iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Πρωτοχρονιά με τον Φώτη Κόντογλου. Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη…

Ἰησοῦς Χριστὸς_Jesus-Christ_Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon5_1381247_537630246321706_1599964976_n

Καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη… Αληθινή χαρά, η πονεμένη
Φώτης Κόντογλου
Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950

Εχτές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα.

Είχα δουλέψει νυχτέρι γιά να τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κ έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί πού ζωγράφιζα την Παναγία, κ η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μού έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ όνομά του γιά όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ γιά όσα μού έδωσε, και πρώτ απ όλα γιά την απλή τη Μαρία, πού μού τη δώρησε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι πού γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ ένα παλιόν καστρότοιχο. Το κρουσταλένιο νερό του δεν θολώνει με τα χρόνια, αλλά γίνεται κι ολοένα πιό καθαρό και πιό γλυκόλαλο: «Καλότυχος ο άνδρας πού χει καλή γυναίκα. Η καλή γυναίκα ευφραίνει τον άνδρα της, και θα ζήσει ειρηνεμένα τα χρόνια της ζωής του. Καλή γυναίκα, κορώνα στο κεφάλι τού ανδρός της. Η εμορφιά της καλής γυναίκας φεγγοβολά μέσα στο σπίτι σαν τον ήλιο πού βγαίνει και λάμπει ο κόσμος». Τέτοια γυναίκα μού χάρισε κ εμένα ο Κύριος.

Η εμορφιά δεν την περηφάνεψε, ίσια-ίσια η ταπείνωση την πλήθυνε, κι ο φόβος τού Θεού την ευωδίασε. Ανάμεσα στις έμορφες ξεχώρισε, γιατί η ακαταδεξιά δεν θάμπωσε το κρούσταλλό της, κ η πονηρία δεν λέρωσε το σιντέφι της ψυχής της. Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ’ αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».

Παναγια_Virgin_Sweetkissing_Icon_Φώτης Κόντογλου_Photis Kontoglou_Кондоглу, Фотис_Fotis Kontoğlu_Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι η Μαρία ξάπλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοίταξα τη Μαρία που ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαι­νότανε αν είναι άνθρωπος αποκάτω από το σκέπασμα. Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; Οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι’ αυτό είπε ο Δαυίδ: «Πας άνθρωπος ψεύστης». Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολισμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ’ αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμένο, σαν τον φτωχό που ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. Η καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμένη και κείνη μέσα μου. Ένοιωσα πως ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πως ήτανε και κείνοι κρυμένοι πίσω από το καταπέτασμα που χώριζε τον κόσμο από μένα, και πως άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε η ψυχή μου πως μ’ έχουνε ξεχασμένο, κι η χαρά η μυστική, που τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, άναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι η παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπονο. Και φχαρίστησα Εκείνον που φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και που κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, που δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και που μεθά με το κρασί της τράπεζάς του όσους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε Κείνον. Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδιάς, κατά τον Δαυίδ που λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε η ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα που είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.

Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δάκρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί που δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πως δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι αντρειεύθηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιωσα πως δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πως την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει η αληθινή χαρά κι η παρηγοριά, κι εκεί βρίσκουνται οι πηγές της αληθινής ζωής.

Αληθινά, η φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ’ αυτόν τον πόλεμο που η αντρία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει από τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τί είναι η ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η ζωή», και γιατί είπε πάλι: «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λογαριάζει πως υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι’ αυτόν, παρεκτός του Θεού.

Κι εκεί που τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέσα μου ένα θάρρος και μια αφοβιά ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια που είπε ο Ιωνάς μέσα από το θεριόψαρο: «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου και εισήκουσέ μου. Από την κοιλιά του Άδη άκουσες την κραυγή μου, άκουσες τη φωνή μου. Άβυσσο άπατη με έζωσε. Το κεφάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, που την κρατάνε αμπάρες ακατάλυτες. Ας ανεβεί η ζωή μου από τη φθορά προς εσένα, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα που χάνεται η ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο. Ας έρθει η προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μάταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα εγώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω». Και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ’ έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο που να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πως είμαι κερδισμένος όποτε οι άλλοι λογαριάζουνε πως είμαι ζημιωμένος. Και γιατί πήρα δύναμη από Κείνον να καταφρονήσω τον σατανά, που παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες που βλέπεις». Και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πως χαίρεται ο κόσμος! Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές που βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησέ με και σαν απλώσεις μοναχά το χέρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημένος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρνεις, σε καιρό που αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ’ αγαθά, μ’ όλο που δεν έχουνε τη δική σου την αξιοσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυπήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, που υποφέρνουνε από σένα!». Άλλη φορά τον άκουγα, μ’ όλο που δεν έκανα ότι μούλεγε, μα τώρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα. Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους που δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους που τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και που χορεύανε με τις γυναίκες που δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους που μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα που δεν μπορούνε να τ’ αποχωριστούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και που καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, αντίς να τα λιγοστέψουνε. Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι’ αυτό ρίχνουνε από πάνω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον που ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πως οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο απομέσα πλούτος και γι’ αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά που λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πως ήτανε στ’ αληθινά χαρά κι ευτυχία. Μα γλήγορα κατάλαβα πως ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πως χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ’ αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.

Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορμιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πως είναι φτυχισμένοι. Η χαρά η αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς που τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός. Γι’ αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος όποιος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν’ ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος που ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Όσο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί που θρέφει κι από το κρασί που δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.

Με τί λόγια να φχαριστήσω τον Κύριό μου, που ήμουνα χαμένος και με χεροκράτησε, στραβός και μ’ έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επ’ Αυτόν».

***

Άγιος Γεώργιος  και Αγία Νίνα της Γεωργίας-Святой Георгий Победоносец родственник  Святая Нина_ St. George and his kinswoman St NinoΑδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι που βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πως έβλεπα” μα τώρα κατάλαβα πως ήμουνα στραβός και κουφός και ποδαγρός. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί αλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ’ αυτιά ακούνε τα καλά μηνύματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο που πάγει εκεί όπου είναι η αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί που βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πως είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι όποιος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεηθεί. Η λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι’ αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.

Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί που ήμουνα τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν η Μαρία που κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ο βοριάς έκανε μεγάλη ταραχή απ’ όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πως κλαίγανε και πως παρακαλούσανε ν’ ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το καντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του απάνου στα κονίσματα και στ’ ασημωμένο Ευαγγέλιο.

Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι όποιος είναι ξεχασμένος. Ο κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρτιά. Ο δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, που κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πως κερδίσανε την αθανασία, τώρα που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πως σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Τί κάνουνε; Πού πάνε; Σε λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη η οχλοβοή κι η φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα που δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, τί ξεγελοιώσαστε; «Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψεύδος;».

Από το βιβλίο του Φ.Κόντογλου, “Ευλογημένο καταφύγιο”, εκδ. «ΑΚΡΙΤΑΣ».

Μυστράς, Ἅγιος Γεώργιος_Saint George Orthodox church, Mystra60 576677 99

Γιάννης ο Ευλογημένος! του Φώτη Κόντογλου
https://iconandlight.wordpress.com/2017/12/31/%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CE%B5%CF%85%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%B3/

Advertisements


Στο κατώφλι του νέου χρόνου. Ο Θεός είναι Θεός της ιστορίας, αλλά πρέπει να γίνουμε συνεργάτες Του… Anthony Bloom Μητροπολίτης Σουρόζ

ΑΘΩΣ-ΔΕΗΣΗ5478645543

Ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, Κύριε.

Στο κατώφλι του νέου χρόνου
Anthony Bloom Μητροπολίτης Σουρόζ
31 Δεκεμβρίου 1981

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

Πριν προσευχηθούμε, θα ήθελα να καθορίσω τις προσευχές μας, ώστε όταν προσευχόμαστε, να είναι πιο αποτελεσματική η προσευχή που θα γίνεται μ’ ένα νού και με μια καρδιά.

Καθώς ο ένας χρόνος διαδέχεται τον άλλον σας μιλούσα για την νέα χρονιά που ερχόταν παρομοιάζοντάς την με μια πεδιάδα που, ακηλίδωτη, αγνή, είναι σκεπασμένη από χιόνι, και ζητούσα να δώσετε προσοχή στο γεγονός ότι πρέπει να βαδίζουμε με υπευθυνότητα εκεί που απλώνεται το λευκό τοπίο που είναι ακόμα παρθένο, επειδή σύμφωνα με τον τρόπο που βαδίζουμε, θα υπάρχει μια οδός που θα το διασχίζει, όταν ακολουθούμε το θέλημα του Θεού, η βήματα πλανεμένα που μοναχά θα λερώνουν την λευκότητα του χιονιού.

Αλλά ένα πράγμα δεν μπορούμε, ούτε πρέπει να ξεχάσουμε τούτη τη χρονιά περισσότερο από τις προηγούμενες φορές, είναι ότι υπάρχει σκοτάδι που περιβάλλει, καλύπτει τούτη τη λευκότητα και αυτό το άγνωστο τοπίο, όπως ένας τρούλος, ένα σκοτάδι με λίγα η πολλά αστέρια, πλην όμως ένα σκοτάδι θολό, επικίνδυνο και τρομακτικό.

Βγαίνουμε από μία χρονιά, όπου όλοι μας έχουμε αντιληφθεί το σκοτάδι όπου είναι ακόμα διαδεδομένη η βία και η σκληρότητα.

Πως θα συναντήσουμε τη νέα χρονιά;

Θα ήταν αφελές και πολύ αντιχριστιανικό, να ζητήσουμε από τον Θεό να μας προστατέψει, να κάνει τη γη έναν παράδεισο ειρήνης, ενώ γύρω μας δεν υπάρχει ειρήνη.

Υπάρχει διαμάχη, ένταση, αποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δεν μπορούμε να ζητάμε για μας ειρήνη, όταν αυτή η ειρήνη δεν μπορεί να απλωθεί πέρα από την Εκκλησία, όταν δεν έρχεται σαν ακτίνες φωτός να διαλύσουν το σκοτάδι.

Ένας πνευματικός συγγραφέας της Δύσης είχε γράψει ότι ο Χριστιανός είναι αυτός στον οποίο ο Θεός έχει εμπιστευθεί την ευθύνη όλων των άλλων ανθρώπων και αυτήν την ευθύνη πρέπει να προετοιμαστούμε να φέρουμε εις πέρας.

Σε λίγο θα ικετεύσουμε τον Θεό για την άγνωστη νέα χρονιά και το σκοτάδι που την καλύπτει, με την μεγαλύτερη ευχή που προφέρεται στις λειτουργικές ακολουθίες, «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» ας είναι ευλογημένη η βασιλεία του Θεού.

Τούτα τα λόγια προφέρονται σπάνια: στην αρχή της λειτουργίας, σαν ευχή για τον νέο χρόνο και σε στιγμές όπου ενώνεται χρόνος και αιωνιότητα, όταν με τα μάτια της πίστης μπορούμε να δούμε την αιωνιότητα συνυφασμένη με τον χρόνο.

Ο χριστιανός είναι ο μόνος που πρέπει να είναι ικανός να βλέπει την ιστορία, όπως την βλέπει ο Θεός, σαν ένα μυστήριο της σωτηρίας, αλλά επίσης σαν μια τραγωδία της ανθρώπινης αμαρτίας και πτώσης. Και σε σχέση με αυτά τα τελευταία, πρέπει να πάρουμε θέση.

Ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: «Όταν ακούσετε ότι γίνονται πόλεμοι ή φήμες που μιλούν για πολέμους, μην πανικοβληθήτε»· σηκώστε ψηλά τα κεφάλια, δεν υπάρχει χώρος στην καρδιά και την ζωή του Χριστιανού για διστακτικότητα, δειλία και φόβο, που είναι όλα γεννήματα του εγωισμού, της μέριμνας για τον εαυτό μας, ακόμα και αν αυτή η μέριμνα αγγίζει αυτούς που αγαπάμε.

Γεώργιος_st.-pauls-mount-athos-150Ο Θεός είναι Θεός της ιστορίας, αλλά πρέπει να γίνουμε συνεργάτες Του και μας στέλνει σ’ αυτόν τον κόσμο που είναι δικός Του για να μεταβάλλει την παράφωνη Πολιτεία των ανθρώπων σε αρμονία που θα ονομάζεται Πολιτεία του Θεού.

Και πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Αποστόλου που λέει, ότι όποιος επιθυμήσει να εργασθεί για τον Κύριο, θα οδηγηθεί σε δίκη, και τα λόγια ενός άλλου Αποστόλου που μας λέει να μην φοβόμαστε τη δοκιμασία της φωτιάς. Στον σημερινό κόσμο, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δικαστούμε και έτοιμοι να υπομείνουμε, ίσως με το φόβο στην καρδιά μήπως χάσουμε την πίστη μας, αλλά θα πρέπει να μείνουμε ακλόνητοι στην υπηρεσία του Θεού και των ανθρώπων. Και όταν κοιτάξουμε πίσω την προηγούμενη χρονιά, τα λόγια της λιτανείας μας χτυπούν και μας κατηγορούν. Ζητάμε από τον Θεό να μας συγχωρέσει όσα έχουμε κάνει η όσα έμειναν ατέλειωτα την χρονιά που πέρασε. Ισχυριζόμαστε ότι είμαστε Ορθόδοξοι· είμαστε Ορθόδοξοι δεν σημαίνει μόνο να ομολογούμε το Ευαγγέλιο στην ολότητά του και να το διακηρύττουμε στην αγνότητά του, αλλά συνίσταται, ακόμα περισσότερο από αυτό, στο να ζούμε σύμφωνα με αυτό. Και γνωρίζουμε ότι ο Χριστός δεν συμβιβάζεται με τίποτα παρά με το μεγαλείο του ανθρώπου και το μήνυμα της αγάπης και της λατρείας.

Μπορούμε πράγματι να μετανοήσουμε επειδή ποιός θα έλεγε, βλέποντάς μας, καθώς έλεγαν οι άνθρωποι για τους πρώτους Χριστιανούς, «Δείτε πως αγαπούν ο ένας τον άλλον!». Ποιός, βλέποντάς μας, θα έλεγε ότι κατέχουμε το νόημα της ζωής, της αγάπης που μας πηγαίνει πέρα από κάθε σύγκριση, που προκαλεί τον καθένα να αναρωτηθεί από που προέρχεται αυτό; Ποιός τους το έδωσε; Πως μπορούν να υπομείνουν την δοκιμασία; Και αν θέλουμε τούτη τη χρονιά να γίνουμε άξιοι του Θεού, της Χριστιανικής μας κλήσης, του αγίου ονόματος της Ορθοδοξίας, πρέπει χωριστά και σαν ένα σώμα να γίνουμε για όλους, για το κάθε πρόσωπο που ίσως να μας χρειάζεται, ένα όραμα για το τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος και για το τι μια κοινότητα ανθρώπων μπορεί να είναι κάτω από τον Χάρη του Θεού.

Ας προσευχηθούμε για συγχώρεση, εμείς που είμαστε μέχρι τώρα μακρυά από την κλήση μας, ας προσευχηθούμε να μας δίνει ο Κύριος γενναιότητα, κουράγιο, θέληση να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε τον σταυρό μας, να ακολουθήσουμε τα βήματα του Χριστού εκεί όπου μας καλεί.

Στο ξεκίνημα του πολέμου ο Βασιλιάς Γεώργιος Ι΄ είπε τα λόγια που μπορούμε να λέμε ξανά κάθε νέο χρόνο. Στο μήνυμά του προς το Έθνος διαβάζει ένα απόσπασμα: « Είπα στον άνθρωπο που στάθηκε στο κατώφλι του νέου χρόνου: δώσε μου ένα φως για να πορευτώ με ασφάλεια προς το άγνωστο, και απάντησε: πήγαινε έξω στο φως και βάλε το χέρι σου στο χέρι του Θεού, πρέπει να είναι καλύτερο για σένα από ο,τι το φως και ασφαλέστερο από έναν συνηθισμένο δρόμο.»

Αυτό καλούμαστε να κάνουμε, και ίσως σήμερα να πάρουμε μιάν απόφαση, μια απόφαση να είμαστε πιστοί στην κλήση μας και να ξεκινήσουμε την Νέα Χρονιά με κουράγιο. Αμήν.

http://www.mitras.ru/eng/eng_251.htmhttp://www.mitras.ru/eng/eng_49.htm
http://www.agiazoni.gr/article.php?id=49827994054805046708

Ο μοναδικός βασιλιάς της καρδιάς μας! Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ
https://iconandlight.wordpress.com/2014/12/31/%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%82/

πιστις_Pistis-Elpis-Agapi-me-dakrya (1)

Εις τους Αίνους , Ήχος δ´
Ιωάννου Μοναχού

Η βασιλεία σου Χριστέ ο Θεός, βασιλεία πάντων των αιώνων, και η δεσποτεία σου εν πάση γενεά και γενεά· πάντα γαρ εν σοφία εποίησας, καιρούς ημίν και χρόνους προθέμενος· διό ευχαριστούντες κατά πάντα και διά πάντα βοώμεν. Ευλόγησον τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, και καταξίωσον ημάς ακατακρίτως βοάν σοι, Κύριε δόξα σοι.

Ωδή γ’, της Ινδίκτου , Ήχος α’

Στερέωσόν με Χριστέ, επί την άσειστον πέτραν των εντολών σου, και φώτισόν με φωτί του προσώπου σου· ουκ έστι γαρ Άγιος, πλην σου φιλάνθρωπε.

Στερέωσον αγαθέ, ην κατεφύτευσε πόθω, επί της γης η δεξιά σου, κατάκαρπον άμπελον, φυλάττων σου την Εκκλησίαν Παντοδύναμε.

Εν έργοις πνευματικοίς, θεοτερπέσι κομώντας, το έτος τούτο, διαγαγείν καταξίωσον Κύριε, τους πίστει σε μέλποντας, Θεόν του παντός.


At the Gate of the Year. God is the Lord of history, but we must be co-workers with God… Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh

ΑΘΩΣ-ΔΕΗΣΗ5478645543

Bless the crown of the year with your goodness, O Lord.

At the Gate of the Year
Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh
31 December 1981

In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Before we pray, I should like to introduce our prayers so that when we pray, we do it more effectively, with one mind and with one heart. Year after year I have spoken of the New Year that was coming, in terms of a plain covered with snow, unspoiled, pure, and called our attention to the fact that we must tread responsibly on this expanse of whiteness still unspoiled, because according to the way in which we tread it, there will be a road cutting through the plain following the will of God, or wandering steps that will only soil the whiteness of the snow. But a thing that we cannot, must not forget, this year perhaps more than on many previous occasions, is that, surrounding, covering this whiteness and this unknown as with a dome, there is darkness, a darkness with few or many stars, but a darkness, dense, opaque, dangerous and frightening. We come out of a year when darkness has been perceived by all of us, when violence and cruelty are still rife.

How shall we meet it? It would be naive, and it would be very unchristian, to ask God to shield us against it, to make of the Church a haven of peace while around us there is no peace. There is strife, there is tension, there is discouragement, there are fears, there is violence, there is murder. We cannot ask for peace for ourselves if this peace does not extend beyond the Church, does not come as rays of light to dispel the darkness. One Western spiritual writer has said that the Christian is one to whom God has committed responsibility for all other men, and this responsibility we must be prepared to discharge. In a few moments we will entreat for both the unknown and the darkness, the greatest blessing which is pronounced in our liturgical services, ‘Blessed is the Kingdom of the Father, the Son, and the Holy Ghost’ – blessed in the kingship of God.

Γεώργιος_st.-pauls-mount-athos-150These words are spoken rarely: at the beginning of services, at the outset of the Liturgy, as a blessing upon the New Year, and at moments when eternity and time unite, when with the eyes of faith we can see eternity intertwined with time, and conquering. The Christian is one who must be capable of seeing history as God sees it, as a mystery of salvation but also as a tragedy of human fallenness and sin. And with regard to both we must take our stand. Christ says in the Gospel, ‘When you will hear of wars and rumors of wars, be ye not troubled.’ Lift up your heads, there is no space in the heart and in the life of the Christian for cowardice, faintheartedness and fear, which are all born of selfishness, concern for self, even if it extends to those whom we love. God is the Lord of history, but we must be co-workers with God, and we are sent by Him into this world of His, in order to make the discordant city of men into the harmony which will be called the city of God.

And we must remember the words of the Apostle who says, whoever will wish to work for the Lord will be led into trial; and the words of another Apostle who tells us not to be afraid of trial by fire. In the present world we must be prepared, ready for trials and ready to stand, perhaps with fear in our heart for lack of faith, but unshaken in the service of God and the service of men.

And when we look back at the past year the words of the litany hit us and accuse us. We ask God to forgive us all that we have done or left undone in the past year. We claim to be Orthodox. To be Orthodox does not mean only to confess the Gospel in its integrity and proclaim it in its purity, but it consists, even more than this, in living according to the Gospel; and we know that Christ comes to no compromise with anything but the greatness of man and the message of love and worship. We can indeed repent because who, looking at us, would say as people said about the early Christians, ‘See how they love one another!’ Who would say, looking at us, that we are in possession of an understanding of life, of a love which makes us beyond compare, which causes everyone to wonder: Where does it come from? Who gave it to them? How can they stand the test of trial? And if we want this year to be worthy of God, of our Christian calling, of the holy name of Orthodoxy, we must singly and as a body become to all, to each person who may need us, a vision of what man can be and what a community of men can be under God.

Let us pray for forgiveness, we who are so far below our calling, let us pray for fortitude, for courage, for determination to discount ourselves, to take up our cross, to follow in the footsteps of Christ whithersoever He will call us.

At the beginning of the war King George VI spoke words which can be repeated from year to year. In his message to the Nation he read a quotation: “ ‘I said to the man who stood at the gate of the year: give me a light that I may tread safely into the unknown,’ and he replied: ‘Go out into the darkness and put your hand in the hand of God; that shall be better to you than light and safer than a known way.’ ”

This is what we are called to do, and perhaps we should make today a resolution, determined to be faithful to our calling and begin the New Year with courage. Amen.
http://www.mitras.ru/eng/eng_251.htmhttp://www.mitras.ru/eng/eng_49.htm

πιστις_Pistis-Elpis-Agapi-me-dakrya (1)

Idiomelon of the Praises in the Fourth Tone, for the New Ecclesiastical Year
Your paths, O God, your paths are great and wonderful; therefore we magnify you for the might of your dispensation, for, light from light, you visited your wretched world, and in your good pleasure, O Word, did away with the first curse on ancient Adam, and you fixed for us times and seasons for glorifying your all-pervading goodness. Lord, glory to you!

The Creator who wisely made all things new out of nothing, and arranges the revolutions of the seasons by his will, praise in hymns and highly exalt him to the ages.
To God who arranges all things and alters the seasons for the varied guidance of mankind we sing: Praise him in hymns and highly exalt him to the ages.

Of the Indiction. Ode 3. The Irmos..
Establish me, O Christ, on the unshakeable rock of your commandments, and enlighten me with the light of your face; for none is holy but you, O Lover of mankind.

Establish, O Good One, the fruitful vine, which your right hand has planted with love upon the earth, preserving your Church, O All-powerful.

Grant, Lord, that those who in faith sing your praise as God of the universe, may pass through this year abounding in spiritual works, well-pleasing to God.

 


Παππούς Παναής από τη Λύση. Είδα τί σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος ερωτευμένος με το Θεό και τη Βασιλεία Του, δηλαδή Άγιος.

Ο παππούς Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση

Κοιμήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1989

Γλυκέ μου παππού Παναή από τη Λύση, μπαξές ολόδροσος κι ολάνθιστος η καρδιά σου.

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση_ Panais from Lysi Cyprus__333panagisΈνα βλέμμα γαλήνιο, γιομάτο καλοσύνη, ένα πρόσωπο παιδικό π’ όλο γελά με μια ουράνια μακαριότητα. Και τα λόγια, βγαλμένα απ’ τα βάθη της καρδιάς, χύνουν βάλσαμο στους πονεμένους, δίνουν ανατολή κι ελπίδα. Αυτοί, όμως, πού τη βρίσκουνε, από πού αντλούν το κουράγιο τους, τώρα πού η Λύση στέκει μακριά τους; Φύγανε κι αυτοί μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων. Ταλαιπωρηθήκανε. Και τώρα βρίσκουν για να ξαποστάσουν ένα συνοικισμό των Αγίων Αναργύρων.

Δύο παππούδες μαζί με την αδελφή τους, την Τρυφωνούν, μια γλυκύτατη γυναίκα, με το μακρύ φουστάνι της Λυσιώτισσας και το μαντήλι στο κεφάλι. Τους γνοιάζεται, τους πονά. Ο γέρο – Παναής ήτανε καντηλανάφτης στην Παναγία της Λύσης. Σπίτι του κι οικογένειά του η εκκλησία της Παναγίας. Της αφιέρωσε τη ζωή του. Τα βράδια μάζευε άντρες και γυναίκες και διάβαζαν το Απόδειπνο και τα συναξάρια της Εκκλησίας. Φύτευε το σπόρο του Ευαγγελίου στις καρδιές των Λυσιωτών… κι αυτός κυοφορήθηκε και βλάστησε ακμαίος, όλο δροσιά και μύρο.

Ολημερίς ο γέρο-Παναής κάθεται στο μεγάλο δωμάτιο του προσφυγικού του σπιτιού, πού το ‘ χουνε για καθιστικό και για τους ξένους. Κάθεται πλάι στο παράθυρο και λιάζεται ̇ απολαμβάνει το δώρο τούτο της θείας μεγαλοψυχίας κι αναπολεί τον ηλιακό του στη Λύση με τις καμάρες… κείνα τα χρόνια τα γελαστά.

Κοντά του ο αδελφός του, ο γέρο-Βασίλης. Χαρακτηριστικός τύπος της υπαίθρου μας: γραφικότατος, με το μουστάκι του και τη βράκα που κι οι δύο τους δεν την αποχωρίζονται. Κι οι δύο, αποφάσισαν σαν ήταν νέοι να μείνουν άγαμοι και να υπηρετήσουν το Θεό μέσα στον κόσμο. Ο καθένας προσφέρει από τη θέση του. Δε θέλησαν να βάλουν το «σχήμα». Θέλησαν να μείνουν λαϊκοί, κοσμοκαλόγεροι. Έχουν κάνει τις υποθήκες του Κυρίου τρόπο ζωής. Η θυμοσοφία τους, η πείρα τους και η μακροχρόνια τριβή τους με τα εκκλησιαστικά βιβλία, τους έχει χαρίσει μια δική τους φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων.

Σαν βρεθείς μέσα στο χώρο τους, θα σε ξενίσει η αφειδώλευτη κι ανιδιοτελής φιλοξενία τους. Θα νιώσεις ότι τους ξέρεις, χρόνια. Θα καλοκάτσεις στην καρέκλα σου και θα παρασυρθείς κι εσύ στη μέθη του λόγου του Θεού. Και ξαφνικά νιώθεις ότι έχεις μπροστά σου δύο μικρά παιδιά με την αθωότητα και τον αυθορμητισμό τους. Δύο ζωντανές υπάρξεις πού γελάνε, χαίρονται και δοξολογούν το Θεό.

Αναπάντεχα νιώθεις κάτι ν’ αναταράζεται μέσα σου. Είναι η ψυχική σου ισορροπία, πού αποκαθίσταται. Όσα νεύρα κι αν έχεις, σαν πας εκεί εξαφανίζονται. Σου μεταδίδουν λες, κάτι απ’ τη γαλήνη και τη φεγγοβολιά του προσώπου τους. Σε τυλίγουν στα υφάδια της ηρεμίας πού εκπέμπει το πρόσωπο τους. Και χαλαρώνεις. Και ντύνεται η ψυχή σου μ’ ένα πέπλο ζεστασιάς και ιλαρότητας. Κι ευωδιάζει απ’ τα λουλούδια της καλοσύνης και της γλυκύτητας.

Μα να! Σε λίγο καταφθάνει ο δίσκος με τούς καφέδες, μαζί με τα κουλούρια και τις φέτες του χαλουμιού. Και τα κουλούρια ειν’ αλλιώτικα σαν τότε στη Λύση. Σαν μιλάς με τους παππούδες χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Σου μεταγγίζουν το δικό τους ρυθμό της ηρεμίας. Θέλεις να τους ακούς συνέχεια Μιλάνε με μια ταπείνωση και νιώθουν δέος, αυτοί οι αγράμματοι δάσκαλοι του κόσμου, μπροστά στους μορφωμένους. Υπαρξιακά προβλήματα, νεανικές ανησυχίες, φιλοσοφικές αναζητήσεις, φόβοι και άγχη, καθημερινά προβλήματα: Όλα αυτά τα θέματα τους απασχολούν και τα συζητάνε. Σου δείχνουν το δρόμο προς τη λύση τους, μ’ ένα τρόπο απλό και ταπεινό.

Σαν έλθει η ώρα να φύγεις, λυπάσαι. Δε σου κάνει καρδιά να τους αφήσεις. Είν’ η ψυχή σου πού λαχταρά ν’ απολαύσει κι άλλο απ’ το νέκταρ της ανθρωπιάς τους. Σαν φύγεις σε συνοδεύουν οι γελαστές τους φυσιογνωμίες και οι ζεστές, γεμάτες πίστη κι αγάπη καρδιές τους. Γιατί μόνο άμα έχεις αγάπη μέσα σου, μπορείς να δώσεις. Γεμίζοντας τις δεξαμενές του είναι μας με τα λόγια και την αγάπη τους, έχουμε ανεξάντλητα αποθέματα, και τότε νιώθουμε ότι αγαπάμε όλο τον κόσμο. Αντικρίζουμε τους ανθρώπους γύρω μας μέσα από ένα πρίσμα αισιοδοξίας και καλοσύνης.

Ήταν μια ένεση ανθρωπιάς, η επίσκεψη στους παππούδες της Λύσης. Κι αυτοί αντλούν όλο τους το ηθικό μεγαλείο απ’ τη μεγαλοσύνη του Θεού.

Γλυκέ μου παππού Παναή! Έφυγες από κοντά μας, και η θύμηση σου πλανιέται ανάμεσα μας και μας γλυκαίνει την ύπαρξη, μας γαληνεύει την ψυχή, μας δείχνει το δρόμο της αληθινής ευτυχίας, το δρόμο του Θεού.
Δοξολογούμε το Θεό για τούτη την εξαιρετική χάρη πού μας αξίωσε νάχουμε την εμπειρία της αγάπης σου. Βιώσαμε την αυθυπέρβαση και το μεγαλείο της ψυχής σου, ερχόμενοι σε αγαπητική κοινωνία μαζί σου.

Μπαξές, παππού Παναή, μπαξές ολόδροσος κι ολάνθιστος η καρδιά σου. Κι εμείς, σαν μικρά παιδιά, ερχόμασταν να κόψουμε απ’ αυτά τα λούλουδα της καρδιάς σου. Πόσο ευωδίαζαν! Τι όμορφα τα χρώματα τους, λαμπρά σαν ήλιος, πού καταυγάζει την πλάση. Μας μάγευαν. Μας μεθούσαν με το άρωμα τους, το θεσπέσιο τούτο θείο δώρο. Μέσα μας αντηχούσαν καμπάνες χαράς και αγαλλίασης. Ευτυχία ψυχής. Πληρότητα ύπαρξης. Πλέρια μακαριότητα. Νηνεμία πνεύματος. Χαρά Θεού.

Εσύ μας έμαθες ότι ο Χριστός είναι η χαρά, η γλυκύτητα, η καλοσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η λεπτότητα και η ευγένεια των συναισθημάτων, η τρυφερότητα, η ανεκτικότητα, η ειρήνη. Εσύ μας έμαθες ότι μέσα στην αγάπη Του θα βρούμε ότι ζητάμε, θα ευφραίνεται το είναι μας, θα γιορτάζει η ψυχή μας, θα λάμπει από την εσωτερική ακτινοβολία το πρόσωπο μας.
Θυμάμαι, κάθε φορά πού κίναγα για νάρθω να σας δω… πετάριζε η καρδιά μου και άνοιγε σε μια γλυκιά προσμονή. Λαχταρούσε να τη φιλέψουνε, να την κανακέψουνε με λόγια αγάπης, ζεστασιάς να τη σεργιανίσουμε σε μεθυστικούς ουρανούς ανθρωπιάς και καλοσύνης. Να της μεταλαμπαδέψουνε τη φλόγα της αληθινής χαράς, της εν Χριστώ χαράς….

Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», τεύχος 100, Έκδοση παγκυπρίου συλλόγου ορθοδόξου παραδόσεως Οι Φίλοι Του Αγίου Όρους, Λευκωσία, σελ. 122-126
Πηγή: http://www.orthodoximartyria.com/periodiko/100_Spring_Summer_2013.pdf
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2013/07/i.html

***

Ο παππούς Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση της Αμμοχώστου γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1905, γι αυτό και πήρε το όνομα του από την Παναγία. Ήταν ένας άγιος άνθρωπος ένας κοσμοκαλόγερος, μια παπαδιαμάντεια μορφή, ένας άνθρωπος που ευωδίαζε και ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού, με το χάρισμα της παρηγορίας και παρακλήσεως των ψυχών. Κοιμήθηκε πρόσφυγας στη Λάρνακα, στις 30 Δεκεμβρίου του 1989 ώρα 3.15’πμ, σε ηλικία 84 ετών.

Η αγιότητα, πού μας περιέγραφαν οι θεολόγοι μας και πού διαβάζαμε στους βίους των Αγίων άνηκε στο χώρο το θεωρητικό, μέχρι πού συνάντησα τον παππού. Τότε ανακάλυψα πώς το Ευαγγέλιο μπορεί να εμφανιστεί τέλεια και στη δική μας εποχή και στο δικό μας χώρο. Ανακάλυψα την ομορφιά της αγιότητας, την αλήθεια πώς «ο Χριστός χθες και σήμερον Ο Αυτός και εις τους αιώνας». Είδα «ιδίοις ομμασι» τί σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος ερωτευμένος με το Θεό και τη Βασιλεία Του, δηλαδή Άγιος.
Αυτή η συναίσθηση ότι «ουδέν ειμί», κυριαρχούσε την όλη ζωή του.
Αλλά είχε χαρά κι ελπίδα. Ψηλαφούσε, θα λέγαμε, την αγάπη του Θεού. Όποτε μιλούσε για την ευσπλαχνία και το έλεος Του, γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα ζούσε μέσα στο Θεό κι ο Θεός μέσα του.
Το Θεό τον εχόρτασες; τον ρώτησα. Έμεινε λίγο σιωπηλός κι απάντησε:
— Άραγε εγεύτηκά Τον;
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Διδαχές οσίου Παναή του εκ Λύσης
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση_ Panais from Lysi Cyprus__333PANAGIS BASILIS XRISTOSΠολλές φορές μπορεί να σε συκοφαντούν. Εσύ να λες: «Δόξα να’ χεις Θεέ μου. Δώσε μου υπομονή να δεχθώ τη συκοφαντία και φώτισε τους». Ξέρεις τι στεφάνι έχεις! Μα, μόνο οι άγιοι μπορούν να τα κάμουν τούτα. Άντε, μην τα δεχτείς και κάμνε φασαρίες και απόδειξε… Ενώ, βάλε το χέρι στην καρδιά και πες «εγώ είμαι εντάξει». Και έτσι «η αλήθεια μένει εις τον αιώνα».

Να λες: «Να, τα ηνία Θεέ μου. Οδήγα εσύ. Εγώ δεν έχω δύναμη. Όπου θέλεις πάρε με». Κι αν έλθουν έτσι τα γεγονότα που δεν τα λογάριασες, μην πεις πως άλλως πως τα λογάριαζα και διαφορετικά μου ήλθαν. Εκείνος τα έκαμε έτσι για το συμφέρον σου και να το δέχεσαι.

Η χάρις είναι προμήνυμα δοκιμασίας. Μη νομίζουμε ότι παύει ο Θεός να μας προστατεύει κατά την περίοδο της δοκιμασίας. Μας αφήνει όμως φαινομενικά μόνους για να παιδαγωγηθούμε, για να μη βασιζόμαστε στον εαυτό μας. Το καλοκαίρι διαδέχεται ο χειμώνας, τη μέρα η νύχτα. Έτσι και η χάρις τη δοκιμασία.

Πόσες δοκιμασίες μας στέλλει ο Θεός προς το συμφέρον μας! Η δοκιμασία είναι επίσκεψη του Θεού. Γι’ αυτό όταν έρχεται να λέμε του Θεού «μείνε μαζί μας. Μείνε τούτη τη βδομάδα». Αντί αυτού όμως εμείς τον διώχνουμε, όπως οι Γαδαρηνοί του Ευαγγελίου και έτσι δεν καταλαβαίνουμε πως ενεργεί ο Θεός ούτε συνεργαζόμαστε μαζί του.

Όταν μας ρωτούν «πως πάτε», λέμε καλά. Εννοούμε, καλά στην υγεία. Μα τούτα δεν είναι τ’ αληθινά καλά. Ενώ όταν έχουμε πειρασμούς και δοκιμαζόμαστε, τότε παίρνουμε μισθό. Ο χριστιανός θα φανεί στις δοκιμασίες, στους πειρασμούς. Μας μαλακώνουν, ταπεινωνόμαστε, εγκρατευόμαστε, ενώ όταν δεν πειραζόμαστε… Είναι πολύ σοφά όσα λέει η Γραφή: «Εν θλίψει εμνήσθημεν σου… Εμνησθήμεν το πρωί του ελέους σου Κύριε… ευφρανθείημεν ανθ’ ων ημερών εταπείνωσας ημάς… Εν θλίψει επλάτυνας με… Μαστιγεί πάντα υιόν, ον παραδέχεται…». Διαφορετικά είμαστε νόθα παιδιά του Θεού.

Η χάρις είναι το προμήνυμα του πειρασμού. Φέρνει την είδηση: Ετοιμάσου και έρχεται πειρασμός. Δεν είναι δυνατόν εσύ να πετάς βόλια και σφαίρες, και ο εναντίος να σου στέλλει γλυκά.

  Η υπομονή τα νικά όλα. Δια της υπομονής θα σώσουμε τις ψυχές μας, «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι». «Ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». «Υπομονής χρείαν έχετε». Πρώτο παράδειγμα ο Ιώβ. «Ιδού μακαρίζομεν τους υπομένοντας…».

 Έρχεται το κύμα πάνω στον βράχο και φεύγει αφρισμένο. Αλλά τον βράχο δεν τον αγγίζει. Ότι υπομένεις είναι στεφάνι. Τι ψάχνεις να κάμεις καλοσύνες; Το να υπομένεις τις δοκιμασίες έχει παραπάνω μισθό.

Η τέλεια υπομονή είναι το να υπομένουμε σε όλα: σε φτώχεια, σε αρρώστια, σε κατηγορίες εις βάρος μας.

Οι περισσότεροι άγιοι ήταν δια Χριστόν σαλοί. Καταλάβαιναν ότι οι άνθρωποι τους επιβουλεύονταν, αλλά αυτοί προσποιούνταν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τίποτα από την έχθρα. Όχι πως συμφωνούσαν με τα λεγόμενα και γινόμενα από τους κακούς επίβουλους τους, αλλά δεν έλεγαν τίποτε. Σιωπούσαν. Τα έβλεπαν από ψηλά. Να ευχαριστάς τον παντογνώστη Θεό και να τον παρακαλείς να σου δώσει δύναμη να τα υπομένεις. Έτσι δεν θα γίνει αρχή για να δημιουργηθούν σκάνδαλα. Άμα μπει το πείσμα και οι παρεξηγήσεις, ειρήνη μη γυρεύεις.

Μακάριοι οι υπομένοντες. Ο Χριστός είπε πως «ο υπομένων εις τέλος ούτος σωθήσεται». «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών».

«Ο Κύριος υπερήφανους αντιτάσσεται…». Βέβαια, θα υπάρχουν περιπτώσεις που θα ταρασσόμαστε, θα φοβούμαστε, θα θυμώνουμε. Μίσος να μην κρατάμε

«Ζητείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε». Έχομε ψωμί και σκέπασμα; Φτάνει.

 Το ζήτημα της νηστείας κανονίζεται αναλόγως της αντοχής. Ένας αδύναμος και τη μισή νηστεία να κάμει τον φτάνει. Ακόμα είναι και πολλή. Το κατά δύναμιν… Θα πρέπει με διάκριση να νηστεύουμε όσο μπορούμε. Σήμερα, με τόσα πολλά αγαθά, ο κόσμος κουράστηκε να τρώει. Έτσι θα πρέπει να στραφεί στην νηστεία.

«Θείς τα γόνατα προσηύξατο». Οι απόστολοι είτε χειροτονία, είτε οτιδήποτε είχαν, έκαμναν προηγουμένως νηστεία. Κι οι πατέρες στα μοναστήρια, όταν είχαν θέμα μεγάλο, έκαμναν μια βδομάδα νηστεία να φανερωθεί τι πρέπει να γίνει. Οι άγιοι έτρωγαν για να ζουν, εμείς ζούμε για να τρώμε… Χρειάζεται πάλη, γιατί «τα αγαθά κόποις κτώνται».

Πολλές φορές στη σιγή της βραδιάς απολαμβάνει η καρδιά τους ψιθυρισμούς του Πνεύματος. Γίνεται ένας δέκτης η ψυχή που ελκύει το ανέσπερο φως. Σε ξάγρυπνους τσοπάνηδες αποκάλυψε ο Θεός το γεγονός της Γέννησης.

Η προσευχή είναι σαν αναπνοή. Όπως άμα πέφτεις, κοιμάσαι, περπατάς, τρως, αναπνέεις, έτσι και η προσευχή. Μακάρι και όταν τρως να κάμνεις προσευχή. Κάθε βούκκο (μπουκιά) μας να λέμε την ευχή.

Πόσοι άρρωστοι γίνονται καλά από την προσευχή των άλλων! Ή, πόσες οικογενειακές ασυμφωνίες θεραπεύονται με την προσευχή. Έχει και η προσευχή πολλή δύναμη. Επικαλούμεθα τη δύναμη του Παντοδυνάμου.

Η ομόνοια, η αγάπη, φέρνει τη γαλήνη και την ηρεμία. «Ανεχόμενοι αλλήλους εν αγάπη». «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε». Όχι ο καθένας το δικό του συμφέρον, αλλά των πολλών.

Στη διχόνοια να λαμβάνουμε πάντοτε τη θέση του αδελφού μας. Να λέμε: «Αν ήμουν εγώ, τι θα μου άρεσε να μου κάμουν»; Αν θέλουμε να φυλάξουμε τον εαυτό μας, θα πρέπει πρώτα να διασφαλίσομε τον αδελφό μας.

 Μετά τον γάμο θα πρέπει οι σύζυγοι να εγκαταλείπουν συναισθηματικά τους γονείς τους και να προσκολλάται ο ένας στον άλλον ̇ «Ένεκα τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα…».

Τα παιδιά μας είναι παιδιά του Θεού πρώτα κι ύστερα δικά μας. Γι’ αυτό πρέπει να τ’ ανατρέφουμε εν Κυρίω και να προσευχόμαστε γι’ αυτά.

Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση_ Panais from Lysi Cyprus__333panagis4Μαζί με όλη τη ζωή σου, ανάθεσε και τα μωρά σου στον Θεό. Όσον καιρό ζήσεις. Είναι δικά του παιδιά και σου τα έδωσε.

Να λες: «Τα πάθη του άντρα μου είναι πάθη μου ̇ τα ελαττώματα του δικά μου. Και οι αρετές του πάλι δικές μου. Μαζί θα τα πολεμήσουμε τα πάθη, αφού είμαστε ένα σώμα».

Είδες δυο και περνούν καλά;γνώριζε ότι είναι από τον ένα.

Πολλοί αντί να χωριστούν από τον παλαιό άνθρωπο, χωρίζουν από το σύντροφο τους, που’ ναι το σώμα τους. Τον παλαιόν άνθρωπο να χωρίσουμε κι όχι τον άντρα ή την γυναίκα μας. Επιβάτες στο αμάξι είναι τα παιδιά. Τα έδειξε ταιριαστά ο Θεός. Η εφαρμογή όμως λείπει. Ξέρεις τι σημαίνει να επιστρέψει στο σπίτι ο άντρας κουρασμένος από τη δουλειά του και να βρεθεί η γυναίκα να τον παρηγορήσει και να του πει δυο λόγια αγάπης! Ακουμπά ο άντρας στη γυναίκα. Κι αν ο άντρας πιάσει το μωρό, να μπορέσει η γυναίκα να κάμει τις δουλειές, τότε γίνεται πιο εύκολη η ζωή στην οικογένεια.

«Ανεχόμενοι αλλήλους εν αγάπη». Όπου υπάρχει ειρήνη και ομόνοια εκεί ο Θεός. Όταν έχεις ζευγάρι βοδιών μονόουλον (σύμφωνο), το ζηλεύουν όλοι. Σηκώνουν και το βαρύ φορτίο.

 «Όπου είναι δύο και συμφωνήσουν σε όλα, ότι μου ζητήσουν θα τους το δώσω», είπε ο Χριστός. Είναι συνήθως πολύ δύσκολο να συμφωνήσουν δύο. Για να συμφωνήσουν θα πρέπει να ζουν και οι δύο εν Κυρίω.

Όταν ο Κύριος οδηγήθηκε στον Πιλάτο δεν απολογήθηκε, γιατί ήταν ώρα να σιωπήσει. Πολλές φορές διδάσκει και η σιωπή.

 Πάντοτε με επιφυλάξεις, με μέτρο. Όχι πολλές επικοινωνίες… Η παρρησία δεν είναι καλή.

Να μην λέμε χίλια-δυο λόγια, περιττά λόγια, αλλά να μένουμε στα λίγα και ωφέλιμα.

Όποιος καταλάβει τη ματαιότητα του κόσμου, δεν τον θλίβουν τα κοσμικά, και αποδίδει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ».

Ο πραγματικά ταπεινός μένει στη θέση του για ότι και να τον επαινέσουν κι ότι χαρίσματα και να’ χει. Δεν ταπεινολογεί, αλλά ταπεινοφρονεί. Ενώ ο υπερήφανος, όταν τον ταπεινώσουν λέει: «Δεν ήξεραν την αξία μου». Αν μας κατηγορούν για κάτι που δεν εκάμαμε, να χαιρόμαστε και να λέμε «δοξάζω σε Θεέ μου, ενώ έτσι δουλειές δεν εκάμαμε, μας κατηγορούν οι συνάνθρωποι μας».

Όσοι διδάσκουνε, να μην έχουνε την απαίτηση απ’ αυτούς που τους ακούν να αποδέχονται αμέσως τη διδασκαλία τους. Ο Θεός έχει όλη τη δύναμη αμέσως να μας κάμει όπως θέλει. Όμως λέει: «Όστις θέλει οπίσω μου έλθειν…». Μόνο ο ενάντιος βιάζει, ο Κύριος δεν αναγκάζει. Πάντοτε ενεργεί με την υπομονή. Η χάρις του Θεού αβίαστα και ελεύθερα φωτίζει και ευλογεί τους πάντες.

Ευτυχής είναι όποιος είναι ευχαριστημένος με ότι έχει και ότι είναι.

Από το βιβλίο ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, π. Ανδρέα Αγαθοκλέους, έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος, Λυθροδόντας – Κύπρος

Συνέντευξη Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου που παραχώρησε στον π. Ανδρέα Αγαθοκλέους, τη Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2012, στη Μητρόπολη Μόρφου στην Ευρύχου, με θέμα τον όσιο Γέροντα Παναή από τη Λύση.
http://www.immorfou.org.cy/metropolitan/interviews/354-geropanais.html


Venerable Old Man Panais of Lysi Cyprus lived God in his heart and transferred to eneryone the grace of the Holy Spirit.

Venerable Old Man Panais of Lysi, the grandfather Panais from Lysi Cyprus

Reposed on December 30

The Venerable Old Man Panais from Lysi Cyprus
By Archimandrite Gabriel, Abbot of the Monastery of the Holy Apostle Barnabas Cyprus

Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση_ Panais from Lysi Cyprus__333panagisOld Man Panais, as I knew him from my young people, sixty years ago, lived stormily in love with God at a time seeing that office idea was low and indifferent. He found God together with his brother Vasili, praying and studying the few books they possibly will find at the time, twice as the pamphlets of the Zoe Brotherhood. He was not solemn by this, equally he had a Christian personal history from his parents, who led them to the Cathedral and largesse.

He knew about the anxiety of the nous in prayer and how understanding what one is saying is everything, which exalts man and illuminates him. For this rationality he replied with a parable to a insist on how to revolve the nous. The nous, he assumed, is delicate a horse which, if you do not tie it to a prevent, you cannot run into it easily. Not later than this parable he theoretical noetic faithfulness to prayer. His earnest prayer was old hat with the dedication he had, chanting or reading the prayers and twice as the Six Psalms of Matins, with enliven and awe, making them a statement of his very own ideal.

The Cathedral was his school, the bastion of his ideal, and his love for the Panagia twice as, whom he served with enliven, was something alien. Grant he found the coffee break to study ecclesiastical texts and farm out spiritual propose to weary souls that thirsted for the word of God and for comfort. For every ideal runs to the Cathedral seeing that they are in pilot and previous to difficulties in life. This was very a lot exemplified by his ghost in the homes of the unhealthy and introduce somebody to an area marked death, as everyone would possibility Old Man Panais, who was thus a juvenile man, to crack his words and counsels which they would accept in need insist as if it was God’s reply. Not later than his self-effacing ghost he would farm out a phone call of the love of God in his rural community, in Lysi, everywhere he full-grown a office community.

In works of love he would act stealthily, double-jointed according to the Gospel teaching “not rent your moved out hand know what your understand hand is perform”. His hope was in need uncertainties, in the same way as God as a Lead, who would not farm out His child a stroll sooner of a companion or a stone sooner of cash.

He had three stipulations – that we bind and ask from God our Lead to farm out us living hope, noteworthy hunt and industrious love. These were his three requirements, and as a fourth he included the gift of judgment, that we may know what gives engine to what we are saying and perform. The way of life of Old Man Panais was to workers, to pursuit communion with God, to pray and to give prominence to God. He lived in celibacy according to Christ and lived it plainly, having as a perfect example his guru and spiritual twitch the most-ascetic Lead Cyprian of the Hallowed Monastery of Stavrovouni.

Lead Cyprian knew the religion of Old Man Panais manage the judgment that creepy his ideal and gave him his blessing to take lodgings in the world catechizing the kind in need monastic garb, but directly as a man of the world, that he may build up souls. This was his wish and order up until the eve of his death, seeing that he was visited. Depressing and day he persistent to prayers on his part, twice as seeing that he was by himself, with alien apprehensiveness, equally he held that man can find God with harsh prayer. So he read or chanted, he josh with God, expressing his own wishes with the words of the hymns, twice as the Six Psalms, and oftentimes broke his ideal in apprehensiveness petitioning in a bleeding mode that arrogant you in sentence the love of God.

In the same way as can one say about the love that creepy him. He ran wherever as an low profile not special friend, twitch and brother, to farm out comfort to weary souls, to widows and to the unhealthy. His words and part of the pack were a light and life, a ameliorate for in tears souls and often distinguished by the indifferent and precarious. He lived and josh what was assumed by the Apostle Paul: “Who is colorless, and I do not chime weak? Who is led wearing sin, and I do not confidential burn?” (2 Cor. 11:29).

Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση_ Panais from Lysi Cyprus__333panagis4Holy Scripture and the Lives of the Saints were the basis of his words and advice and it was thought that he walked together with God. In the church and at his home he created a teaching circle, where groups of men and women came to hear his words and advice for their spiritual edification tirelessly for hours. He lived God in his heart and transferred to eneryone the grace of the Holy Spirit. He did not belong to the office of the Priesthood, but he transferred priestly blessing and sanctification om the soul by grace. He was a Venerable One, as saint Gregory of Nyssa makes mention. When a person renounces that which belongs to them, when they lift their cross and follow Crist and offer themselves as a burnt offering on the altar of God, when they love their brethren so that they give their soul for themwhen they battle to the point of death for righteousness and truth, when they live in ascetisicism and are crucified for Him and like Him for the world, and offer themselves as a sacrifice, because they are transformed with the constant invocation of the Holy Spirit for their brethren. This was Old Man Panais in his life, a type of Crist and a man of piety, goodness and sacrifice.

Old Man Panais was a leave of pardon, both piously and materially, all but the requests of dire realm, in settlement with the Gospel: “Do not allow your used up hand to know what your authorization is decree.” At night like he walked in the dryness, like existing were not yet manner lights, he would go to the houses and tuck help for the dire of the small town to drag out the reproachful comfort. Oftentimes he advised and reconciled realm. He was endlessly longsuffering, uninterrupted, advisory with make somebody’s acquaintance. “Who is unprofessional, and I am not weak? Who is scandalized, and I do not incoming burn?”

He prayed for hours on his lap up lonely and within vigils in his early stages, and he had fine love for all.

It is existing that I heard they were visited by an exotic juvenile man, who spoke with them as a peculiar visitor and they loved him. Afterwards they brought him back to the small town to drag out him friendliness, but he told them he was in the small town with his mother and truthful afterwards they lost him. Of course this was whiz but a act of the Member of the aristocracy knock down Emmaus, and the burst of weight for their spiritual work that followed flared with the wisdom they were individual by elegance.

Source: Excerpt from: The Venerable Old Man Panais By Archimandrite Gabriel, Abbot of the Hallowed Monastery of the Holy Apostle Barnabas, Translated by John Sanidopoulos. http://www.johnsanidopoulos.com/2013/12/the-venerable-old-man-panais-1-of-5.html

O Holy and God-bearing Father Panais from Lysi, pray to Christ our God that we too may receive the Heavenly Light of Christ’s Eternal Kingdom!

 


Ο άγιος Γέροντας Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης μάζευε τον πόνο των πονεμένων και θέρμαινε τις καρδιές τους με την αγάπη του την πνευματική, που έμοιαζε με ανοιξιάτικη λιακάδα. 

Γέννηση του Ιησού Χριστού_ Рождество Христово_ Nativity of Christ_Χώρα στην Κωνσταντινούποληchora3

Εκοιμήθηκαν

Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809 – + 17/30.12. 1886).
Παναγής/Παναγιώτης Χατζηϊωνᾶς, λαϊκός γέροντας στη Λύση της Κύπρου (30/12, +1989)

Γεώργιος ο Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης_Elder Hatzi-Georges the Athonite_ Афонский старец Хаджи-Георгий -hatzi-georgeΟ Οσιότατος Πατήρ ημών Γεώργιος γεννήθηκε στην Κερμίρα της Καππαδοκίας το 1809. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι, όχι μόνο από αρετές, άλλα και από αγαθά του Θεού, τα οποία σκορπούσαν στους φτωχούς με την καρδιά τους. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιορδάνης και ήταν από την Κερμίρα, η δε μητέρα του λεγόταν Μαρία και ήταν από το Γκέλβερι (Καρβάλη, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού).

Αφού απέκτησαν δυο παιδιά, τον Γαβριήλ (Χατζή-Γεώργη) και τον Αναστάσιο, μετά ζούσαν πιο πνευματικά και αγαπημένοι σαν αδέλφια (ζούσαν εν παρθενία). Ή μητέρα του, ή Μαρία, είχε ασκητικό πνεύμα από μικρή, διότι είχε αδελφή Μοναχή, Ασκήτρια, την οποία επισκεπτόταν και αργότερα με τα παιδιά της. Στον μικρό λοιπόν Γαβριήλ που άκουγε τις διάφορες διηγήσεις από την θεία τους για τους Ασκητάς, άναψε η επιθυμία στην παιδική του καρδιά να γίνει Μοναχός και προσπαθούσε να μιμηθεί τους Ασκητάς με αυστηρές νηστείες και προσευχές.

Ο πατέρας του, ο Ιορδάνης, ήταν ευλαβής και αυτός και ασχολείτο με το εμπόριο και τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στα ταξίδια. Αυτό φυσικά έδινε την ευκαιρία στην Μαρία να ζει άπλα, να μη «μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά», να παίρνει τον μικρό Γαβριήλ, επειδή είχε περισσότερη ευλάβεια, και να αγρυπνεί με άλλες γυναίκες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκλήσια.

Μπορούμε δε να πούμε, ότι και το γάλα της ευλογημένης αυτής Μάνας, που θήλαζε ο Γαβριήλ, ήταν ασκητικό.

Όταν μεγάλωσε λίγο ο Γαβριήλ, πήγε στο σχολείο, αλλά δεν μπορούσε να μάθει γράμματα, ενώ ήταν πολύ έξυπνος. Φαίνεται ήταν οικονομία Θεού, για να μάθη με Θεϊκό τρόπο γράμματα το αγιασμένο αυτό παιδί, Τέσσερα ολόκληρα χρόνια παιδεύτηκε στο σχολείο ο μικρός Γαβριήλ και δεν κατόρθωσε ούτε να συλλαβίζει. Επειδή τον μάλωναν οι γονείς του και ο δάσκαλος, εύρισκε ευκαιρία και έφευγε στις σπηλιές. Εκεί δε στην Κερμίρα ή Κερμίλ, ήταν η Σπηλιά με τα αποτυπώματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, όπου κατέφευγε πολλές φορές ο μικρός Γαβριήλ. Νήστευε δε πολύ και προσευχόταν, κάνοντας πολλές μετάνοιες εδαφιαίες, και όταν ένιωθε εξάντληση, έτρωγε χόρτα από  αυτά που φύτρωναν στο βουνό. Κάποτε μάλιστα είχε απουσιάσει ένα μήνα, είχε έρθει σε επαφή με Ασκητάς πού έμεναν γύρω στις σπηλιές, και ασκήτευε και αυτός κοντά τους σε μια σπηλιά. Τον βρήκαν μετά οι γονείς του και έκτοτε δεν τον μάλωναν πού δεν μπορούσε να μάθει γράμματα. μία μέρα, του είπε η μητέρα του με καλοσύνη:

 –Γαβριήλ, παιδί μου, πήγαινε στην Εκκλησία και παρακάλεσε την Παναγία να σε βοηθήσει  να μάθεις γράμματα.

Στην ενορία τους υπήρχε Θαυματουργός Εικόνα της Θεοτόκου. Ο μικρός Γαβριήλ, αφού έκανε τριήμερο νηστεία και πολλές μετάνοιες εδαφιαίες -με τις ώρες-, ξεκίνησε νύχτα για την Εκκλησία να προσευχηθεί για να μην τον ιδούν οι άνθρωποι.

Μόλις έφτασε στον Νάρθηκα, έπεσε στο κατώφλι της θύρας του Ναού και με ευλάβεια και με δάκρυα προσκύνησε απ” έξω, διότι η θύρα ήταν κλειστή. Ενώ παρακαλούσε την Παναγία, «Δώσε μου, Βασίλισσα τού Ουρανού, να μάθω γράμματα!», ξαφνικά άνοιξαν οι πόρτες της  Εκκλησίας, και μπήκε η Θεοτόκος, και παίρνοντας τον μικρό από το χέρι, τον έφερε στην Εικόνα του Χριστού και είπε: «Υιέ μου, δώσε στον μικρό Γαβριήλ να μάθη γράμματα». Κι όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος: Μ’ αυτά τα λόγια μ’ ευλόγησε με το Χέρι της, μ’ ασπάστηκε και είπε: «Τώρα, έμαθες γράμματα». Και μετά μπήκε στην βόρεια πύλη τού Ιερού. Βλέποντας ο Γαβριήλ ότι δεν βγαίνει, πήγε εκεί. Έψαξε σε όλη την Εκκλησία, αλλά δεν μπόρεσε να την βρει! Ήλθε μετά η ώρα τής ακολουθίας, έφτασε και ο νεωκόρος για να σημάνει και βλέπει τα πόρτες ανοιχτές και τον Γαβριήλ μέσα στον Ναό! Τα έχασε και ρώτησε με έκπληξη ! Πώς βρέθηκες εδώ;

Ο Γαβριήλ του διηγήθηκε με λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν. Ο νεωκόρος για να διαπιστώσει  την αλήθεια,  του έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσει, και ο Γαβριήλ άρχισε να διαβάζει ωραία και καθαρά. Τότε ο νεωκόρος του είπε : -Πράγματι, Εκείνη η γυναίκα ήταν η Παναγία! Μετά από αυτό το Θείο γεγονός, που έμαθε γράμματα με Θεϊκό τρόπο ο μικρός, οι γονείς του και όλοι οι συγγενείς του τον είχαν σε ευλάβεια. Ο Γαβριήλ όμως και πάλι πήγαινε στις σπηλιές και ασκήτευε, μάζευε  δε  και  τους φίλους του και έκτιζαν μικρό Μοναστηράκι με Ναό και κελάκια, έχοντας τον Γαβριήλ για Ηγούμενο. Σε ηλικία  δεκατεσσάρων χρόνων ακολούθησε και αυτός τους συγγενείς του στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχαν μάθει ότι τούρκεψε ο θείος που έμενε εκεί. Καθώς περνούσα από ένα ερημικό τόπο, τού είπε ο λογισμός ότι θα έβρισκε εκεί ερημίτες να τους πει να προσευχηθούν για τον θείο του πού  τούρκεψε. Άφησε λοιπόν τους συντρόφους του  και έψαχνε στο δάσος, άλλα δεν βρήκε κανένα ασκητή. Έχασε όμως και τους συντρόφους του και λυπημένος παρακαλούσε τον Άγιο Γεώργιο να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, του παρουσιάζεται ο Άγιος με   στολή αξιωματικού, με φωτεινό πρόσωπο και του λέει:

-Στ’ αλήθεια έχασες τον δρόμο Γαβριήλ;

-Ναι, τον έχασα, απάντησε ο μικρός.

-Έλα μαζί μου, του είπε ο Άγιος Γεώργιος και τον πήρε στο άλογο του, πρόφθασε αμέσως τους συντρόφους του, οι οποίοι θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό!

Μόλις έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, επισκέφτηκε μαζί με τους συγγενείς του τον θείο του, με πολύ πόνο. Ο θείος του είχε μεγάλη θέση στην αυλή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839)….

Ο Γαβριήλ παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη κοντά του και προσευχόταν πολύ. Έκανε δε σκληρούς αγώνες για να επιστρέψει ξανά στο χριστιανισμό, όχι μόνο ο θείος του, αλλά και ένας ιερέας μαζί με μερικούς άλλους, πού είχαν Τουρκέψει και εκείνοι από φόβο. Οι θερμές προσευχές του Γαβριήλ, με τις νηστείες και τις πολλές εδαφιαίες μετάνοιες, βοήθησαν για την θεία επέμβαση, και έγιναν καταρχάς κρυφοί χριστιανοί και αργότερα έφυγαν στην Σμύρνη. Και ο μεν θείος του έγινε νεωκόρος σ’ ένα ναό και αγωνιζόταν φιλότιμα με πολλή μετάνοια και αναπαύτηκε τη Λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως.

Μετά από την παραμονή του στην Πόλη επί τέσσερα χρόνια και την επιστροφή των άλλων στο Χριστό, σε ηλικία 18 χρόνων βλέπει τη Βασίλισσα των Ουρανών να του λέει. – πήγαινε στην εξωτερική πύλη του Φαναριού, στην αποβάθρα, όπου θα δεις ένα Μόναχο• με αυτόν να πας στο Άγιον όρος. Από την Κωνσταντινούπολη ο Γαβριήλ έφυγε το 1828 και μετά από λίγες ήμερες έφθασε το πλοίο στη μονή του Γρηγορίου.

Μετά από περίπου δυο μήνες ο Γαβριήλ έφυγε για τα Καυσοκαλύβια. Είχε μάθει για τον Παπά-Νεόφυτο «Καραμανλή», συμπατριώτη του, μεγάλο βιαστή και με πολλή χάρη Θεού. Πήγε λοιπόν και τον βρήκε στον Άγιο Γεώργιο στα Καυσοκαλύβια. 

Ενώ ήταν ακόμη δόκιμος ο Γαβριήλ, όμως παρουσίαζε σημεία προχωρημένου Μοναχού! Ήταν δηλαδή ασυρματιστής τού Θεού. Εκάρη Μοναχός εκεί στην Καλύβη τους, και μετονομάστηκε Γεώργιος.

Επειδή είχε αυξηθεί η συνοδεία του Παπά-Νεόφυτου στα Καυσοκαλύβια, ανέβηκαν στην Κερασιά, για να έχουν και περισσότερη ησυχία. Κατ’ αρχάς παρέμειναν τέσσερα χρόνια στο Κελί των Αγίων Αποστόλων, μέχρι που ετοίμασαν το Μεγάλο Κελί του Αγίου Δημητρίου και Άγιου Μηνά, όπου χωρούσε όλη ή Αδελφότητα. Εκεί στην Κερασιά ο Παπά-Νεόφυτος είχε δει όραμα και έβαλε το αυστηρό τυπικό της διαρκούς νηστείας και αδιάλειπτου προσευχής. Μετά άφησε τον Πατέρα Γεώργιο, τον Χατζή-Γεώργη, για Γέροντα, το 1848, και εκείνος πήρε κελί στις Καρυές

Οι Πατέρες της Συνοδείας του στην Κερασιά, ένιωθαν μεγάλη σιγουριά πνευματική και στον Χατζή-Γεώργη, γιατί είχε κάνει ο ίδιος υποτακτικός προηγούμενος και μπορούσε να καταλάβει τους υποτακτικούς. Χρησιμοποιούσε την κοπή του θελήματος με το Πατρικό πνεύμα, δηλαδή, να κόβει άλλοτε τον εγωισμό τον παιδικό και άλλοτε να φρενάρει τον ενθουσιασμό. Με άλλα λόγια, κλάδευε με διάκριση και δεν κουτσούρευε αδιάκριτα. Επειδή ο Γέροντας είχε αγιότητα, τα Καλογέρια του υποτάσσονταν από ευλάβεια και όχι από φόβο.

Δεν έπαιρνε ποτέ φάρμακα. Έλεγε δε στους υποτακτικούς του και στους επισκέπτες : «Το καλύτερο φάρμακο είναι η συχνή Μετάληψη των Άχραντων του Χριστού Μυστηρίων. Η συχνή Εξομολόγηση και η Θεία Μετάληψη είναι η σπουδαιότερη και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίγεια πνευματική αγαλλίαση και την Ουράνια ευφροσύνη».

Ο Χατζή-Γεώργης συμβούλευε ανάλογα τον καθένα, με διάκριση, και παρηγορούσε τις ψυχές και βοηθούσε με τις καρδιακές του προσευχές. Το πρόσωπο του ακτινοβολούσε από την αγία του ζωή και σκορπούσε Θεία Χάρη στις πονεμένες ψυχές… Από το πρωί μέχρι το βράδυ, μάζευε τον πόνο των πονεμένων και θέρμαινε τις καρδιές τους με την αγάπη του την πνευματική, που έμοιαζε με ανοιξιάτικη λιακάδα. Γεώργιος Χατζηγιώργης ο Αθωνίτης_Elder Hatzi-Georges the Athonite_ Афонский старец Хаджи-Георгий -hadgi-georgi2

Δεν είχε σχέδια δικά του, γι’ αυτό τον πέρασε ο Θεός στο θείο Του σχέδιο, τον έκανε Πνευματικό Πατέρα. Επειδή είχε γνωρίσει την μεγάλη αξία του Αγγελικού Σχήματος, δεν επιθύμησε άλλα αξιώματα. Πολλοί ήθελαν να γίνουν υποτακτικοί του, και ιδίως ανήλικα παιδιά που δεν τα δέχονταν στα Μοναστήρια, αλλά ο Χατζή-Γεώργιος τα λυπόταν και τα κρατούσε, από ηλικίας δέκα πέντε χρόνων, και τα προστάτευε σαν στοργικός Πατέρας, αλλά και σαν καλή Μάνα.

Μέσα στην Συνοδεία του, πάντα θα είχε έξι-επτά μικρούς από Μοναστήρια ή από άλλες Συνοδείες, μέχρι να βγάλουν τα πραγματικά γένια και τα πνευματικά φτερά κοντά στον Άγιο Γέροντα. Επειδή ήταν πολύ θερμή η πνευματική ατμόσφαιρα του Χατζή-Γεώργη, διάχυτη η Χάρις του Θεού, και θερμαίνονταν οι Πατέρες πνευματικά, επόμενο ήταν να μην τους χρειάζονταν πολλές υλικές τροφές και θερμίδες. Η συνηθισμένη τους τροφή ήταν ξηροί καρποί και μέλι. Αρτύσιμα ποτέ δεν έτρωγαν, ούτε και λαδερά. Το δε Πάσχα, αντί για αυγά, έβαζαν πατάτες και τις έβαφαν κόκκινες. Όλες τις Άγιες ημέρες, οι Χατζή-Γεωργιάτες τις χαίρονταν πνευματικά και όχι με καλά φαγητά. Η Χάρις του Θεού τους δυνάμωνε και σωματικά και ήταν υγιέστατοι. Εάν καμιά φορά κρυολογούσε ένας αδελφός, θέρμαινε λίγο τον φούρνο ο Γέροντας και όταν ταπεινωνόταν η θερμοκρασία, δοκίμαζε με το χέρι του, και τότε έμπαινε μέσα ο κρυολογημένος αδελφός και γινόταν καλά. Εάν πάλι τύχαινε να πάθει κάτι άλλο, τον έβαζε μπροστά στο προσκυνητάρι, και έκαναν ολονύκτια προσευχή, παρακαλούσαν την Παναγία, και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας έπαιρνε την Θεία Κοινωνία, αντί για φάρμακο, και γινόταν καλά. Εκτός εάν ήταν κανένα Γεροντάκι στα τελευταία του και υπέφερε, οπότε το έπαιρνε ο Χριστός κοντά Του, για να το ξεκουράσει πια αιώνια.
Είχε μεγάλη παρρησία στον Θεό ο άγιος Γέροντας, όπως και οι Πατέρες της Συνοδείας του, διότι είχαν γίνει σαν Άγγελοι. Είχαν εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο και πετούσαν ψηλά. Ο νους τους βρισκόταν πάντα στον Θεό. Είχε δε και άλλους υποτακτικούς ηλικιωμένους, περίπου εκατό, σε άλλα κελιά γύρω του, επειδή δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν στο αυστηρό Χατζή-Γεωργιάτικο τυπικό, τους οποίους οικονομούσε και στα απαραίτητα, για να είναι αμέριμνοι και να κάνουν προσευχή για την σωτηρία τους και για την σωτηρία όλου του κόσμου. Από τους ηλικιωμένους αυτούς οι περισσότεροι ήταν Ρώσοι.

Στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη έβλεπαν οι άνθρωποι θεϊκή λιακάδα και εύκολα άνοιγαν τις πονεμένες τους καρδιές και θεραπεύονταν.

Το εργόχειρο τους ήταν η Αγιογραφία. Έκαναν δε και άλλα εργόχειρα, αλλά δεν έπαυαν να εργάζονται και νοερώς την αδιάλειπτη προσευχή. Όσους Πατέρες έβλεπε να αγαπούν περισσότερο από τους άλλους τις μετάνοιες και την προσευχή, τους απάλλασσε από τα διακονήματα και τους έλεγε να κάνουν συνέχεια προσευχή και μετάνοιες για όλο τον κόσμο, επειδή ο Άγιος Γέροντας ενδιαφερόταν και για την σωτηρία των ψυχών όλου του κόσμου. Κάποτε, είχε προβλέψει κι ένα ατύχημα που θα συνέβαινε στην οικογένεια του Τσάρου .. 

Ο ίδιος ο Γέροντας ήταν μονοχίτων, μ’ ένα ζωστικό (αντερί) και ένα παντελόνι. Περπατούσε πάντα ξυπόλυτος και μόνο στον Ναό φορούσε κάτι χονδρές κάλτσες. Ο καλός Θεός όμως τον θέρμαινε με την πολλή αγάπη Του.. Όσοι γνώρισαν τον Γέροντα τον ευλαβούνταν ως Άγιο, όπως φυσικά και ήταν Άγιος. Μάλιστα, πολλοί ευλαβείς προσκυνηταί Ρώσοι έπαιρναν φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη και τις πήγαιναν στους άρρωστους στην Ρωσία, οι οποίοι τις ασπάζονταν με πίστη και θεραπεύονταν. Οι φωτογραφίες του Χατζή-Γεώργη βρίσκονταν στα εικονοστάσια των Ρώσων μαζί με τις εικόνες των Άγιων. 

Όλα αυτά όμως τα θαυμαστά σημεία, μαζί με την ευλάβεια των ανθρώπων, ακόμη και του Τσάρου, στο πρόσωπο του Χατζή-Γεώργη, είχαν δημιουργήσει, όπως ανέφερα, μεγάλη ζήλια με φθόνο σε ορισμένους Ρώσους Αγιορείτες. Γι’ αυτό τον συκοφάντησαν στους “Έλληνες Ότι δήθεν αγαπάει την Ρωσία και τον Τσάρο ο Χατζή-Γεώργης, ενώ αυτοί αγαπούσαν τάχα την Ελλάδα…. Βρέθηκαν δυστυχώς τότε μερικοί καχύποπτοι Έλληνες και τα πίστεψαν, γιατί εκείνη την εποχή υπήρχαν ανθρώπινα μίση, επειδή υπήρχε και προπαγάνδα Ρωσική. Οι σχέσεις όμως του Αγίου Γέροντα με τους Ρώσους, ήταν καθαρά πνευματικές. Την ίδια εποχή είχε πέσει και ένας άλλος πειρασμός μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων στην Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος, διχόνοια μεγάλη.

Είχαν καλέσει τον Γέροντα Χατζή-Γεώργη, για να τους συμφιλιώσει, και εκείνος πηγαινοερχόταν δυο μήνες και έκανε προσευχή. Τότε είδε σε όραμα την Παναγία να μοιράζει εξ ίσου ευλογίες στους Έλληνες και στους Ρώσους, και κατάλαβε ο Γέροντας από το όραμα αυτό, ότι έπρεπε να μείνουν και οι Έλληνες και οι Ρώσοι στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος και να έχουν αγάπη. Οι σκανδαλοποιοί όμως που υπήρχαν στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και των δυο παρατάξεων, επειδή δεν τους συνέφερε η ειρήνη και η αγάπη, όχι μόνο δεν υπάκουσαν στην συμβουλή του Γέροντα Χατζή-Γεώργη, που ήταν επιθυμία της Παναγίας, αλλά και συμφώνησαν να τον διώξουν από την Μονή για να συνεχίσουν τις προστριβές τους, όπως και έγινε.

Και διέλυσαν την Αγγελική Αδελφότητα του Χατζή-Γεώργη από την Κερασιά. Οι μεγάλοι Πατέρες σκόρπισαν σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους από δυό-δυό και από τρεις-τρεις. Ο Γέροντας Χατζή-Γεώργης όμως είχε και την ευθύνη των μικρών. Πήγε στη πρώτη του μετάνοια, στην Ι.Μ. Γρηγορίου, και έκτισε ένα κελί του Άγιου Στεφάνου, ψηλά στο δάσος, και σύμμασε όλα τα μικρά Καλογέρια της Συνοδείας του, σαν καλός Πατέρας και σαν στοργική μάνα και τα προστάτευε.

Και ξανά συκοφαντούν τον άγιο Γέροντα στη Μονή Γρηγορίου λέγοντας: «Ο Χατζή-Γεώργης έχει κι άλλους πολλούς Μοναχούς κρυμμένους στο βουνό, τους οποίους δεν έχει γραμμένους στη Μονή, και κρύβει τα σχέδια του…». Επόμενο ήταν να μπουν σε λογισμούς οι Γρηγοριάτες και να τον διώξουν από την περιοχή τους. Ο Γέροντας τότε αναγκάστηκε να φιλοξενηθεί στον υποτακτικό του Πατέρα Ευλόγιο, στον Άγιο Γεώργιο «Φανερωμένο», και μετά πήρε το Ρώσικο κελί του Αγίου Στεφάνου στην Καψάλα.
Δεν έπαψαν όμως και από εκεί, δυστυχώς, να βάζουν σκάνδαλα οι άνθρωποι που τον ζήλευαν και τον φθονούσαν, μέχρι που έπεισαν και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και υπέγραψαν την εξορία του Χατζή-Γεώργη, να διωχθεί δηλαδή από το Άγιο Όρος! «Η Ιερά Κοινότης δια πράξεως αυτής ληφθείσης τη 27η Οκτωβρίου του 1882 έτους εν τη ΝΒ’ συνεδρία αυτής, ίνα παραλίπωμεν τας προγενεστέρας, προέβη τη αιτήσει της Ιεράς Μονής του Ρωσικού εις την έξωσιν του Έλληνος Χατζή-Γεωργίου εκ του Ρωσικού Κελιού «Άγιος Στέφανος» ως μη συμμορφουμένου προς τα καθεστώτα του Ιερού ημών τόπου».ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ-Гора́ Афо́н1714

Έφθασε λοιπόν ο άνθρωπος του Θεού Πατήρ Γεώργιος στον τόπο της εξορίας του, στον Μαρμαρά, στην Κωνσταντινούπολη, πληγωμένος και αποχωρισμένος πια από τα πνευματικά του παιδιά και από το Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιο Όρος.
Ενώ πετούσε σαν Σταυραετός ψηλά στον Άθωνα, δυστυχώς όμως, μερικά ζωηρά παιδιά, όχι της Συνοδείας του, αλλά ξένα, συνέχεια του έσπαζαν τα φτερά και του χαλούσαν την φωλιά, μέχρι που τον φυγάδευσαν τον Χατζή-Γεώργη. «Το αγκωνάρι όμως, όπου κι αν πεταχτεί, πάλι για αγκωνάρι θα χρησιμοποιηθεί». Βρήκε ένα ερημωμένο Μοναστήρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στον Μαρμαρά, του Αγίου Ερμολάου και Αγίου Παντελεήμονος, και εκεί συνέχισε πάλι την ασκητική ζωή του.
Η παρουσία του Χατζή-Γεώργη στην Κωνσταντινούπολη, εκείνη την εποχή, ήταν βάλσαμο θεϊκό στις ψυχές των πονεμένων Χριστιανών, διότι υπέφεραν πολύ από τον βάρβαρο Σουλτάνο Αβδούλ-Χαμίτ κατά το 1883. Ο άγιος Γέροντας δεν σκορπούσε μόνο θεϊκή παρηγοριά στις πονεμένες ψυχές, άλλα και θεράπευε πονεμένα σώματα με την χάρη του Θεού που διέθετε και έκανε θαύματα! Ακόμη και η ζώνη του θαυματουργούσε!..

Μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είχε το νου του φωτεινό και συμβούλευε με Θεία διαύγεια. Πέρασε στο κρεβάτι. Του πονούσε πια όλο το σώμα του και περισσότερο τα πόδια του, και δεν μπορούσε να περπατήσει. ζήτησε και κοινώνησε και ανεπαύθει εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου του 1886 (παλαιό εορτολόγιο) και ετάφη στο Μπαλουκλή, στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής της Θεοτόκου, στον ίδιο τάφο που είχε Θαφτή και ο αδελφός του Αναστάσιος, τρία χρόνια πριν από την κοίμηση του Γέροντα. 

Εκείνες δε τις ημέρες στο Άγιον Όρος ήταν στο κρεββάτι και ο Πάπα-Νεόφυτος (κουρά του Παπα-Νεοφύτου του Καραμανλή), ο παραδελφός του, που έμενε στα Κατουνάκια, στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ενώ το Γεροντάκι ήταν στο κρεβάτι και κοίταζε ψηλά, ξαφνικά έγινε εκτός εαυτού κι έχασε τις αισθήσεις του! Σε λίγο, αφού συνήλθε, λέει:
-Τώρα δα, ήμουν στην Κωνσταντινούπολη, στου Χατζή-Γεώργη.
-Και τι μας έφερες από εκεί; Τον ρώτησε ο υποτακτικός του Πάπα-Ιγνάτιος.
-Να, σας έφερα κόλλυβα.
-Και τι σου είπε; συνέχισε να ρωτάει ο Πάπα-Ιγνάτιος.
-Μου είπε, «σε τρεις ήμερες, θα έρθω για σένα», απάντησε ο Γέροντας κι έπαψε να μιλάει.
«Εμείς, έλεγε ο Πάπα-Ιγνάτιος, δεν δώσαμε σημασία στα λόγια του Γέροντα».
Αλλά προς έκπληξη των υποτακτικών του ο Πάπα-Νεόφυτος, χωρίς να έχει καμία αρρώστια, εκτός από την γεροντική εξάντληση, πράγματι, μέσα σε τρεις ημέρες, δηλαδή στις 20 Δεκεμβρίου 1886, παρέδωσε ειρηνικά και αυτός την ψυχή του, ενώ ο Χατζή-Γεώργης είχε φύγει στους Ουρανούς στις 17 Δεκεμβρίου 1886, ακριβώς την ημέρα και την ώρα πού είχε δει το όραμα ο Πάπα-Νεόφυτος.

 Τον αποκαλούσαν μάλιστα οι Τούρκοι «μπιζίμ μπαμπά» τον Χατζή-Γεώργη, δηλαδή «Πατέρα μας». Ο Χατζή-Γεώργης είχε πολλή αγάπη για όλους, άδολη. Ήταν πάντοτε ειρηνικός, ανεξίκακος και συγχωρούσε. Είχε μεγάλη καρδιά, γι’ αυτό όλα και όλους τους χωρούσε, όπως ήταν. Είχε εξαϋλωθεί κατά κάποιον τρόπο. Ζώντας την Αγγελική ζωή, έγινε Άγγελος και πέταξε στους Ουρανούς, διότι δεν κρατούσε τίποτα, ούτε ψυχικά πάθη ούτε υλικά πράγματα. Όλα τα πετούσε, γι’ αυτό και πέταξε ψηλά. Επειδή ο άγιος Γέροντας είχε ταλαιπωρηθεί άδικα από ανθρώπους, πιστεύω να αξιώθηκε διπλό στεφάνι από τον Χριστό, του Οσίου και του Μάρτυρος. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, όταν δηλαδή βασανίζεται κανείς από Χριστιανούς, είναι οδυνηρότερος ο πόνος, γιατί οι άνθρωποι του Θεού πονάνε πιο πολύ για την σκληρή συμπεριφορά των άλλων, που δεν αρμόζει σε Χριστιανούς. Ο Άγιος Πατέρας φυσικά, προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, όπως συνήθως και οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, γι’ αυτό αδικείται με τα λίγα αυτά που γνωρίζω και γράφω. 

Κήρυττε Χριστό και από μακριά. Έκανε θαύματα, έβλεπε οράματα θεϊκά, και είχε και το διορατικό χάρισμα. Πολλή χάρη Θεού, η οποία δεν τον πρόδωσε! Όταν έγινε ή εκταφή των Ιερών Λειψάνων του, άρρητη ευωδιά σκόρπισε από τα Άγια του Λείψανα

Όσιε του Θεού Γεώργιε, ρίξε ένα ευσπλαχνικό βλέμμα και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο Παϊσιο.

«Άξιον Εστίν» τη 11η Ιουνίου 1983. Κουτλουμουσιανό κελί «Παναγούδα», Άγιον Όρος. Δόξα τω Θεώ.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη, ο “Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης (1809-1886)», έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Μοναζουσών Ευαγγελιστής ο Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης.’

Ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης περπάτησε στη γη και η γη δεν τον κατάλαβε.
https://iconandlight.wordpress.com/2016/12/27/%CE%BF-%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AC%CF%84/

Όπου άνθρωπος ταλαίπωρος. Εκεί και ο Χριστός.επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης
https://iconandlight.wordpress.com/2016/12/25/%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%AF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CF%87%CF%81/

Στο πρόσωπο του Χριστού ο κάθε αδικημένος
https://iconandlight.wordpress.com/2016/12/22/%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D-%CE%BF-%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B5-%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD/

Ει εμέ εδίωξαν …Μόσχου Λαγκουβάρδου
https://iconandlight.wordpress.com/2015/12/21/%CE%B5%CE%B9-%CE%B5%CE%BC%CE%AD-%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CF%89%CE%BE%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CF%8C%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%85/


Tragedy is to be found solely in the fortunes of the man whose gaze has not gone beyond the confines of this earth. Elder Sophrony Sakharov of Essex

14.000 Νηπίων υπό του Ηρώδου _-14 000 младенцев убиты царем Иродом _14,000 Infants14000_2

14,000 Infants (the Holy Innocents) slain by Herod at Bethlehem

Commemorated on December 29

Precious in the sight of the Lord is the death of His saints!

by Bishop Nikolai Velimirovic

When the Magi from the east did not return to Jerusalem from Bethlehem to inform Herod about the newborn King but rather, at the angel’s command, returned to their homeland another way, Herod became as enraged as a wild beast and ordered all the children two years old and under in Bethlehem and its surroundings to be killed. This frightening command of the king was carried out to the letter. His soldiers beheaded some of the children with swords, smashed others against stones, trampled others underfoot, and strangled others with their hands. And the cries and wails of the mothers rose to heaven, Lamentation, and bitter weeping; Rachel weeping for her children (Jeremiah 31:15, Matthew 2:18), as had been prophesied. This crime against the multitude of innocent children was carried out a year after the birth of Christ, at the time when Herod was seeking to find the Divine Child. He asked Zacharias about his son John, so that he might kill him, since he naturally thought that John was the new king. As Zacharias* did not turn John over, he was slain in the Temple by order of Herod. St. Simeon the God-receiver would also have been murdered soon after the Presentation in the Temple, had he not already reposed in God. After murdering the children of Bethlehem, Herod turned against the Jewish elders who had revealed to him where the Messiah would be born. He then killed Hyrcanes, the high priest, and the seventy elders of the Sanhedrin. Thus, they who had agreed with Herod that the new Child-king must be killed came to an evil end. After that, Herod murdered his brother, sister, wife and three sons. Finally, God’s punishment came to him: he began to tremble, his legs became swollen, the lower part of his body became putrid, and worms came out of the sores; his nose became blocked and an unbearable stench emanated from him. Before his last breath, he remembered that there were many captive Jews in prison, and he ordered that they all be killed so that they would not rejoice in his death. Thus, this terrible ruler gave up his inhuman soul and handed it over to the devil for eternal possession.

*the Jewish elders hated Zacharias and sought from Herod that he be killed,the Theotokos and Joseph left from Jerusalem to Nazareth and then to Egypt.

Prologue from Ochrid,by Bishop Nikolai Velimirovic, January 11th (New Style) • December 29th (Old Style)Η φυγη στην ερημο προδρομου-ελισσαβετ_ St_ Elizabeth and the Precious John the Forerunner in the Desert_Бегств1-sf-zaharia-si-elisabeta-parintii-sf-ioan-botezatorul-10

St. Luke of Simferopol on St. John the Forerunner in the Desert

According to tradition, King Herod, after the slaughter of the children in Bethlehem, wanted to kill John, but he couldn’t find him. This angered him greatly, and because of this he ordered his father Zacharias be killed. His mother, having learned that the soldiers were looking for the child, took him and went with him to a desolate mountain region. There having lived a short time, his mother died and the small John remained by himself in the desert.
We do not know how the Lord God fed him, how he protected him from the wild animals, neither do we know how the young Forerunner learned to eat akrides and wild honey. But we firmly believe, however, that for God all things are possible. See, therefore, that from the beginning, the life of him who would be called “[greatest] among those born of women” (Matthew 11:11) was an unprecedented and unheard of life. He remained in the desert totally by himself until thirty years of age.

***

Elder Sophrony Sakharov of Essex

Η φυγη στην ερημο προδρομου-ελισσαβετ_ St_ Elizabeth and the Precious John the Forerunner in the Desert_Бегство прав. Ел1-sf-elisabeta-mama-sf-ioan-botezatorul-sec-i-9When we choose Christ we are carried beyond time and space, beyond the reach of what is termed ‘tragedy’.
Human life at whatever stage was unavoidably interlinked with suffering. Even love was full of contradictions and bitter crises.The seal of destruction lay everywhere.
I saw that there was no tragedy in God. Tragedy is to be found solely in the fortunes of the man whose gaze has not gone beyond the confines of this earth. Christ Himself by no means typifies tragedy. Nor are His all-cosmic sufferings of a tragic nature. And the Christian who has received the gift of the love of Christ, for all his awareness that it is not yet complete, escapes the nightmare of all-consuming death.
Christ’s love, during the whole time that He abode with us here, was acute suffering.
He lived the tragedy of all mankind; but in Himself there was no tragedy.
: ‘I am not alone, because the Father is with me. These things I have spoken unto you, that in me ye might have peace. In the world ye shall have tribulation: but be of good cheer; I have overcome the world’ (John 16.32,33)…Aware of the breath of the Holy Spirit, he is assured of the inevitable victory of Light…There is no deeper, more tragic conflict that the conflict between this world of ours and Christ.

The Father so loved us that He gave us His Son; but such was the will of the Son too, and He became incarnate and lived with us on earth.
“We do not think about how to change the world with our own powers. We strive to receive strength from God in order to act at all times with love.”

We shall not care what people think of us, or how they treat us. We shall cease to be afraid of falling out of favour. We shall love our fellow men without thought of whether they love us. Christ gave us the commandment to love others but did not make it a condition of salvation that they should love us. Indeed, we may positively be disliked for independence of spirit. It is essential in these days to be able to protect ourselves from the influence of those with whom we come in contact. Otherwise we risk losing both faith and prayer. Let the whole world dismiss us as unworthy of attention, trust or respect- it will not matter provided that the Lord accepts us. And vice versa: it will profit us nothing if the whole world thinks well of us and signs our praises, if the Lord declines to abide with us…Strange are the ways of the Lord. Man by himself cannot discover them. God, by His appearance, revealed to us the peculiar path to eternal salvation. He gave us an example in all things. He taught us how the Holy Spirit acts in us. …All of us today are in vital need of a firm faith in Christ’s eternal victory, that we, too, may become spiritually invincible… At all times and in all places we are held in the invisible Hand of our Heavenly Father.     Archimandrite Sophrony Sakharov. His Life is Mine.)

Troparion — Tone 1

As acceptable victims and freshly plucked flowers, / as divine first-fruits and newborn lambs, / you were offered to Christ who was born as a child, holy innocents. / You mocked Herod’s wickedness; / now we beseech you: / “Unceasingly pray for our souls.”

Kontakion — Tone 6
When the King was born in Bethlehem, the Magi came from the east. / Having been guided by the star on high, they brought Him gifts. / But in his exceeding wrath, Herod mowed down the infants as wheat; / lamenting that the rule of his kingdom had come to an end

Holy Innocent Infants of Bethlehem & Judea, Pray unto God for us!