Μη σκέφτεσαι έτσι. Αντίθετα να τα δέχεσαι όλα με γενναιότητα. Πνευματική ζωή χωρίς πειρασμούς δεν γίνεται.

Να έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Τέτοια εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού είχε και ο Δίκαιος Ιωσήφ. Του εμφανίζεται ο Άγγελος και του λέγει: «Πάρε το Παιδί και τη Μητέρα Του και πηγαίνετε στην Αίγυπτο.»

Δεν σκανδαλίσθηκε· όταν άκουσε αυτά ο Ιωσήφ. Ούτε είπε στον Άγγελο: «Τι μπερδεμένα πράγματα μου λες; Εσύ δεν μου έλεγες προηγουμένως, ότι Αυτός θα σώσει τον λαό Του; Τώρα λοιπόν, ούτε τον Εαυτό Του δεν μπορεί να σώσει;! Άλλα μου υποσχέθηκες και άλλα γίνονται στην πραγματικότητα;»

Δεν μίλησε έτσι ο Ιωσήφ. Τίποτε από αυτά δεν είπε. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ούτε για τον χρόνο επιστροφής από την Αίγυπτο δεν δείχνει περιέργεια τη στιγμή μάλιστα που ο Άγγελος μίλησε πολύ αόριστα για επιστροφή.

Πιστεύει, υπακούει και υπομένει με χαρά όλους τους πειρασμούς.

***

Να, λοιπόν! Ο αληθινός μαθητής του Χριστού δεν ξαφνιάζεται, όταν τον βρίσκουν θλίψεις και δοκιμασίες. Αλλά παίρνει θάρρος· γιατί ενθυμείται, ότι Αυτός που για μας έγινε Νήπιο, από την πρώτη στιγμή της επιγείου ζωής Του αντιμετώπισε διωγμούς και ταλαιπωρίες.

Πηγή: περιοδικό Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου Λάρνακος, Δεκέμβριος 2011.

Ο Θεός σώζει

Όταν αναχώρησαν οι Μάγοι, λέει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος (Ματθ. β΄ 1-23), άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον Ιωσήφ, σε όνειρο, και του είπε: Σήκω και πάρε το Βρέφος και την Παναγία Μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο. Μείνε εκεί μέχρι να σου πω…(Ωσ. Ια’ 1).

Η φυγή στην Αίγυπτο_Бегство в Египет _Flight into Egypt703620Τι έχει να πει σε μας αυτό το γεγονός; Ότι η εξέλιξη των πραγμάτων στην πορεία της ζωής μας βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και ότι ακόμη κι αν όλη η μανία των οργάνων του σκότους πέσει επάνω μας, δεν μπορεί να καταφέρει εναντίον μας απολύτως τίποτε. Διότι μας προστατεύει ο Κύριος, εφόσον κι εμείς βρισκόμαστε κοντά Του. Ενδιαφέρεται κάθε στιγμή για μας. Δεν αδιαφορεί, όταν βρισκόμαστε σε δυσκολίες και κινδύνους. Είναι κοντά μας στις αγωνίες και στις δυσκολίες μας, μας δίνει θάρρος και δύναμη. Και στην κατάλληλη στιγμή επεμβαίνει και μας λυτρώνει από πειρασμούς και από πολλούς κινδύνους σωματικούς και ψυχικούς. Στις δύσκολες λοιπόν στιγμές που θα συναντήσουμε στη ζωή μας να μην ξεχάσουμε ποτέ πως έχουμε βοηθό τον παντοδύναμο Θεό.

Όταν λοιπόν πέθανε ο Ηρώδης, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο και του είπε: Σήκω και πάρε το Παιδί και τη Μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα του Ισραήλ. Διότι έχουν πεθάνει πλέον εκείνοι που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού. Και ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το Παιδί και τη Μητέρα του και ήλθε στην Παλαιστίνη.

Κι αφού ήλθε εκεί, κατοίκησε στην πόλη που λεγόταν Ναζαρέτ. Για να πραγματοποιηθεί εκείνο που ειπώθηκε από τους Προφήτες, ότι ο Ιησούς θα ονομασθεί περιφρονητικά από τους εχθρούς του Ναζωραίος.
Ο Ναζωραίος λοιπόν νίκησε, και ο διώκτης του Ηρώδης πέθανε. Και πώς πέθανε; Με θάνατο φρικτό, όπως περιγράφει η ιστορία. Πεθαίνουν λοιπόν κάποτε οι διώκτες. Ο θάνατος δίνει τέλος στην κακία τους. Οι διωγμοί τελειώνουν. Όσο σκληροί κι αν είναι. Μέσα στην εκκλησιαστική ιστορία αναφέρονται τόσοι και τόσοι διωγμοί. Διωγμοί ύπουλοι και φοβεροί, άμεσοι και έμμεσοι, με νόμους και διατάγματα, με μαρτύρια και με θανατώσεις, με εξευτελισμούς και περιθωριοποιήσεις. Και οι διώκτες και οι διωγμοί μένουν στην ιστορία ως αποτρόπαιες σελίδες του δαιμονικού κόσμου των εχθρών του Χριστού.

Αυτός όμως που μένει νικητής και θριαμβευτής της ιστορίας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ο Ναζωραίος. Αυτός εξέρχεται Νικητής. Θριαμβευτής. Διότι δεν είναι ένας άνθρωπος που κινδυνεύει, αλλά ο Θεός που σώζει. Είναι ο ρυθμιστής της ζωής του κόσμου και της δικής μας. Στα χέρια του είναι η ζωή μας, η ζωή των λαών και των κρατών. Στα χέρια του βρίσκεται η Εκκλησία του και ο λαός του. Αυτός ανατρέπει τυράννους και καθεστώτα. Αυτός συντρίβει κάθε υπερφίαλο διώκτη που νομίζει ότι μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο σχέδιό του. Μη φοβόμαστε λοιπόν σε κάθε εποχή, σε κάθε διωγμό άμεσο ή έμμεσο, φανερό ή κρυφό, κατά μέτωπον ή ύπουλο. Ας μένουμε πάντοτε με τον νικητή, με τον θριαμβευτή Ναζωραίο Κύριο. Η νίκη είναι πάντα δική του.
Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1991Η φυγή στην Αίγυπτο_Бегство в Египет _Flight into Egypt70360

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός στη φάτνη της Βηθλεέμ,ο Ηρώδης,ο βασιλιάς της Ιουδαίας με τη σκληρή καρδιά,έδωσε διαταγή να σκοτώσουν όλα τα αγοράκια,όσα είχαν ηλικία από μιας ημέρας έως δύο χρονών!Είχε πληροφορηθεί ότι γεννήθηκε ο βασιλιάς των Ιουδαίων και φοβήθηκε πως θα του πάρει το θρόνο!Επειδή όμως δεν ήξερε ποιο ήταν αυτό το μωρό και πού ακριβώς είχε γεννηθεί, αποφάσισε να σκοτώσει όλα τα βρέφη που ήταν στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω!
Όλες οι δυνάμεις του κακού έπεσαν εναντίον του Κυρίου και δεν κατόρθωσαν τίποτε. Διότι στην κρίσιμη ώρα μίλησε ο ουρανός, ο Θεός ειδοποίησε τη νύχτα μ΄έναν άγγελο τον Ιωσήφ να φύγουν αμέσως για την Αίγυπτο για να σωθεί ο Χριστός. Ανέβηκε σ΄ενα γαϊδουράκι η Μαρία,κρατώντας το θείο βρέφος στην αγκαλιά της και ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα για την Αίγυπτο.
Ξημέρωσε η άλλη μέρα και βρέθηκαν να προχωρούν σε μια μεγάλη έρημο.Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά στον ουρανό,άρχισε να κάνει φοβερή ζέστη.

-Τι κρίμα!είπε σε μια στιγμή αναστενάζοντας η Μαρία.Δεν υπάρχει ούτε ένα δεντράκι σε αυτή την έρημο για να σταθούμε και να δροσιστούμε λιγάκι στον ίσκιο του!
Ξαφνικά,φύτρωσε μπροστά τους ένα δεντράκι με πολλά και πυκνά φύλλα.Η Άγια Οικογένεια σταμάτησε την πορεία της και για αρκετές ώρες ξεκουράστηκε στο δροσερό του ίσκιο.
Αυτό το δεντράκι ονομάστηκε αργότερα πασχαλιά και να γιατί:
Όταν σταύρωσαν οι Ιουδαίοι το Χριστό, κοντά στο Γολγοθά είχε φυτρώσει το ίδιο δεντράκι. Από τον καημό του βλέποντας τον Κύριο να σταυρώνεται,μαράθηκε. Όταν όμως τρεις μέρες αργότερα ο Ιησούς αναστήθηκε,η πασχαλιά ζωντάνεψε και γέμισε με τσαμπιά από όμορφα μοβ και μυρωδάτα λουλούδια,για να πάρει κι αυτή μέρος στη μεγάλη χαρά. Γι΄αυτό ονομάστηκε πασχαλιά. Πηγή:Βιβλίο <<Οι μύθοι των λουλουδιών>> 

Τέλος, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει και τα εξής για την Φυγή του Ιησού:
«Σημειούμεν δε ενταύθα τα χαριέστατα και αξιοσημείωτα ταύτα. Δηλαδή ότι ο Kύριος φεύγωντας εις την Aίγυπτον, όχι μόνον τα είδωλα εκείνης συνέτριψε, αλλά και τα φυτά έκαμε να τον προσκυνήσουν.

Γράφει γαρ ο Σωζόμενος εις το πέμπτον βιβλίον της Eκκλησιαστικής Iστορίας, εν κεφαλαίω εικοστώ, ότι ο Xριστός φεύγωντας εις την Aίγυπτον διά τον φόβον του Hρώδου, όταν έφθασεν εις την πόρταν Eρμουπόλεως της Θηβαΐδος, μία περσική μηλέα, ήτοι ροδακινέα, έκλινεν έως κάτω την κορυφήν της και επροσκύνησεν αυτόν. Eπειδή γαρ το φυτόν αυτό διά το μεγαλείον και κάλλος του επροσκυνείτο και ελατρεύετο από τους κατοίκους της πόλεως, διά τούτο ο εις το φυτόν αυτό κατοικών δαίμων, αισθανόμενος την παρουσίαν του Kυρίου, εφοβήθη και έφυγε. Φεύγοντος δε του δαίμονος, έμεινε το φυτόν αυτό ιατρείας πολλάς εργαζόμενον, εάν μόνον έγγιζεν εις τους ασθενείς, φύλλον, ή φλούδα, ή κομμάτι από αυτό. Kαι τούτου μάρτυρες είναι και Παλαιστινοί και Aιγύπτιοι. (από τον Συναξαριστή)


Love makes me God… St. Nikolai Velimirovich, Bishop of Ochrid

Γέννηση του Ιησού Χριστού_ Рождество Христово_ Nativity of Christ-icon5792

Prayers by the Lake
Poem XXXIV

St. Nikolai Velimirovich of Ochrid

Love makes me God, and You, O God, man.

Where there is one, there is no love. Where there are two united there is only a semblance of love. Where three are united, there is love. Your name is love because Your name is trinity in Unity.

If You were solitary, You would not be love but hatred.

If You were a duality, You would be an alternation of love and hatred. But You are a trinity, and therefore You are love, and in You there is neither darkness nor alternation.

Love knows neither time nor space. It is outside of time and outside of space. For love one day is like a thousand years and a thousand years like one day.

When I am united with You in love, neither heaven nor earth exists–only God exists. No “you” or “I” exists–only God exists.

Love has three hypostases: chastity, knowledge, and light. Without chastity love is not affection but selfishness and passion. Without knowledge love is not affection but selfishness and passion. Without knowledge love is not wisdom but foolishness. Without light love is not power but weakness. When passion, foolishness, and weakness combine, they become hell, which is what Satan likes to call “love.”

When my soul is a most pure virgin, and my conscience is keen-sighted wisdom, and my spirit is life-giving light, I am a love that coincides with Your love. Through love I see You in myself, and You see me in Yourself.

Through love I do not see myself but only You. Through love You do not see Yourself but only me.

Love sacrifices itself, and does not feel that the sacrifice is giving but rather receiving.

My worldly children: the word “love” is the deepest prayer of all.

“Does worldly love not exist?” my neighbors ask me. “To the same extent that a worldly God exists,” I answer. “Worldly love burns and burns out, Heavenly love burns without burn­ing out. Worldly love, like everything worldly, is only a dream and semblance of love. Your love resembles divine love the way smoke resembles flames.

“When you exchange a gold coin for copper pennies, you do not call the pennies a gold coin but copper pennies. Why then do you call divine love that has been broken and ground into ashes by time and space ‘love’ and not ‘ashes’?”

O Lord, make me worthy of the love, by which You live and give life.

Make me worthy of Your love, O Lord, and I shall be free of all laws.

Move Your love into me, and love will move me into You.

Prayers by the Lake, VIII (8), by St. Nikolai Velimirovic
Written at Lake Ohrid 1921-1922

.. Like the Old Testament Psalmist, our holy Vladika poured out his soul in his works and in prayer. This is especially evident in his “Prayers by the Lake,” “The Spiritual Lyre,” and “Prayerful Songs.” From his poetic inspiration and fervor arose prayers on the level of the Psalms, like the most beautiful flowers of paradise. Vladika Nikolai’s spirit of prayer was so powerful that it often threw him to his knees. He was often seen weeping. He was inflamed by divine eros.* His thirst for God was unquenchable; it could be satisfied only with complete union with God.

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Κανέο Οχρίδα--Church of St. John at Kaneo Lake Ohrid- Церковь Святого Иоанна Канео (Охрид)-St-John-Kaneo-5-1024x748

A view of Lake Ochrid (Ohrid), where St. Nikolai composed these prayers.
The 13th century monastery is dedicated to St. John the Theologian at Kaneo, Ohrid