iconandlight

Iconography and Hand painted icons

Άγιος Ιωάννης ο ησυχαστής, Επίσκοπος Κολωνείας, από σπόρο ενός σύκου βλάστησε και εκαρποφόρησε στην άγονη πέτρα.

Άγιος Ιωάννης ο ησυχαστής, Επίσκοπος Κολωνείας (454-558)

Εορτάζει στις 3 Δεκεμβρίου

Oυχ’ ησυχάζω. Kαι θανόντα γαρ στέφω,
Tον ησυχαστήν Iωάννην τοις λόγοις.

Σάββας ο Ηγιασμένος_Saint Sabbas the Sanctified_ св. Савва Освященный_монастыре преп. Саввы Освященного24Ο Άγιος Ιωάννης ο ησυχαστής, Επίσκοπος Κολωνείας κατά το τέλος της βασιλείας του Ζήνωνα, αφ’ ου για εννέα χρόνους εποίμανε την επαρχία του, παίρνει μια θεάρεστη απόφαση ν’ αναχωρήσει στην Αγία Πόλη και να ησυχάσει ερημικά από τα πράγματα του βίου.

Διέφυγε όλων την προσοχή και ολομόναχος ανέβηκε σε πλοίο. Έφθασε στα Ιεροσόλυμα και έμεινε στο πριν από την αγία πόλη γηροκομείο, που κτίστηκε από τη μακαρία Ευδοκία και είναι παρεκκλήσι του αγίου μάρτυρα Γεωργίου. Όταν ήλθε και είδε σ’ αυτό κοσμική οχλαγωγία, λυπήθηκε μέσα του και παρακαλούσε τον Θεό με δάκρυα να οδηγηθεί σ’ ένα τόπο ευχάριστο, ήσυχο και κατάλληλο για να σωθεί.

Καθώς λοιπόν ο τίμιος πατέρας μας Ιωάννης έμενε στο παραπάνω γηροκομείο αρκετό χρόνο, διανυκτερεύοντας με προσευχές, μια νύκτα περπατώντας μόνος στο μεσίαυλο του γηροκομείου και κοιτάζοντας προς τον ουρανό, βλέπει ξαφνικά αστέρι που έλαμπε με σχήμα σταυρού να έρχεται επάνω του κι ακούει φωνή που του έλεγε από εκείνο το φως: «Αν θέλεις να σωθείς, ακολούθα τούτο το φως».

Πίστεψε, εβγήκε αμέσως έξω και ακολουθώντας εκείνο το φως σαν οδηγό, ήλθε στη Μεγίστη Λαύρα του αγίου πατέρα μας Σάββα˙κατά το τριακοστό όγδοο έτος της ηλικίας του. Όταν λοιπόν έφθασε στην Μεγίστη Λαύρα, ευρήκε τον μακάριο Σάββα να έχει συνοδεία εκατόν πενήντα αναχωρητών, που περνούσαν με μεγάλη στέρηση των σωματικών πραγμάτων, αλλά ήσαν πλούσιοι σε πνευματικά χαρίσματα. Ο θησαυρός δε των κατορθωμάτων του Ιωάννη αποκρύφθηκε από τον γέροντα Σάββα,

Ο μακάριος Σάββας έλεγε: «όπως το άνθος προηγείται της καρποφορίας, έτσι προηγείται ο κοινοβιακός βίος του αναχωρητικού».

Ο μακάριος λοιπόν Σάββας, αφού τον υποδέχθηκε, τον παραδίδει στον οικονόμο της Λαύρας, για να παίρνει εντολές και να υπηρετεί σαν αρχάριος, αγνοώντας τον εσωτερικό του θησαυρό. Μετα τρία έτη του έδωσε ο πατέρας μας Σάββας ένα κελλί για να ησυχάσει.

Έτσι έμεινε τρία χρόνια. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδας δεν φαινόταν καθόλου σε άνθρωπο ούτε έτρωγε τίποτε, το Σάββατο όμως και την Κυριακή ερχόταν στην εκκλησία.  Και τόση κατάνυξη διέθετε, ώστε να χύνει άφθονα δάκρυα στον καιρό της αναίμακτης θυσίας και να μη μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του.

***

Πρόσθετη διήγησης περί της οσιακής μορφής του Αγίου, επίσης υπό Κυρίλλου Σκυθοπολίτου

Κάποια γυναίκα, Καππαδόκισσα στην καταγωγή, ονομαζόμενη Βασιλίνα, διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ήλθε στα Ιεροσόλυμα, έχοντας μαζί της έναν ανεψιό της που κατείχε ανώτερη τάξη. Αυτός ο ανεψιός κατά τα άλλα ήταν ευλαβής, αλλά δεν επικοινωνούσε με την Καθολική Εκκλησία, διότι είχε δεχθεί την ετεροδοξία του Σεβήρου. Η διάκονος λοιπόν κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μεταστρέψει τη γνώμη εκείνου και να τον ενώσει με την Καθολική Εκκλησία˙ γι’ αυτό και παρακαλούσε κάθε δίκαιο άνδρα να κάμει ευχή γι’ αυτόν. Η γυναίκα λοιπόν αυτή, όταν άκουσε για τη χάρη του θεσπέσιου Ιωάννη, επόθησε να τον προσκυνήσει˙ όταν όμως έμαθε ότι αντενδείκνυται να κατεβαίνει γυναίκα στη Λαύρα, προσκάλεσε τον μαθητή του Θεόδωρο και τον παρακάλεσε να τον πάρει και να τον μεταφέρει στον άγιο γέροντα, πιστεύοντας ότι με την ευχή του ο Θεός θα μεταβάλει την σκληροκαρδία του και θα γίνει άξιος να κοινωνήσει με την Καθολική Εκκλησία. Αφού ο μαθητής Θεόδωρος τον επήρε, κατέβηκε προς τον γέροντα, εκτύπησε τη θύρα, κατά τη συνήθεια, και τη στιγμή που ο γέροντας επρόκειτο ν’ ανοίξει, έβαλαν κι οι δύο μετάνοια.

Καθώς ο μαθητής είπε: «Ευλόγησε μας, πάτερ».

Ο γέροντας άνοιξε και λέγει προς τον μαθητή: «Εσένα σε ευλογώ, αυτός όμως είναι ανευλόγητος».

Όταν ο μαθητής είπε «μη έτσι, πάτερ», αποκρίθηκε ο γέροντας: «Πράγματι δεν τον ευλογώ, μέχρι που ν’ απομακρυνθεί από το φρόνημα των αποσχιστών και να δώσει ομολογία ότι θα κοινωνήσει με την Καθολική Εκκλησία».

Καθώς εκείνος άκουσε αυτά τα λόγια εθαύμασε για το διορατικό χάρισμα του γέροντα και αλλαγμένος από το θαύμα συμφώνησε με πεποίθηση να κοινωνήσει με την Καθολική Εκκλησία. Τότε ο γέροντας, αφού τον ευλόγησε και τον ανέστησε, του μετέδωσε πρώτος τα άχραντα μυστήρια, ξεπλένοντας κάθε διψυχία από την καρδιά του.

Όταν έμαθε αυτό η Βασιλίνα ένιωσε μεγαλύτερο πόθο να ιδεί με τα μάτια της τον άγιο γέροντα και εσκέφθηκε να μεταμφιεσθεί σε άνδρα, να κατεβεί προς αυτόν στη Λαύρα και να του εξομολογηθεί τα δικά της. Καθώς αυτό του εφανερώθηκε από αγγελική οπτασία, της δηλώνει λέγοντας: «Γνώριζε ότι, κι αν έλθεις, δεν θα με ιδείς˙ μη κοπιάζεις λοιπόν, αλλά μάλλον υπόμεινε και όπου μείνεις, θα σου παρουσιασθώ στον ύπνο, θα ακούσω όσα μου ειπείς και όσα μου υποδείξει ο Θεός, θα σου τα ανακοινώσω».

Αφού άκουσε εκείνη αυτά τα λόγια και επίστευσε, δέχεται την οπτασία καθαρά. Πράγματι της παρουσιάζεται στον ύπνο και της λέγει: «Να λοιπόν, ο Θεός μ’ έστειλε προς εσένα˙ πές μου, τι θέλεις».

Εκείνη, αφού είπε τα δικά της, εδέχθηκε κατάλληλη απόκριση και εσηκώθηκε, ευχαριστώντας τον Θεό. Όταν ήλθε ο μαθητής του γέροντα, του είπε και την εμφάνιση και τον χαρακτήρα. Εγώ άκουσα αυτά τα πράγματα από εκείνη την διάκονο Βασιλίνα και τα εξέθεσα στην παρούσα συγγραφή.

Ο τόπος στον οποίο εγκλείσθηκε εκείνος ο άγιος γέροντας έχει γκρεμό προς τα δυτικά πολύ ψηλόν, που χρησιμεύει σαν τοίχος, στον οποίο στηρίζεται η στέγη του κελλιού. Η πέτρα του γκρεμού είναι τόσο ξηρή και άνυδρη, ώστε να μη φέρει ούτε σταλαματιά στο κελλί. Μία ημέρα λοιπόν ο άγιος αυτός γέροντας επήρε τον σπόρο ενός σύκου και είπε στους μαθητές του Θεόδωρο και Ιωάννη: «Ακούστε με, τέκνα μου˙ αν η φιλανθρωπία του Θεού δώσει χάρη σε τούτο το σπέρμα και δύναμη σε τούτη την πέτρα για να καρπογονήσει, να γνωρίζετε ότι μου χαρίζει δωρεά τη βασιλεία των ουρανών».

Κι αφού είπε αυτά προσκόλλησε το σύκο στην αράγιστη εκείνη πέτρα. Ο Θεός που συναίνεσε να βλαστήσει και να ανθήσει η ξηρή ράβδος του Ααρών, διέταξε να βλαστήσει και η άρρηκτη τούτη και ξηρότατη πέτρα, για να δείξει στις μετέπειτα γενεές ποιά χάρη πέτυχε ο δούλος του. Όταν ο γέροντας είδε τον βλαστό ευχαρίστησε τον Θεό με δάκρυα. Κι αυτός ο βλαστός, ανεβαίνοντας προς το ύψος, έφθασε στη στέγη, την οποία και εγκρέμισαν, και γενικά, στον ένα χρόνο εκαρποφόρησε τρία σύκα. Ο γέροντας τα επήρε, τα εφίλησε με δάκρυα και τα έφαγε ευχαριστώντας το Θεό, ο οποίος τον ικανοποίησε, ενώ έδωσε μικρά κομμάτια και στους μαθητές του. Και να το δένδρο φωνάζει μαρτυρώντας την αρετή του γέροντα. Αφού αυτός ο θεοφόρος γέροντας έφαγε τα σύκα, ετοιμαζόταν για την έξοδο.

Επειδή έπειτα έφθασε σε βαθιά γεράματα, άνοιξαν οι μαθητές τον τόπο για να τον υπηρετούν.

Εγώ λοιπόν εισήλθα προς αυτόν και, καθώς είδα το φοβερό θέαμα του βλαστού, παρατηρούσα προσεκτικά πως ριζώθηκε κι αν είχε σχισμή η πέτρα, αλλά δεν μπόρεσα να εύρω, ώστε είπα έκπληκτος:

«Πω πω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεου˙ πόσο ανεξερεύνητα είναι τα κρίματά του και ανεξιχνίαστοι οι δρόμοι του!»

Διότι όσοι έχουν πολυχρόνια πείρα της Λαύρας του μακαρίου Σάββα γνωρίζουν ότι δεν γίνεται στον αέρα και στον κήπο συκιά ή άλλο δένδρο εξ αιτίας της πολλής θερμότητας και ξηρότητας των αέρων της Λαύρας.

Όπως μάλιστα άκουσα από την αγία γλώσσα του να διηγείται, κατά το εικοστό όγδοο έτος της ηλικίας του εχειροτονήθηκε επίσκοπος, καθώς έχει λεχθεί και παραπάνω, έκαμε στην επισκοπή εννέα έτη, έμεινε στη Λαύρα πρωτύτερα δώδεκα έτη, από τα οποία έξι υπηρέτησε και έξι ησύχασε, έμεινε στον Ρουβά έξι έτη και στο κελλί κλεισμένος, στο οποίο ησυχάζει ως τώρα, συμπλήρωσε σαράντα επτά έτη˙ και να, έφθασε το εκατοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του και είναι πολύ πρεσβύτης και φαιδρός στο πρόσωπο, προθυμότατος στην ψυχή και γεμάτος θεία χάρη. Ευχόμαστε και εμείς οι ταπεινοί στο Θεό να τον δυναμώνει κάθε φορά περισσότερο και να τον τελειώσει ειρηνικά.

Απολυτίκιον. Ήχος α’, Της ερήμου πολίτης

Της ερήμου πολίτης και εν σώματι Άγγελος, και θαυματουργός ανεδείχθης, θεοφόρε Ιωάννη , πατήρ ημών όσιε, νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τους νοσούντας και τας ψυχάς, των πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

 

Advertisements

Comments are closed.