iconandlight

Iconography and Hand painted icons

Ο Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης και ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης από την Μυτιλήνη

Αναστάσιος ο Πέρσης_Анастасий Персиянин_St Anastasius of Persia_0343_5434531Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης ο Οσιομάρτυρας

Εορτάζει στις 22 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Αναστάσιος έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. στα χρόνια του βασιλιά των Περσών Χοσρόη Β’ (590-628 μ.Χ.) και του αυτοκράτορα Κωνσταντινούπολης Ηρακλείου και ήταν Πέρσης. Γεννήθηκε στο χωριό Ραζήχ της επαρχίας Ρασνουνί και ήταν γιος του μάγου Βαβ και αρχικά ονομαζόταν Μαγουνδάτ (κατ’ άλλους Μαζοενδάτ). Όταν το 614 μ.Χ. οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα πήραν μαζί τους τον Τίμιο Σταυρό. Ο αιχμάλωτος Σταυρός τους γλύτωσε από την ειδωλολατρία και τους χάρισε την ελευθερία τους.
Όσο καιρό βρισκόταν στην Περσία ο Σταυρός πάντοτε άστραφτε και παντού άπλωνε τις ευεργετικές ακτίνες της χάριτος σαν όπλο σωτήριο και ακατανίκητο. Και εκείνες τις ψυχές πού δεν δεχόταν τα λόγια του ευαγγελίου τις μάστιζε. Εκείνοι όμως πού είχαν πολλή διάθεση, και δέχονταν την αληθινή πίστη του Χριστού, κατά τρόπον θαυμαστό τους φώτιζε.
Ένας από αυτούς πού δέχτηκαν την πίστη ήταν και ο Αναστάσιος.

Μέσα στην ψυχή του άναψε μυστικά η θεϊκή φωτιά με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση δέχθηκε τους σπόρους της ευσεβείας και καρποφόρησε καρπούς πίστεως. Το αποτέλεσμα ήταν, να απαρνηθεί και να εγκαταλείψει την πατρίδα του, τα πλούτη του, τους συγγενείς του και απ’ όλα αυτά τα πρόσκαιρα και μάταια και ανωφελή. Προτίμησε λοιπόν ν’ αποκτήσει ουράνια πλούτη.
Έτσι πρώτα ήλθε στην Ιεράπολι. Εκεί έμεινε στο σπίτι κάποιου Πέρσου Χριστιανού στο θρήσκευμα και χρυσοχόου το επάγγελμα. Ο Αναστάσιος παρεκάλεσε τον χριστιανό αυτόν Πέρση να τον βοηθήσει, ώστε να λάβει το άγιο βάπτισμα. Ήθελε ο Αναστάσιος να βαπτιστεί για να καθαρισθεί από κάθε αμαρτία και προ παντός από την μαγική σαπίλα, και να γίνει δούλος του Χριστού.

Ο χρυσοχόος όμως, επειδή φοβόταν τον Περσικό κίνδυνο, απέφυγε να τον βάφτιση. Ο Αναστάσιος πολλές φορές πήγαινε στην εκκλησία και προσευχόταν. Τότε έτρεξε και ήλθε στα Ιεροσόλυμα, για να βαπτιστεί. Ο Πατριάρχης Μόδεστος τον βάφτισε και του έδωκε το όνομα Αναστάσιος. Έπειτα πόθησε τον μοναχικό βίο και εκάρη μοναχός 

Η ψυχή του ποθούσε το μαρτύριο. Και η θεία Χάρις του έδειξε αυτό πού ποθούσε, σε ένα όραμα, το οποίον είχε ως εξής: Είδε ότι ανέβηκε σε κάποιο βουνό ψηλό και μετέωρο.
Εκεί κάποιος άνθρωπος του έδωκε ένα Χρυσό ποτήρι, το οποίον ήταν στολισμένο με πολύτιμους λίθους. Το Χρυσό αυτό ποτήρι ήταν γεμάτο από κρασί. Ο άνθρωπος, πού του το έδωσε, του είπε: Λάβε και πιες το.
Πράγματι, ο μακάριος Αναστάσιος το ήπιε το κρασί. Τότε δε του φάνηκε στην γεύση πολύ καλό, ώστε αισθάνθηκε στην ψυχή του και κάποια γλυκύτητα. Κατάλαβε ο Άγιος Αναστάσιος, προτού ξυπνήσει, ότι ο Θεός με το όραμα αυτό, του έδειξε το μαρτύριο, πού επρόκειτο να του κάμουν.
Όταν ξύπνησε με δάκρυα ο Αναστάσιος πήγε και έπεσε στα πόδια του δασκάλου του και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι αυτόν, διότι το τέλος της ζωής του πλησιάζει. Του διηγήθηκε κατόπιν το όραμα του αλλά δεν του φανέρωσε την επιθυμία του ότι θέλει να μαρτυρήσει μήπως ο δάσκαλος του τον εμποδίσει.

Σε λίγο όμως, χωρίς να πάρει μαζί του ούτε άρτους, ούτε αργύριο, ούτε άλλο ιμάτιο εκτός από αυτό πού φορούσε, έφυγε κρυφά από το Μοναστήρι. Φεύγοντας από το Μοναστήρι, ήλθε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Εκεί ήταν ο ναός της Αειπαρθένου Θεοτόκου. Στον ναό αυτό ο Άγιος έμεινε επί δύο ημέρες προσευχόμενος. Ζητούσε να τον οδηγήσει σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής του. Ύστερα ήλθε στο ναό της Άγιας Ευφημίας.

Εκεί ήσαν Πέρσες, οι οποίοι υπηρετούσαν μαζί με τον Άγιο στρατιώτες στην πατρίδα του, την Περσία. Αυτοί, λοιπόν, μόλις τον είδαν, τον γνώρισαν όρμησαν σαν λύκοι άγριοι κατ’ επάνω του. Τον άρπαξαν βάναυσα και τον έρριξαν βίαια στην φυλακή, ώσπου να έλθει ο άρχοντάς τους, ο σκληρός Μαρσαβανάς. Ο Άγιος υπέμεινε διάφορα μαρτύρια με μεγάλη υπομονή και χαρά.

Στην φυλακή μια νύχτα καθώς έψελνε, τον άκουσε κάποιος δήμιος, ο οποίος ήταν στην θρησκεία Εβραίος, πλην όμως ήταν καλός. Αυτός, λοιπόν, βλέποντας τον Άγιο να κουβαλάει όλη την ημέρα λιθάρια και την νύχτα να μην κοιμάται, αλλά να προσεύχεται, τον θαύμαζε. Γι αυτό λοιπόν μια φορά κοίταξε από τη σχισμή μιας τρύπας της φυλακής, για να δει τί κάνει ο Άγιος. Αλλά τι να δει!
Βλέπει θαύμα εξαίσιο. Είδε μερικούς ασπροφορεμένους να φορούν αρχιερατικές στολές. Όλοι δε αυτοί να βρίσκονται γύρω από τον Άγιο και τα πρόσωπά τους να λάμπουν σαν τον ήλιο. Κατά τον ίδιο τρόπο ήταν ντυμένος και ο Άγιος Αναστάσιος, τον οποίο θύμιαζε κάποιος νέος, πού στεκόταν μπροστά στον Άγιο σαν διάκονος.

Αφού είδε ο τύραννος, ότι ο Άγιος δεν πρόκειται ν’ αλλάξει με κανένα τρόπο γνώμη, παίρνει αλυσίδες και μαζί με δύο άλλους Χριστιανούς τον δένει. Διατάζει έπειτα τους δήμιους να τον παραδώσουν στον βασιλιά Χοσρόη.

Πολλοί δε χριστιανοί πήγαιναν στον φυλακισμένο μάρτυρα και έπεφταν στα πόδια του. Του φιλούσαν τα δεσμά του και ζητούν την ευλογία του. Αλλά ο Άγιος, στολισμένος με την ταπεινοφροσύνη, τους εμπόδιζε. Δεν ήθελε τον ανθρώπινο έπαινο.

Ο Βασιλιάς διέταξε να τον θανατώσουν, μαζί με τους άλλους 70 Χριστιανούς. Όλους αυτούς τους πήγαν κοντά στο ποτάμι. Εκεί με ένα σχοινί τους έπνιγαν μπροστά στα μάτια του Αγίου. Ο Άγιος αφού πρώτα ευχαρίστησε τον Θεό, πού τον αξιώνει να μαρτυρήσει, όπως ακριβώς επιθυμούσε, διά το όνομά του, έκλινε το κεφάλι του, και οι δήμιοι με ένα ξίφος του το έκοψαν. 

Το Λείψανο του Αγίου Αναστασίου τα σκυλιά δεν το έτρωγαν, ούτε το πλησίασαν καθόλου. Τον Άγιο δε τον ακολουθούσε και ένας από τους δυο μοναχούς, τους οποίους είχε στείλει ο γέροντας του, για να τον υπηρετήσουν στα αναγκαία και να βλέπει όλα τα μαρτύρια του για να τα διηγηθεί υστέρα στους μοναχούς. Αυτός με μεγάλη ευλάβεια πήρε μαζί με άλλους χριστιανούς το λείψανο του Αγίου, και πήγαν και το έθαψαν στο Μοναστήρι του Αγίου Σεργίου. Γυρίζοντας στο μοναστήρι του πήρε κοντά του και το μοναχικό κολλόβιον του αγίου, δηλ. τον μανδύα. Διηγήθηκε τότε στον ηγούμενο και στους άλλους μοναχούς ότι στο Μοναστήρι, πού θάψανε το Άγιο λείψανο, ήταν ένας νέος μοναχός, πού είχε πονηρό και κακό δαιμόνιο, κι ο ηγούμενος του μοναστηριού πήρε το κολλόβιον του Αγίου και του το φόρεσε κι ευθύς όπως φεύγει το σκοτάδι από το φως, έτσι έφυγε και το δαιμόνιον από τον μοναχό αυτόν. 

Η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου οσιομάρτυρα Αναστασίου του Πέρσου, έγινε το 638, δέκα χρόνια μετά το μαρτυρικό του τέλος και η οποία εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 24 Ιανουαρίου. Κατά τους Συναξαριστές, κάποιος επίσκοπος Ρωμαίος πήγε στην Περσία και μετακόμισε τα Ιερά Λείψανα του Αγίου στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, τη δε κάρα του μετέφερε στη Ρώμη.

***

Ο παπα-Φώτης Λαυριώτης από την Μυτιλήνη κι ο Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης

Αναστάσιος ο Πέρσης Анастасий Персиянин Saint Anastasius of Persia-sf-anastasie-persul-5637674Ο παπα-Φώτης Λαυριώτης από την Μυτιλήνη ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, απλός, καθαρός, άδολος, ντόμπρος, βιαστικός, ήξερε με τη καθάρια ματιά του να ξεχωρίζει το ανόθευτο από το μουρνταρεμένο… το αυθεντικό από το ψεύτικο… το γνήσιο από το νοθευμένο, το καρδιακό από το εγκεφαλικό. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του. Κάποιος έγραψε για τον παπα-Φώτη: «Τα είχες καλά με τον Κύριο, την Παναγία και τους Αγίους; τα είχες καλά και με τον παπα Φώτη…Τα σύνορά του άρχιζαν και τελείωναν στο Αφεντικό του ουρανού και μόνο για μια θέση εκεί προσπαθούσε να υπογράψει την αιώνια σύμβαση, με το αίμα της καρδιάς και την εξουθένωση της σάρκας.»

Κάποια απογεύματα πηγαίναμε στο Ησυχαστήριο του, στα Πάμφιλα, πριν τη δύση του ηλίου και μετά τον παίρναμε με το αυτοκίνητο για την πόλη, και κατά τη διαδρομή έκανε εσπερινό έψελνε και μας έλεγε τα τροπάρια !
Μια μέρα κατάλαβα πως βλέπει Αγίους και σκέφτηκα να κάνω ένα πείραμα! λέω θα επικαλεστώ έναν Άγιο, από μέσα μου, σιωπηλά, και θα δω την αντίδραση του.!
Άρχισα να λέω ΑΓΙΕ ΑΝΑΣΤΑΣΙΕ ΠΕΡΣΗ, ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ. 3 φορές το είπα νοερώς και γυρνάει στο τζάμι του αυτοκίνητου και λέει ο π. Φώτιος:
ΕΣΥ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ;;; δεν ήταν κανείς όμως, ούτε άνθρωπος περαστικός, εφόσον ήμασταν εν κινήσει ούτε έβλεπα τίποτα. Μετά γυρνάει και μου λέει … Εσύ τον επικαλέστηκες ;;;!!!?!
ΛΕΩ ΝΑΙ !!!!!!!!!!!!!
ΚΑΙ ΓΕΛΟΥΣΕ ΜΕ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΜΟΥ.! μετά μου λέει, ΤΣΙΜΟΥΔΙΑ…ΑΚΟΥΣΕΣ ;;;; ! ναναι ευλογημένο, του λέω γέροντα.!

Ο παπα-Φώτης ο διά Χριστόν Σαλός της Μυτιλήνης περπατούσε στη βροχή και παρέμενε στεγνός. Η ευωδία που αναδίδεται απ’ τον τάφο του είναι σα να έρχεται κατ’ ευθείαν από τον παράδεισο.
https://iconandlight.wordpress.com/2019/03/05/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1-%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BD-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CF%85%CF%84/

Απολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Την πλάνην αφέμενος, την των Περσών νουνεχώς, τη πίστει προσέδραμες, τη του Χρίστου ευσεβώς, σοφέ Αναστάσιε, όθεν και εν ασκήσει, διαπρέψας ενθέως, ήθλησας υπέρ φύσιν, και τον όφιν καθείλες διό διπλώ στεφάνω, θεόθεν εστεφάνωσαι.

Απολυτίκιον
Ήχος δ’.

Ο Μάρτυς σου Κύριε, εν τη αθλήσει αυτού, το στέφος εκομίσατο της αφθαρσίας, εκ σου του Θεού ημών· έχων γαρ την ισχύν σου, τους τυράννους καθείλεν έθραυσε και δαιμόνων τα ανίσχυρα θράση. Αυτού ταίς ικεσίαις Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Comments are closed.