iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Η αμαρτία της Θεοαποστασίας των ανθρώπων είναι η αιτία όλων των συμφορών. Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Από πού προέρχεται η σημερινή κρίση;
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς +1956)

Στον πάπα-Κάραν για την κρίση του κόσμου

Χριστός Άμπελος η αληθινή_Jesus Christ- the true Vine Icon_иисус Христос-истинная Виноградная Лоза_119782738_LADO_ABULADZE_HRISTOS_VINOGRADNAYA_LOZAΜε ρωτάς, άνθρωπε του Θεού, από που προέρχεται η σημερινή κρίση, και τι σημαίνει αυτή. Ποιος είμαι εγώ για να με ρωτάς για ένα τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, όταν έχεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όμως παρόλο που θεωρώ, ότι η σιωπή είναι τώρα καλύτερη από κάθε ομιλία, και όμως λόγω αγάπης προς εσένα, θα σου εκθέσω εκείνα που σκέπτομαι περί αυτού που ρώτησες.

Η κρίση είναι ελληνική λέξη, και σημαίνει δίκη. Στην Αγία Γραφή αυτή η λέξη χρησιμοποιείται πολλές φορές…

Έως τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιούσαν την λέξη «δίκη», αντί για τη λέξη «κρίση», όποτε και να τους έβρισκε κάποια συμφορά. Τώρα η καινούργια λέξη αντικατέστησε την παλιά, και το κατανοητό έγινε ακατανόητο. Όταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος ή έπεφτε επιδημία, όταν έρριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί και άλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δίκη!».

Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξηρασίες, κρίση μέσα από πλημμύρες, μέσα από πολέμους, μέσα από επιδημίες κ.λπ. Και τη σημερινή χρηματικοοικονομική δυσκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη, όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση. Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη «δίκη», ήταν γνωστή και η αιτία, λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία, ήταν γνωστός και ο Δικαστής, ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία, ήταν γνωστός και ο σκοπός τής επιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποιήθηκε η λέξη «κρίση», λέξη ακαταλαβίστικη σε όλους, κανείς δεν ξέρει πια να εξηγήσει ούτε για ποιο λόγο, ούτε από Ποιόν, ούτε ως προς τι. Μόνο σ’ αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρχονται από την ξηρασία ή την πλημμύρα ή τον πόλεμο ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς.

Με ρωτάς για την αιτία της τωρινής κρίσης, ή της τωρινής Θείας δίκης! Η αιτία είναι πάντα η ίδια. Η αιτία για τις ξηρασίες, τις πλημμύρες, τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων είναι η αιτία και για την τωρινή κρίση. Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό. Με την αμαρτία της Θεοαποστασίας οι άνθρωποι προκάλεσαν αυτή την κρίση, και ο Θεός την επέτρεψε, ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να τους κάνει ενσυνείδητους, πνευματικούς και να τους γυρίσει προς Εκείνον. Στις μοντέρνες αμαρτίες—μοντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρησιμοποίησε μοντέρνα μέσα ώστε να το συνειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημάτων. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλλαγές σ’ όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στο ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια της υλικής σιγουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προσκυνήσουμε τον ύψιστο Θεό, τον ζωντανό Θεό.

Μέχρι πότε θα διαρκέσει η κρίση; Όσο το πνεύμα των ανθρώπων παραμείνει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο. Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν, την ακαταλαβίστικη λέξη «κρίση», να τη μεταφράσουν στη γλώσσα τους, ώστε με αναστεναγμό και μετάνοια να φωνάξουν: «η Θεία δίκη»!

Πες και εσύ, τίμιε πατέρα, η Θεία δίκη, αντί η κρίση, και όλα θα σου γίνουν ξεκάθαρα.

Χαιρετισμούς και ειρήνη

(Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…», Ιεραποστολικές επιστολές Α’, εκδ. «Εν πλω», Αθήνα 2008, σσ. 33-36. Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι: «Στον παπα-Κάραν για την κρίση τού κόσμου»)


Remember us, O Lord, when Thou comest into Thy Kingdom… Metropolitan Anthony of Sourozh

Metropolitan Anthony of Sourozh
“Remember us, O Lord, when Thou comest into Thy Kingdom”
Don’t Fear Difficult Things. Christ Walking on the Water
9th August, 1987

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ-Walking-on-Water-008590WEB__18170.1500402673.500.659The more deeply we live in the Holy Liturgy or according to circumstances that make us more perceptive of its words, the more widely it unfolds before us, acquiring a greater depth revealing to us things both human and divine.

How often have we heard at the beginning of the Beatitudes the words “Remember us, O Lord, when Thou comest into Thy Kingdom!” — in the glory of Thy Kingship ... And these words sound so natural and simple. And yet, if we imagine for one moment that when the Lord Jesus Christ comes in glory, having conquered for us and for God, overcome all evil, and made this world into His Kingdom of love, of holiness, of perfect beauty — that one of us could be forgotten: what would happen to us? Forgotten of God … It is only because we are remembered that we exist, that we live! It is only because He remembers us even when w e forget ourselves and one another that we continue to be sustained by the power of life which is His, by His blessing, by His sacrificial love … How wonderful it is to think that we are secure in God’s all-remembrance, even when people forget us! And it happens, it happens: I remember a dark day when I was with a family, and the door opened, and a man who had been five years in the war and was thought to be dead, walked in; his wife looked at him and said “You are alive? We thought you were dead!” … And these words meant, “we counted on your death, because once you were dead, life had begun anew, in a new manner; I had met other people, I had married another man; you have come — and you should not have come, you should have remained dead” …

Can you imagine what this man felt? And can you imagine what would happen to anyone of us, however sinful, if, standing before God we saw that He did not remember our name, our face, our existence … And how wonderfully inspiring it is to think that even if the whole world should forget us — there is One Who will never, never forget: it is the Lord Jesus Christ, it is God One in the Trinity, God Who is Love

Think of what happened in today’s Gospel (Matthew 14:22-34): Peter, together with the other disciples, saw Christ as a phantom, as a ghost walking on the waters, he was filled with terror: a ghost! And they all cried out in fear. And Christ said “Fear not! It is I!” … They were tossed by the sea, as we are tossed by the circumstances of our life, by the storms that arise within us. But when they heard the voice of Christ, Peter said, “Let me come unto Thee, walking on the waters.” He knew it was impossible, humanly speaking, but it was possible because all things are possible to God and in God … And Christ said “Come!” … And Peter left the frail security of the skiff in which he was with the other disciples, and began to walk; and suddenly he looked at the sea instead of looking at Christ, he looked at the storm instead of looking at Him Who is the Lord of the storm, as He is the Prince of Peace. And because he remembered himself and the storm, he began to drown; and that very moment when he had lost sight of God, he cried “Help!”, and Christ took him by the hand and brought him to shore.

Here again we see that even at moments when we are carried away by our fears, by our doubts, carried away by the storm that rages within or around us, there is One Who remembers in love, in compassion, in an understanding that goes beyond our own understanding. Because He has plumbed all the depths of human frailty and has carried all the weight of human sin, He can say “Fear not!” — and take us by the hand and save us.

Let us think for a moment of what that means: to be remembered, and what it means to all of us, each of us that there should be people who remember us, for whom we exist, for whom we matter. A French writer has said: To say to a person “I love you” is tantamount to saying “you shall never die”. Because it is a supreme affirmation of this person, a person who is thus affirmed, cannot fall out of eternity, of God’s eternity, because all love is of God. How wonderful that salvation is offered and given, how wonderful that we may be partakers of this gift, granting it to others by our love and by our eternal remembrance. Amen.

http://www.mitras.ru/eng/eng_79.htmhttp://www.mitras.ru/eng/eng_128.htm

***

The Gospel according to Matthew 14:22-34

At that time, Jesus made the disciples get into the boat and go before him to the other side, while he dismissed the crowds. And after he had dismissed the crowds, he went up into the hills by himself to pray. When evening came, he was there alone, but the boat by this time was many furlongs distant from the land, beaten by the waves; for the wind was against them. And in the fourth watch of the night he came to them, walking on the sea. But when the disciples saw him walking on the sea, they were terrified, saying, “It is a ghost!” And they cried out for fear. But immediately he spoke to them, saying “Take heart, it is I; have no fear.”
And Peter answered him, “Lord, if it is you, bid me come to you on the water.” He said, “Come.” So Peter got out of the boat and walked on the water and came to Jesus; but when he saw the wind, he was afraid, and beginning to sink he cried out, “Lord, save me.” Jesus immediately reached out his hand and caught him, saying to him, “O man of little faith, why did you doubt?” And when they entered the boat, the wind ceased. And those in the boat worshipped him, saying, “Truly you are the Son of God.” And when they had crossed over, they came to land at Gennesaret.


Το να πεις σ’ έναν άνθρωπο «Σ’ αγαπώ..» ισοδυναμεί με το να πεις «δεν θα πεθάνεις ποτέ…». Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh)

Κυριακή Θ΄Ματθαίου 

Μνήσθητι ημών, Κύριε (Ματθ. 14, 22-34)
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh)
9, Αυγούστου, 1987

«Μνήσθητι ημών, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου»

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ιησούς Χριστός_ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ_Jesus-Christ_Walking-on-Water- Господне Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon008590WEΌσο πιο βαθιά βιώνουμε την πνευματική ζωή στην Θ. Λειτουργία η βάσει των καταστάσεων που μας κάνουν ν’ αντιλαμβανόμαστε σαφέστερα τα κείμενα, τόσο πιο πλατιά ξεδιπλώνεται μπρός μας, αποκαλύπτοντας το μεγαλύτερο βάθος που αποκτούν πράγματα ανθρώπινα και θεϊκά.

Πόσο συχνά έχουμε ακούσει στην αρχή των Μακαρισμών τις λέξεις: «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου..»- στην δόξα της Βασιλείας Σου…
Κι αυτές οι λέξεις ακούγονται τόσο φυσικές κι απλές. Κι ακόμα, αν φαντασθούμε για ένα λεπτό, ότι, όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έλθει εν δόξη, έχοντας νικήσει εν ονόματι ημών και του Θεού, υπερισχύοντας του κακού, και έχοντας κάνει αυτόν τον κόσμο σε Βασιλεία της αγάπης, της αγιότητας, της απόλυτης ομορφιάς, ας φαντασθούμε ότι κάποιος από μας θα μπορούσε να λησμονηθεί: τι θα συνέβαινε σε μας; Λησμονημένοι απ’ τον Θεό……Κι αυτό συμβαίνει γιατί αναθυμόμαστε ότι υπάρχουμε, ότι ζούμε.! Συμβαίνει μόνο γιατί μας θυμάται Εκείνος ακόμα κι αν εμείς λησμονούμε τους εαυτούς μας και ο ένας τον άλλο, συνεχίζουμε να υπάρχουμε χάρη στην δύναμη της ζωής που είναι δική Του, χάρη στην ευλογία Του, χάρη στην όλο θυσία Αγάπη Του.

Πόσο όμορφο είναι να σκεφτόμαστε ότι είμαστε ασφαλισμένοι στην μνήμη Θεού που περικλείει όλους, ακόμα κι αν οι άνθρωποι μας ξεχνούν! Και αυτό συνέβη, συνέβη: Θυμάμαι μια σκοτεινή μέρα που ήμουν με μία οικογένεια, κι άνοιξε η πόρτα, κι ένας άνδρας που ήταν 5 χρόνια στον πόλεμο και θεωρείτο νεκρός, μπήκε• η γυναίκα του τον κοίταξε και του είπε: «Ζείς; Σε είχαμε για νεκρό…!». Κι αυτές οι λέξεις σήμαιναν «υπολογίζαμε στον θάνατό σου, γιατί αν ήσουν νεκρός η ζωή θα ξαναρχίσει, μ’ ένα νέο τρόπο• θα συναντούσα νέα άτομα, θα παντρευόμουν έναν άλλο άνδρα• ήλθες -θα μπορούσες να μην έρθεις, θα μπορούσες να ’χες παραμείνει νεκρός…»

Πως φαντάζεσθε ότι θα ένιωσε αυτός ο άνδρας; Και μπορείτε να φανταστείτε τι θα συμβεί στον καθένα μας, όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, αν καθώς στεκόμαστε μπροστά Του δούμε ότι δεν θυμάται ούτε το όνομα, ούτε την όψη, ούτε την ύπαρξή μας… Και πόσο όμορφο αντίθετα είναι να συλλογιζόμαστε ότι ακόμα κι αν όλος ο κόσμος μας ξεχάσει – υπάρχει Ένας που ποτέ – ποτέ δεν θα μας ξεχάσει: είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Ένας της Τριάδος, ο Θεός που μας αγαπά….

Το γεγονός που συνέβη στην σημερινή ευαγγελική περικοπή (Ματθ. 14, 22-34): ο Πέτρος, μαζί με τους άλλους μαθητές, είδαν τον Κύριο σαν φάντασμα, σαν οπτασία να περπατά στα νερά, και γέμισαν με φόβο: ένα φάντασμα! Κι όλοι φώναξαν με φόβο. Κι ο Κύριος: «Μη φοβείσθε, Εγώ ειμί…». Τους χτυπούσαν τα κύματα, όπως μας χτυπούν οι περιστάσεις της ζωής, από τις καταιγίδες που ξεσηκώνονται μέσα μας. Αλλά όταν άκουσαν την φωνή του Χριστού, ο Πέτρος είπε: «Κύριε άφησέ με να ’ρθω προς τα σένα, περπατώντας στα νερά…» Ήξερε ότι ήταν ανθρωπίνως αδύνατο, αλλά ήταν δυνατόν γιατί όλα είναι δυνατά στον Θεό, και με τον Θεό…. Κι ο Χριστός είπε: «έλα…» Κι ο Πέτρος άφησε την ελάχιστη ασφάλεια του σκάφους πάνω στο οποίο βρισκόταν με τους άλλους μαθητές, κι άρχισε να βαδίζει• και ξαφνικά κοίταξε στα κύματα αντί να κοιτάξει προς τον Χριστό, κοίταξε την καταιγίδα αντί να κοιτάξει Εκείνον που είναι ο Κύριος της καταιγίδας, όπως είναι ο Κύριος της Ειρήνης. Κι επειδή θυμήθηκε τον εαυτό του και την καταιγίδα, άρχισε να βυθίζεται• κι όταν ακριβώς είχε χάσει απ’ τα μάτια του τον Κύριο, φώναξε: «βοήθει μοι..», κι ο Χριστός τον επίασε απ’ το χέρι και τον έφερε στην ακτή..

Εδώ βλέπουμε πάλι ότι όταν παρασυρόμαστε από τους φόβους μας, τις αμφιβολίες μας, παρασυρόμαστε από την καταιγίδα που μαίνεται μέσα η γύρω μας, είναι ο Ένας που μας θυμάται με αγάπη, με συμπόνια, με μια κατανόηση που φτάνει πέρα απ’ την δική μας κατανόηση. Γιατί Αυτός βυθίστηκε στα κατάβαθα της ανθρώπινης αδυναμίας κι έφερε όλο το βάρος της ανθρώπινης αμαρτίας, αυτός μπορεί να πεί: «μη φοβείσθε! ..» – και να μας πάρει απ’ το χέρι και να μας σώσει.

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή τι σημαίνει αυτό: να θυμόμαστε τι σημαίνει αυτό για όλους μας, τον καθένα μας ότι υπάρχουν άνθρωποι που μας θυμούνται, για τους οποίους υπάρχουμε, για τους οποίους έχουμε σημασία. Ένας Γάλλος συγγραφέας έλεγε: Το να πεις σ’ έναν άνθρωπο «Σ’ αγαπώ..» ισοδυναμεί με το να πεις «δεν θα πεθάνεις ποτέ…». Επειδή πρόκειται για μια έξοχη δήλωση προς ένα πρόσωπο, το πρόσωπο που με τον τρόπο αυτό προσφωνήθηκε, δεν μπορεί να εκπέσει απ’ την αιωνιότητα, την αιωνιότητα του Θεού, γιατί όλη η αγάπη ανήκει στον Θεό. Πόσο υπέροχο είναι αυτή η σωτηρία να προσφέρεται και να δίνεται, πόσο όμορφο να είμαστε μέτοχοι αυτής της δωρεάς, χαρίζοντάς την στους άλλους με την αγάπη μας και μιάν αιώνια ανάμνηση.
Αμήν.
Απόδοση Κειμένου: http://www.agiazoni.gr/article.php?id=41856645645865169757

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιδ. 22 – 34

Τω καιρώ εκείνω, ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους. Και απολύσας τους όχλους, ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δέ γενομένης, μόνος ήν εκεί. Το δέ πλοίον ήδη μέσον της θαλάσσης ήν, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων’ ήν γάρ εναντίος ο άνεμος. Τετάρτη δέ φυλακή της νυκτός, απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς, περιπατών επι της θαλάσσης. Και ιδόντες Αυτόν οι μαθηταί επι την θάλασσαν περιπατούντα, εταράχθησαν λέγοντες, ότι φάντασμά εστί και από του φόβου έκραξαν. Ευθέως δέ ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων: «θαρσείτε, εγώ ειμί, μή φοβείσθε.» Αποκριθείς δέ Αυτώ ο Πέτρος είπε: «Κύριε, ει σύ εί, κέλευσόν με προς σε ελθείν επι τα ύδατα.» Ο δέ είπεν: «ελθέ.» Και καταβάς από του πλοίου ο Πέτρος, περιεπάτησεν επι τα ύδατα, ελθείν προς τον Ιησούν. Βλέπων δέ τον άνεμον ισχυρόν, εφοβήθη και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: «Κύριε, σώσόν με.» Ευθέως δέ ο Ιησούς εκτείνας την χείρα, επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ: «ολιγόπιστε! Εις τί εδίστασας;» Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον, εκόπασεν ο άνεμος, οι δέ εν τω πλοίω ελθόντες, προσεκύνησαν Αυτώ λέγοντες: «αληθώς Θεού υιός εί.» Και διαπεράσαντες, ήλθον εις την γήν Γεννησαρέτ.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Τις ημέρες εκείνες, ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι, και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη. Αφού τους διέλυσε, ανέβηκε μόνος του στο βουνό να προσευχηθεί. Όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί. Στο μεταξύ το καΐκι βρισκόταν κιόλας στη μέση της λίμνης και το παίδευαν τα κύματα, γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος. Κατά τα ξημερώματα, ήρθε ο Ιησούς κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη. Οι μαθητές, όταν τον είδαν να περπατάει πάνω στη λίμνη, τρόμαξαν• έλεγαν πως είναι φάντασμα κι έβαλαν τις φωνές από το φόβο τους. Αμέσως όμως ο Ιησούς τους μίλησε και τους είπε: «Θάρρος! Εγώ είμαι• μη φοβάστε». Ο Πέτρος του αποκρίθηκε: «Κύριε, αν πράγματι είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έρθω κοντά σου, περπατώντας στα νερά». Κι εκείνος του είπε: «Έλα». Κατέβηκε τότε από το πλοίο ο Πέτρος κι άρχισε να περπατάει πάνω στα νερά για να πάει στον Ιησού. Βλέποντας όμως τον ισχυρό άνεμο φοβήθηκε, κι άρχισε να καταποντίζεται• έβαλε τότε τις φωνές: «Κύριε, σώσε με!». Αμέσως ο Ιησούς άπλωσε το χέρι, τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίεψε η αμφιβολία;». Και μόλις ανέβηκε στο καΐκι κόπασε ο άνεμος. Τότε όσοι ήταν στο καΐκι ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντας: «Αληθινά, είσαι ο Υιός του Θεού!». Αφού διασχίσανε τη λίμνη, ήρθαν στην περιοχή της Γεννησαρέτ.

 


If you have love for all the world, the whole world is beautiful. Mother Gabrielia

‘Judge not, and ye shall not be judged’ (Luke 6:37).

Mother Gabrielia said:

Γαβριηλία_Mother Gabrielia (Gavrielia) Papayannis_Геронтисса Гавриилия (Папаянни)-GabriiliaThe faculty of judgement (Krisis) comes naturally to man. Criticism (Katakrisis) and reproval spring from malice. Discernment (Diakrisis) is a gift from God and we should pray for it. It is essential to our protection and progress.

When you have thought of critcism . . . judging others, ask God to take hold of you at that hour so that you can love that person as He loves. Then God will help you see your condition. If Christ were visible, could you criticize?

If you do not like somebody, think that you see Christ in that person. Then, you would not even dare utter a word of criticism.

Our most vulnerable spot is found in many words and discussions.

You must not talk about persons who are absent.

We ourselves cannot get rid of any of our faults. He takes them away from us, one by one.

Few words, much love. To all. No matter who they are.

Love is a bomb the destroys all evil.

If you have love for all the world, the whole world is beautiful.

***

There is a story from The Prologue of Ohrid for March 30th that illustrates the beauty and ease with which someone may enter paradise. The monk’s name is not even remembered on earth, but he is known in heaven for this one virtue which he practiced his whole life. St. Nikolai writes:

This monk was lazy, careless, and lacking in his prayer life, but throughout all of his life he did not judge anyone. When dying, he was happy. When the brethren asked him how it was that with so many sins he could die joyfully, he replied, “I now see angels who are showing me a page containing my numerous sins. I said to them, ‘Our Lord said: Judge not, and ye shall not be judged (Luke 6:37).’ I have never judged anyone, and I hope in the mercy of God that He will not judge me.” And the angels tore up the paper. Upon hearing this, the monks were astonished and learned from it.

St John Climacus says: Slander is an offspring of hatred, a subtle yet coarse disease, a leech lurking unfelt, wasting and draining the blood of love. It is simulation of love, the patron of a heavy and unclean heart, the ruin of chastity.

I have heard people slandering, and I have rebuked them. And these doers of evil replied in self-defence that they were doing so out of love and care for the person whom they were slandering… But I will not hide this from you… Judas was in the company of Christ’s disciples, and the thief was in the company of murderers. Yet it is a wondrous thing, how in a single instant, they exchanged places.

I have known a man who sinned openly and repented secretly. I condemned him as a profligate, but he was chaste before God, having propitiated Him by a genuine conversion.

St. John continues: Listen to me, listen, all you malicious reckoners of other men’s accounts! If it is true (as it really is true) that ‘with what judgment ye judge, ye shall be judged’ (Matthew 7:2), then whatever sins we blame our neighbour for, whether bodily or spiritual, we shall fall into them ourselves. That is certain.

This brings to my mind what the psalmist writes: and let the trap, which he hath hidden, catch him, and into that same snare let him fall (Psalm 34:8, LXX).

St. John continues in Step Ten:

Hasty and severe judges of the sins of their neighbour fall into this passion because they have not yet attained to a thorough and constant remembrance and concern for their own sins. For if anyone could see his own vices accurately without the veil of self-love, he would worry about no one else in this life, considering that he would not have time enough for mourning for himself, even though he were to live a hundred years, and even though he were to see a whole River Jordan of tears streaming from his eyes. I have observed such mourning, and I did not find in it even a trace of calumny or criticism. …

This is one of the marks by which we can recognize spiteful and slanderous people: they are piteously plunged in the spirit of hatred; and with pleasure and without a qualm, they slander the teaching or affairs or achievements of their neighbour.

I have seen some committing the gravest sins in secret and without exposure; and in their supposed purity, they have harshly inveighed against persons who have had a petty fall in public.

To judge others is a shameless arrogation of the Divine prerogative; to condemn is the ruin of one’s soul.

Even without any other passion, self-esteem can ruin a man; and in the same way, if we have formed the habit of judging, we can be utterly ruined by this alone; for indeed, the Pharisee was condemned for this very thing.

A good grape-picker, who eats the ripe grapes, will not start gathering unripe ones. A charitable and sensible mind takes careful note of whatever virtues it sees in anyone. But a fool looks for faults and defects. And of such it is said: ‘They have searched after iniquity, and in searching they are grown weary of searching’ (Psalm 63:7, LXX).

Do not condemn, even if you see with your eyes, for they are often deceived.

– Saint John Climacus, The Ladder of Divine Ascent, trans. Archimandrite Lazarus Moore, Revised ed. (Boston, Massachusetts: Holy Transfiguration Monastery, 2001),

“Yea, O Lord King, grant me to seemyfailings, and not condemn my brother, for blessed art Thou unto the ages of ages. Amen.”


Ο Θεός ξέρει πώς δουλεύει. Καλύτερα να αφήνουμε να μιλήση ο Θεός. Για να γίνεται το καλό με καλό τρόπο και να ωφελή. Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Παΐσιος o Αγιορείτης _Saint Paisios of Mount Athos_Паи́сий Святого́рец_UntitledΡήματα ζωής αιωνίου
Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

Εάν θέλης να βοηθήσης την Εκκλησία, είναι καλύτερα να κοιτάξης να διορθώσης τον εαυτό σου, παρά να κοιτάς να διορθώσης τους άλλους. Αν διορθώσης τον εαυτό σου, αμέσως διορθώνεται ένα κομματάκι της Εκκλησίας. Εάν φυσικά αυτό το έκαναν όλοι, η Εκκλησία θα ήταν διορθωμένη. Αλλά σήμερα οι άνθρωποι ασχολούνται με όλα τα άλλα θέματα εκτός από τον εαυτό τους. Γιατί το να ασχολήσαι με τον εαυτό σου έχει κόπο, ενώ το να ασχολήσαι με τους άλλους είναι εύκολο.

Εάν ασχοληθούμε με την διόρθωση του εαυτού μας και στραφούμε πιο πολύ στην «εσωτερική» δράση παρά στην εξωτερική, δίνοντας τα πρωτεία στην θεία βοήθεια, θα βοηθήσουμε τους άλλους περισσότερο και θετικώτερα. Επιπλέον θα έχουμε και την εσωτερική μας γαλήνη, η οποία θα βοηθάη αθόρυβα τις ψυχές που θα συναντάμε, γιατί η εσωτερική πνευματική κατάσταση προδίδει την αρετή της ψυχής και αλλοιώνει ψυχές. Όταν επιδίδεται κανείς στην εξωτερική δράση, πριν φθάση στην λαμπικαρισμένη εσωτερική πνευματική κατάσταση, μπορεί να κάνη κάποιον πνευματικό αγώνα, αλλά έχει στενοχώρια, άγχος, έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό, και συχνά χάνει την ηρεμία του. Όταν ελευθερωθή από τον παλαιό του άνθρωπο και από καθετί κοσμικό, έχει πλέον την θεία Χάρη, οπότε και ο ίδιος αναπαύεται, αλλά και κάθε είδους άνθρωπο αναπαύει. Αν όμως δεν έχη Χάρη Θεού, δεν μπορεί ούτε στον εαυτό του να επιβληθή ούτε τους άλλους να βοηθήση, για να φέρη θείο αποτέλεσμα. Πρέπει να βουτηχθή στην Χάρη και ύστερα να χρησιμοποιηθούν οι αγιασμένες πλέον δυνάμεις του για την σωτηρία των άλλων.

***

Το καλό να γίνεται με καλό τρόπο

Παΐσιος o Αγιορείτης _Saint Paisios of Mount Athos_Паи́сий Святого́рец_vp64AEHF2e1ea110af3e953e60464 – Γέροντα, πώς σκέφτεσθε, όταν έχετε να αντιμετωπίσετε ένα πρόβλημα;

 – Σκέφτομαι τί γίνεται, τί δεν γίνεται ανθρωπίνως. Το εξετάζω από όλες τις πλευρές. «Θα κάνω αυτό· τί αντίκτυπο θα έχη εκεί, εκεί;… Τί κακό μπορεί να κάνη ή σε τί μπορεί να ωφελήση;». Εγώ πάντα ένα πρόβλημα προσπαθώ να το δώ από πολλές πλευρές, ώστε η λύση που θα δώσω να είναι, όσο γίνεται, πιο σωστή. Γιατί μπορεί να γίνουν πολλά λάθη, αν δεν προσέξη κανείς. Αν καταλάβη εκ των υστέρων τί έπρεπε να κάνη, δεν ωφελεί, γιατί πάει, πέταξε, όπως λένε, το πουλί! Ας πούμε, δεν πρόσεξε κάποιος και έκαψε ένα σπίτι. Καλά, εντάξει, δεν τον κρεμάει κανείς, αλλά το κακό έγινε.

Κάπου είχαν ένα πρόβλημα. Ήρθε ο υπεύθυνος και μου λέει: «Ε, τώρα τακτοποιήθηκε το θέμα. Πήγα, βρήκα τον τάδε, τον τάδε, τους είπα αυτό και αυτό και τακτοποιήθηκε η υπόθεση!». «Τώρα άρχισε το πρόβλημα, του λέω. Εκείνο που υπήρχε, δεν ήταν πρόβλημα. Τώρα άναψε η φωτιά. Πρώτα δυο καρβουνάκια ήταν, και αυτά θα έσβηναν μόνα τους». Αυτός νόμιζε ότι με τις ενέργειές του είχε τακτοποιήσει την υπόθεση και ήθελε να τον επαινέσουμε κιόλας. Ενώ, με αυτό που έκανε, δημιούργησε μεγάλη φασαρία και μεγάλωσε το πρόβλημα.

Χρειάζεται πολλή προσοχή, σύνεση και διάκριση, για να γίνεται το καλό με καλό τρόπο και να ωφελή, γιατί αλλιώς, αντί να ωφελή, δαιμονίζει τον άλλον. Ύστερα, κάτι που σκέφτεται κανείς να κάνη, καλύτερα να το αφήνη να ωριμάση· γιατί, αν το αγουροκόψη, αποφασίση δηλαδή βεβιασμένα, ίσως να έχη προβλήματα αργότερα και να βασανίζεται. Τα σοβαρά πράγματα, όταν καθυστερούν λίγο, προχωρούν μετά γρήγορα και σωστά. Μπορεί κάποιος να έχη εξυπνάδα, αλλά να έχη και κενοδοξία και εγωισμό, και να προπορεύωνται αυτά στις ενέργειές του και να μην προσέχη. Ένα σκυλί π.χ. στο κυνήγι, όταν προχωράη προσεκτικά, και από ράτσα να μην είναι, βρίσκει τα ίχνη του λαγού. Ενώ άλλο που είναι από πολύ καλή ράτσα και έχει όλα τα προσόντα, όταν βιάζεται, τρέχει δεξιά και αριστερά χωρίς αποτέλεσμα. Ενέργεια πριν από σκέψη έχει υπερηφάνεια. Γι’ αυτό να μη βιάζεται κανείς να ενεργήση, αλλά να σκέφτεται και να προσεύχεται προηγουμένως. Όταν προπορεύεται η προσευχή, δεν ενεργεί ο αφρός του μυαλού, η ελαφρότητα, αλλά το αγιασμένο μυαλό.

Οι πνευματικοί άνθρωποι μερικές φορές κάνουμε σαν να μην υπάρχη Θεός· δεν αφήνουμε τον Θεό να ενεργήση. Ο Θεός ξέρει πώς δουλεύει. Ενώ υπάρχουν δηλαδή πνευματικά μέσα, για να τακτοποιούνται οι δύσκολες καταστάσεις με πνευματικό τρόπο, εμείς πάμε να ενεργήσουμε κοσμικά. Όταν ήμουν στο Σινά, ένας Χότζας πήγαινε κάθε Παρασκευή μέσα στο μοναστήρι, ανέβαινε στον μιναρέ ενός τζαμιού που ήταν εκεί και φώναζε! Και είχε μια φωνή!… μέχρι επάνω στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης ακουγόταν. Ύστερα το μοναστήρι βρήκε σαν λύση να κλείνουν την πόρτα την Παρασκευή που πήγαινε ο Χότζας, για να μην μπαίνη μέσα – εγώ δεν το ήξερα. Μια μέρα που κατέβηκα κάτω, βλέπω τον Χότζα οργισμένο. «Τώρα θα τους δείξω εγώ, μου λέει, που μου ᾿κλεισαν την πόρτα, για να μην μπαίνω μέσα…». «Την έκλεισαν, του λέω, για να μην μπούν οι γκαμήλες. Δεν πιστεύω ότι την έκλεισαν, για να μην μπής εσύ!». Μετά είπα κάτι γι’ αυτό στους Πατέρες. Λέει ένας γραμματεύς: «Θα του δείξω εγώ του Χότζα! Θα του βάλω μια φλούδα. Θα γράψω στην Κυβέρνηση ότι ο Χότζας μας πιέζει». «Κοίταξε, του λέω, η Ορθοδοξία δεν είναι φλούδα. Να κάνουμε μια αγρυπνία, να ψάλουμε την Ακολουθία των Σιναϊτών Πατέρων, της Αγίας Αικατερίνης, και να αφήσουμε να μιλήση ο Θεός. Θα πάω και εγώ επάνω να προσευχηθώ». Είπα και σε μερικούς Πατέρες να προσευχηθούν, και έτσι του ήρθε ένα σκαμπίλι του Χότζα· σηκώθηκε, έφυγε, εξαφανίσθηκε! Γιατί και την πόρτα να έκλειναν, μετά η Κυβέρνηση θα εξακρίβωνε ότι δεν είναι αλήθεια πώς τους πίεζε ο Χότζας και θα είχαν φασαρίες. Θα έλεγε ο Χότζας ότι έκλεισαν την πόρτα, επειδή πήγαινε κάθε Παρασκευή, και θα έκανε κακό στο μοναστήρι. Ένας άλλος παλιότερα είδε το βουνό και θέλησε να κάνη εξοχικό πάνω στην κορυφή της Αγίας Αικατερίνης!… Έπαθε μια αρρώστια, πάει, πέθανε. Ήρθε τελευταία και άλλος να φτιάξη κάτι εκεί, πάει, πέθανε και αυτός. Γι’ αυτό καλύτερα είναι να μη στηριζώμαστε μόνο στις δικές μας ανθρώπινες προσπάθειες, αλλά να προσευχώμαστε και να αφήνουμε τον Θεό να ενεργή.

Ο τρόπος της Εκκλησίας είναι η αγάπη· διαφέρει από τον τρόπο των νομικών.

Όλη η βάση είναι να έχη κανείς πνευματική κατάσταση, για να έχη την πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα του νόμου», και το «γράμμα του νόμου αποκτείνει». Αυτός που έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τον δάσκαλο· …. Όποιος νομίζει ότι είναι ικανός να διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.

Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Πνευματική αφύπνιση, Λόγοι Β’, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 – Ενέργειες με σύνεση και αγάπη, Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Απολυτίκιον Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου
Ήχος πλάγιος α΄. Τον Συνάναρχον.

Tης ενθέου αγάπης το πυρ δεξάμενος υπερβαλλούση ασκήσει εδόθης όλος Θεώ και παράκλησις πολλών ανθρώπων γέγονας, λόγους θείους νουθετών, προσευχαίς θαυματουργών Παΐσιε Θεοφόρε, και νυν πρεσβεύεις απαύστως υπέρ παντός του κόσμου, Όσιε.

Χαίροις, ο καθαρά προσευχή, προς θεωρίαν υψωθείς Πάτερ Όσιε· θεάμων γαρ αθεάτων εγένου υπερφυώς, και των απορρήτων γνώσιν έσχηκας, Θεού τα μυστήρια, εμυήθης μακάριε, μετά Αγίων, συνωμιλήσας Άγιε, ύμνων ήκουσας, των Αγγέλων ισάγγελε· ξένης τροφής μετέλαβες, την πάναγνον Δέσποιναν, ως καθαρός υπεδέξω του δε Κυρίου το πρόσωπον, κατείδες θεόπτα, Ον δυσώπει ημίν δούναι το μέγα έλεος.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις ησυχίας ο εραστής, και της ευσπλαγχνίας του Κυρίου ο μιμητής· θείας γαρ αγάπης, πληρούμενος εδόθης, Θεώ και τοις ανθρώποις Πάτερ Παΐσιε.

Χαίροις της αγάπης θείος κρουνός, και της συμπαθείας ανεξάντλητος ποταμός· χαίροις ο θεράπων, ψυχών τε και σωμάτων, και ο προστάτης πάντων, Πάτερ Παΐσιε.


Healing of St. Panteleimon to St. Silouan the Athonite

Holy Panteleimon the Great Martyr and Healer

Commemorated on July 27

St. Silouan the Athonite

Παντελεήμονος μεγαλομάρτυρος Ανάργυροι PanterlemonHere is another case which happened to me, wherein the Lord made haste to hearken unto me and save me. We were given fish one feast-day in the refectory, and, while I was eating, a fish-bone found its way deep down my throat and stuck in my chest. I called to the holy martyr St. Panteleimon, begging him to help me, as the doctor could not extract the bone. And when I spoke the word ‘heal,’ my soul received this answer: ‘Leave the refectory, take a deep breath, fill out your cheeks with air, and then cough; and you will bring the bone up together with some blood.’ This I did. I went out, exhaled, coughed, and a big bone came up with some blood. And I understood that if the Lord does not cure me of my headaches it is because they are good for my soul.

The most precious thing in the world is to know God and understand His will, even if only in part.

The soul that has come to know God should in all things submit to His will, and live before Him in awe and love: in love, because the Lord is love; in awe, because we must go in fear of grieving God by some evil thought.

O Lord, by the power of the grace of the Holy Spirit, vouchsafe that we may live according to Thy holy will.

When grace is with us we are strong in spirit; but when we lose grace we see our infirmity—we see that without God we cannot even think a good thing.

O God of Mercy, Thou knowest our infirmity. I beseech Thee, grant me a humble spirit, for in Thy mercy Thou dost enable the humble soul to live according to Thy will. Thou dost reveal Thy mysteries to her. Thou givest her to know Thee and the infirmity of Thy love for us.”

From: St. Silouan, Wisdom From Mount Athos – The Writings of Staretz Silouan 1866-1938, Sofronii( Archimandrite), On the will of God and on Freedom, trans. Rosemary Edmonds, (St. Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY 1974) pp. 68-78.

Apolytikion of St. Panteleimon the Great Martyr – Third Tone

Holy Laurel-bearer and Physician Panteleimon, make intercession to our merciful God, that He grant our souls remission of offenses.


«Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Άγιος Παντελεήμων στον παπα-Βαγγέλη Χαλκίδη

Παντελεήμων ο Ιαματικός ¬¬_ St Pantaleon all-compassionate_ Святой Пантелеймон целителяSts. George and Panteleimon the Great Martyrs

Άγιος Παντελεήμων ο Μεγαλομάρτυς και Ιαματικός

Εορτάζει στις 27 Ιουλίου

Ο πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης κατάγονταν από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Είχε Πνευματικό του τον εσχάτως ανακηρυχθέντα άγιον Γεώργιον Καρσλίδην, ο οποίος τον καθωδηγούσε και τον προετοίμαζε για την ιερωσύνη. Ήταν εφημέριος στον ιερό ναό αγίου Γεωργίου της Κοινότητος Αγίου Βασιλείου Λαγκαδά. Ο παπα-Βαγγέλης ήταν κατ’ εξοχήν άνθρωπος της προσευχής και της ησυχίας. Ήταν όντως ενάρετος και μοσχοβολούσε αγιότητα.

Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι ο π. Ευάγγελος ήρθε με το λεωφορείο από την ενορία του στην Θεσσαλονίκη. Είχε ένα σπιτάκι κοντά στην Παναγία Φανερωμένη, όπου έμεναν οικογενειακώς. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και ο ευλογημένος ιερεύς, κουρασμένος και ιδρωμένος καθώς ήταν, άνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστή. Καθώς το παράθυρο ήταν ανοιχτό, έμπαινε ο αέρας και ανέμιζε την κουρτίνα. Όπως ήταν σε κατάσταση ημιεγρήγορσης βλέπη να μπαίνη ξαφνικά από το παράθυρο ένα παλληκάρι και του λέει: «Πάτερ, ήρθα να μείνω εδώ». Του απαντά τότε ο παπα-Βαγγέλης: «Βρε, παιδί μου, πού να μείνης εδώ; Το σπίτι είναι μικρό. Έχω έξι παιδιά και δύο εγώ και η παπαδιά, είμαστε οκτώ άτομα. Εμείς δύσκολα χωράμε. Πού να σε βάλω να μείνης;». Το παλληκάρι επανέλαβε: «Πάτερ, ήρθα να μείνω στο σπίτι σου και θα μείνω».

 Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Πήγε και άνοιξε. Ήταν μία ηλικιωμένη μοναχή κι ένας επίσης ηλικιωμένος ιερέας. Η μοναχή κρατούσε στα χέρια της μία λειψανοθήκη. Του είπε: «Πάτερ, εδώ έχουμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος. Το είχαμε στο μοναστήρι μας. Εμείς κάποια μέρα θα πεθάνουμε και το Μοναστήρι θα κλείσει. Έχουμε ακούσει για σένα. Μάθαμε πως αγαπάς πολύ τους Αγίους και φέραμε το χέρι του αγίου Παντελεήμονος να σου το παραδώσουμε για να το φυλάξης». Τότε ο π. Ευάγγελος κατάλαβε ότι ο νέος που του είχε παρουσιασθή προ ολίγου ήταν ο άγιος Παντελεήμων.

Όταν πήγαινε σε αρρώστους έπαιρνε μαζί του και το Λείψανο του αγίου Παντελεήμονος για να τους σταυρώνη. Όποτε άνοιγε την λειψανοθήκη, τα Λείψανά του ευωδίαζαν.

Είχε αρκετά άγια Λείψανα που ήρθαν στην κατοχή του με θαυμαστό τρόπο. Συνήθως ενεφανίζοντο στον ύπνο του οι άγιοι και στον κάτοχο των ιερών λειψάνων και μ’ αυτόν τον τρόπο εγίνοντο οι γνωριμίες και οι ανταλλαγές των λειψάνων. (Εκ του βιβλίου Ασκητές μέσα στον κόσμο Β’ – Πατήρ Ευάγγελος Χαλκίδης)

***

Παντελεήμων ὁ Μεγαλομάρτυρας s1660007Η πρεσβυτέρα είχε όγκο στο στήθος και εγχειρίστηκε. Μόλις έβγαλαν τον όγκο, δίνουν ένα κομμάτι στον πατέρα Ευάγγελο να το πάει για βιοψία και να φέρει αμέσως τ’ αποτελέσματα. Μετά την απάντηση της εξετάσεως, οι γιατροί δεν δίνουν ούτε έξι μήνες ζωής στην άρρωστη.

Η κόρη του παπα-Βαγγέλη λιποθυμά μόλις το ακούει, ο ίδιος τα χάνει. “Ακου, λέει, γιατροί να το πουν έτσι ξαφνικά στο παιδί! Στα χέρια του όμως σφίγγει το χέρι του Αγίου Παντελεήμονα, που έχει φέρει μαζί του, και προσεύχεται.

Βγάζουν την πρεσβυτέρα από το χειρουργείο. Με λαχτάρα ο πατήρ Ευάγγελος ακουμπά πάνω στις γάζες που σκεπάζουν το εγχειρισμένο στήθος της πρεσβυτέρας, το χέρι του ‘Αγίου και γονατιστός προσεύχεται. Εκείνη την ώρα μπαίνει ο χειρουργός με τη μάσκα ακόμη. Βλέπει τη σκηνή και βάζει τις φωνές.

-Τι είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου. Ζαλισμένος ο καημένος, μαζεύει γρήγορα τ’ αγία λείψανα και προσπαθεί να βρει την πόρτα. Μεσ’ τη ζάλη του, όμως, ακούει τη νοσοκόμα να φωνάζει το γιατρό στο τηλέφωνο, που τον ζητα επειγόντως η γυναίκα του.

Το απόγευμα σταματά μια κούρσα έξω από το σπίτι του ιερέα και με έκπληξη ο παπα-Βαγγέλης βλέπει να βγαίνει ο γιατρός. Πω! πω! σκέφτεται, ο γιατρός και στο σπίτι μου ακόμα με κυνηγάει! Με φρίκη, όμως, βλέπει να κατεβαίνει από τ’ αυτοκίνητο και ένας νέος παραμορφωμένος. Το στόμα του είχε πάει στ’ αυτί του. Αποσβολώθηκε ο παπάς.

-Πάτερ μου, του λέει ο γιατρός, εκείνο το κόκκαλο το έχεις; Με συγχωρείς, παραφέρθηκα, την ώρα που σ’ έδιωχνα μου τηλεφώνησε η γυναίκα μου, ότι το παιδί μας, που έδινε εκείνη την ώρα εξετάσεις, έπαθε ξαφνικά αυτήν την πάρεση που βλέπεις.

Κατάλαβα ότι εγώ έφταιξα και γι’ αυτό σε παρακαλώ πολύ διάβασε μας μια ευχή. Τη διεύθυνση σου στο χωριό την πήρα από την πρεσβυτέρα.

-Ευχαρίστως παιδιά μου, ελατέ στο εκκλησάκι. Κράτα αγόρι μου το χέρι του Αγίου και γονάτισε.

Απλώνω στο κεφάλι του νέου το πετραχήλι και αρχίζω να διαβάζω την ευχή. Καθώς διαβάζω, ακούω θόρυβο κρακ, κρακ. Σκέφτομαι, τι συμβαίνει άραγε; Τελείωσα και, όταν σηκώθηκε το παιδί, τι να δουμε, το στόμα του παιδιού είχε επανέλθει στην θέση του! Πατέρας και γιος ρίχνονται πάνω μου.

-Παπούλη πως να σ’ ευχαριστήσουμε;

-Όχι εμένα, παιδιά μου, το Θεό και τον Άγιο.

Από τότε για πάρα πολύ καιρό ερχόταν τακτικά να προσκυνήσουν και να φέρουν και το λάδι για το καντήλι του Αγίου.

Όσο για την πρεσβυτέρα, είναι τώρα περισσότερα από εικοσι χρόνια που είναι τελείως καλά χωρίς να κάνει απολύτως καμμία θεραπεία. Μεγάλωσε τα παιδιά της και ζει στο χωριό προσέχοντας το εκκλησάκι με τα τόσα άγια λείψανα, μια που δεν υπάρχει πια ο πατήρ Ευάγγελος.

Ο γιατρός πολλές φορές έλεγε στον παπα-Βαγγέλη:”Εμείς παπά μου πρέπει να τα κάψουμε τα βιβλία μας”.

Πηγή: (Από το βιβλίο-΄”Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π.Ευαγγέλου Χαλκίδη εφημέριου Αγ.Βασιλείου Λαγκαδά΄΄εκδόσεις«Ορθόδοξος Κυψέλη»),

Απολυτίκιον Αγίου Παντελεήμονος. Ήχος γ’

Αθλοφόρε άγιε, και ιαματικέ Παντελεήμον, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Ήχος πλ. δ΄«Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ»

Ως στρατιώτην του Χριστού γενναιότατον, και Αναργύρων Ιατρόν τον σοφώτατον, ανευφημούμεν άπαντες εκ βάθους ψυχής, πόθω εορτάζοντες, την αγίαν σου Μνήμην, Παντελεήμων ένδοξε, και πιστώς σοι βοώμεν∙ τας νόσους πάντων ίασαι ημών, ταις προς Χριστόν τον Θεόν, θερμαίς σου δεήσεσι.

Ήχος πλ. β΄ «Όλην αποθέμενοι»

Δεύτε οι Ορθόδοξοι, πνευματικών ευρανθώμεν, δεύτε τον Ανάργυρον πάντες καταστέψωμεν θείοις άσμασι, προς αυτόν λέγοντες∙ ω Παντελεήμων , ιατρέ νοσούντων άριστε, λιμήν τε εύδιε, των χειμαζομένων τοις πταίσμασι, προφθάσας δός την ίασιν, πάσι τοις θερμώς σοι προστρέχουσι, και δεινών παντοίων , απάλλαξον ημάς ταις σαις ευχαίς, και ειρηναίαν κατάστασιν, τω κόσμω πρυτάνευσον.