Iconography and Hand painted icons

Saint Apostle Jude Thaddaeus and the Holy (Mandylion) Image of Christ not made with hands

Ιούδας ο Θαδδαίος_Apostle JudeThaddeus_Иу́да Фадде́й_SNG--O_6189

Saint Apostle Jude Thaddaeus

Commemorated on June 19

”The light of thy countenance, O Lord, has been manifested towards us.”Psalm 4, 6

The Apostle Jude was of the choir of the Twelve, and by Luke was called Jude, the brother of James the Brother of God (Luke 6:16; Acts 1:13). the Evangelist Matthew terms him “Lebbaeus, whose surname was Thaddeus” (Mt. 10:3).

 After His glorious Resurrection and Ascension, the Lord sent Thaddaeus to Edessa, according to the promise He gave to Prince Abgar at the time when He sent the towel with His face on it. 

Ιούδας ο Θαδδαίος_Apostle JudeThaddeus_Иу́да Фадде́й_im3445At the time when our Lord preached the Good News and healed every illness and infirmity of men, there lived in the city of Edessa on the shore of the Euphrates Prince Abgar who was completely infected with leprosy. He heard of Christ, the Healer of every pain and disease and sent an artist, Ananias, to Palestine with a letter to Christ in which he begged the Lord to come to Edessa and to cure him of leprosy. In the event that the Lord was unable to come, the prince ordered Ananias to portray His likeness and to bring it to him, believing that this likeness would be able to restore his health. The Lord answered that He was unable to come, for the time of His passion was approaching took a towel, wiped His face and, on the towel, His All-pure face was perfectly pictured. The Lord gave this towel to Ananias with the message that the prince will be healed by it, but not entirely, and later on, He would send him a messenger who would erase the remainder of his disease. Receiving the towel, Prince Abgar kissed it and the leprosy completely fell from his body but a little of it remained on his face.

When St. Thaddaeus appeared to Abgar, he received him with great joy. The apostle of Christ instructed him in the true faith and after that baptized him. When the baptized Abgar came out of the water, the remaining leprosy fell from him and he was completely healed. Glorifying God, Prince Abgar also wanted that his people should know the true God and to glorify Him. The prince assembled all the citizens of Edessa before the holy Apostle Thaddaeus to hear teaching about Christ. Hearing the words of the apostle and seeing their prince miraculously healed, the people rejected the idols, unclean living, embraced the Faith of Christ and were baptized. Thus, the city of Edessa was illumined by the Faith of Christ. Prince Abgar brought much gold and offered it to the apostle but Thaddaeus said to him: ” Since we left our own gold, how can we receive the gold of others?”

The prince then destroyed the idols which stood before the gates of the city and above the gates he placed the towel with the likeness of Christ attached to wood, framed in a gold frame and adorned with pearls. Also, the prince wrote beneath the icon on the gates: “O Christ God, no one will be ashamed who hopes in You.”

Jude preached the Gospel throughout Judea, Samaria, Galilee, Idumedia, Syria, Arabia, Mesopotamia and Armenia. When Jude preached throughout the regions around Ararat he was captured by pagans, crucified on a cross and killed by being shot throughout with arrows to eternally reign in the Kingdom of Christ.

The Epistle of Jude


Apolytikion of Apostle Jude
First Tone

We know thee as a kinsman of Christ and we laud thee with sacred hymns and songs as a most steadfast Martyr who trampled on error and who courageously kept the Faith. As we celebrate today thy holy remembrance, we receive forgiveness of our sins and transgressions, O Jude, through thy holy prayers.

Apolytikion of the Holy Mandylion of Christ. Tone 2.

We venerate your most pure icon, loving Lord, as we ask pardon of our offences, Christ God. For by your own choice you were well-pleased to ascend the Cross in the flesh, to deliver from the slavery of the enemy those whom you had fashioned; therefore with thanksgiving we cry to you: You have filled all things with joy, our Saviour, by coming to save the world.


Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος και το «άγιο Μανδήλιο»

Ιούδας ο Θαδδαίος_Apostle JudeThaddeus_Иу́да Фадде́й_SNG--O_6189

Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος

Εορτάζει στις 19 Ιουνίου

Ο Άγιος Ιούδας,ονομάζεται ”Ιούδας Ιακώβου”, δηλαδή αδελφός Ιακώβου του αδελφοθέου, στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ονομάζεται Θαδδαίος και Λεββαίος (κεφ. ι΄ 3) που σημαίνει θαρραλέος, ο οποίος έγραψε και την Καθολικήν επιστολή.

Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την Ανάληψη του Ιησού Χριστού και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος ο Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος έλαβε δύναμη πολλή και σοφία και κήρυξε το Ευαγγέλιο αρχικά στην Συρία και κυρίως στην Έδεσσα, στην Μεσοποταμία, εν συνεχεία στην Παρθία, και τέλος στην Αρμενία. Περατώσας το θείον έργο του ο Απόστολος Ιούδας ο Θαδδαίος επορεύθη στην πόλη Αραρά όπου συνελήφθη από τους απίστους, και οι οποίοι τον εκτέλεσαν δια τοξευμού [με βέλη].

Χαρακτηριστικό παραμένει το θαύμα της ιάσεως του ηγεμόνα της Συρίας Αύγαρου ο οποίος ασθενήσας βαρειά από την νόσον της λέπρας τον εθεράπευσε πλήρως.

Ιούδας ο Θαδδαίος_Apostle JudeThaddeus_Иу́да Фадде́й_NdDDFΟ εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας και ο Κων/νος Πορφυρογέννητος διασώζουν, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, άκουσε ότι στα Ιεροσόλυμα κήρυττε κάποιος που έφερε το όνομα «Ιησούς» και πεθύμησε να πάει στην Iερουσαλήμ, γιά να ιδή τον Kύριον ο οποίος έκανε πολλά θαύματα, προκειμένου να  θεραπεύσει και εκείνον, που υπέφερε από μία ανίατο ασθένεια.Ταλαιπωρούνταν φρικτά από μέλαινα λέπρα σ’  όλο του το σώμα, τον είχε παραμορφώσει τόσο που δεν ήθελε να δεχθή ούτε τους φίλους του από ντροπή. Τον τυραννούσε δε και αρθρίτιδα προκαλώντας του αφόρητους πόνους. Έστειλε επιστολή στον Κύριο με τον γραμματέα του Ανανία, με την οποίαν παρακαλούσε τον Ιησού να έλθη στην Έδεσσα για να τον θεραπεύση, προτείνοντάς Του μάλιστα να μείνη για πάντα κοντά του, αφού, καθώς είχε μάθει, υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να Του κάνουν κακό. Ο Ανανίας ήθελε να αποτυπώσει την εικόνα του Κυρίου, για να μπορέση ο τοπάρχης της Εδέσσης Άγβαρος, να δη το πρόσωπο του Θεανθρώπου, κάτι που ήταν αδύνατο. Λόγω του πλήθους δεν μπορούσε να τον πλησιάσει, γι αυτό ανέβηκε και κάθησε πάνω σε μια πέτρα και σχεδίαζε την μορφή του Κυρίου, αλλά άλλαζε η έκφρασι Του συνεχώς και δεν μπορούσε να ζωγραφίση το Άγιο Πρόσωπο του. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων, έστειλε τον Απόστολο Θωμά να καλέση τον Ανανία κοντά Του. Όταν Τον πλησίασε ο Ανανίας, πριν να Του εκθέση τον σκοπό του ερχομού του, του είπε πρώτος ο Ιησούς και την αιτία της παρουσίας του εκεί και το περιεχόμενο της επιστολής του Αβγάρου. Έπειτα, έπλυνε το πρόσωπό Του και όπως το σκούπισε με ένα μανδήλι, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Του απαντά δε με δικήν Του επιστολήν ότι δεν μπορεί να πάη στην Έδεσσα, τον καθησυχάζει όμως με την διαβεβαίωση ότι θα του στείλη ένα μαθητή Του για να τον θεραπεύση.

Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο Μανδήλιο», έπεσε και το προσκύνησε, με πολύ πίστη και πόθο κι αμέσως θεραπεύτηκε από την ασθένεια, εκτός από ένα μέρος του προσώπου του.

Άγιο Μανδήλιο_Спас Нерукотво́рный-чудотворный Мандилио́н _The Holy Face, MandylionC6F956EFF9AEC1BF773B1F0BEDB_fullsize_distr_distrΟ συγγραφεύς Κων. Πορφυρογέννητος αναφέρει και μια δεύτερη παράδοση κατά την μεγάλη στιγμή της αγωνίας του Κυρίου στην Γεσθημανή την νύχτα της Μ. Πέμπτης, που προσευχόταν ολομόναχος κάτω από τις ελιές και ο ιδρώς Του είχε γίνει σαν θρόμβοι αίματος που έπεφταν στη γη (Λουκ. 33,44-45), κάποιος από τους μαθητές Του στον οποίο μίλησε με παράπονο γιατί κοιμόταν και δεν προσευχόταν μαζί Του, σκούπισε το κάθιδρο πρόσωπό Του με ένα μανδήλι και ως εκ θαύματος η μορφή Του αποτυπώθηκε στο ύφασμα. Αυτό το μανδήλιο ο Κύριος το εμπιστεύθηκε στον Θωμά, δίνοντας συγχρόνως την εντολή να σταλή μετά την Ανάληψί Του στον Άβγαρο με τον Απόστολο Θαδδαίο, εκπληρώνοντας έτσι την υπόσχεσι που του είχε δώσει με τον Ανανία.

Μετά την Ανάληψι του Χριστού ο Θωμάς έδωσε στον Θαδδαίο το Άγιον Μανδήλιον και τον έστειλε στον Άβγαρο να τον θεραπεύση. Όταν ο Άβγαρος έμαθε ότι Απόστολος του Χριστού έφθασε στην Έδεσσα, έδωσε εντολή να τον φέρουν αμέσως κοντά του. Καθώς ο Θαδδαίος τον πλησίαζε, ο Άβγαρος είχε την εντύπωση ότι το πρόσωπο του Αποστόλου λαμποκοπούσε όμως αυτό το φως ακτινοβολούσε από το Άγιον Μανδήλιον που κρατούσε. Ο Άβγαρος, γεμάτος έκπληξη από το θαυμαστό γεγονός που έβλεπε «της αστραπτούσης λαμπηδόνος» ξέχασε την ασθένειά του και πετάχτηκε από το κρεβάτι και άρχισε να τρέχη προς τον Θαδδαίο. Στο σημείο αυτό ο συγγραφεύς Κων. Πορφυρογέννητος προσθέτει ότι ο ΄Αβγαρος είδε το φως που είχαν δει οι τρεις Απόστολοι στην Μεταμόρφωσι επάνω στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17,2, Μάρκ. 9,2-8, Λουκ. 9,28-36).

Ιούδας ο Θαδδαίος_Apostle JudeThaddeus_Иу́да Фадде́й_im3445Αφού πήρε ο Άβγαρος από τα χέρια του Αποστόλου το Άγιον Μανδήλιον και το ακούμπησε στο πρόσωπό του και σε όλο του το σώμα, ένιωσε αμέσως να γίνονται καλά τα μέλη του και να φεύγη η λέπρα από πάνω του εκτός από ένα μικρό ίχνος που απόμεινε στο μέτωπό του. Αφού δε άκουσε μετά την διδασκαλία του Αποστόλου για το Πάθος, την Ταφή και την Ανάσταση, καθώς και για την εις Ουρανούς Ανάληψη του Χριστού, Τον ομολόγησε αληθινό Θεό και ζήτησε να βαπτιστή αυτός και όλη η οικογένεια του. Μετά δε την βάπτισί του, ευθύς θεραπεύτηκε και το τελευταίο ίχνος λέπρας που είχε μείνει στο μέτωπό του, όπως του το είχε υποσχεθεί ο Χριστός.

Aπό τότε ο Aύγαρος τιμούσε και σέβονταν με κάθε τρόπο, τον θείο Χαρακτήρα του Kυρίου. Θέλοντας δε να εκφράση την ευγνωμοσύνη του στον Χριστό, κατέστρεψε ένα ειδωλολατρικό άγαλμα που είχε στην είσοδο της πόλεως της Εδέσσης και στην θέσι του τοποθέτησε πάνω σε σανίδα, αφού το ευπρέπισε με χρυσό, το Άγιον Μανδήλιον και επάνω στο χρυσό πλαίσιο εχάραξε την επιγραφή «Xριστέ ο Θεός, ο εις Σε ελπίζων ουκ αποτυγχάνει ποτέ».

Εθέσπισε δε όποιος περνούσε την πύλη να απονέμη τιμή στην εικόνα αυτή και προσκύνησι.

Την Επιστολή του Κυρίου την εντοίχισε στα τείχη της πόλεώς της Εδέσσης, κάνοντάς την «αποτρόποιον» προς φόβον και τρόμον των απίστων εχθρών!

Καθολική Επιστολή Ιούδα:


Απολυτίκιον Αποστόλου Ιούδα  Ήχος γ΄.

Απόστολε Άγιε Ιούδα, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν παράσχη ταις ψυχαίς ημών.

Ήχος α’. Πανεύφημοι Μαρτυρες

Ιούδα θεόπνευστε ακτίς, του ηλίου γέγονας, του εκ Παρθένου εκλάμψαντος, και κατεφώτισας, ευσεβών καρδίας, και τον επικείμενον, τη κτίσει σκοτασμόν απεδίωξας, και νυν ικέτευε, δωρηθήναι ταις ψυχαίς ημών, την ειρήνην, και το μέγα έλεος.

Ιούδα Απόστολε Χριστού, αστήρ εχρημάτισας, φωταγωγών την υφήλιον, θαυμάτων λάμψεσι· του Τοπάρχου λέπραν, Αυγάρου γαρ ιάτρευσας, σταλείς παρ’ αυτού του Διδασκάλου σου. Και νυν ικέτευε, δωρηθήναι τοις τιμώσί σε, την ειρήνην, ρώσίν τε και έλεος.

Ωδή η’. Σοι τω παντουργώ

Όλην την αυγήν, του Παρακλήτου Μάκαρ, εδέξω φοιτήσασαν, κραυγάζων ένδοξε• Πάντα τα έργα, τον Κύριον υμνείτε, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας.

We say to God that we are the worst sinner, we are the chief sinner that there is. Metropolitan Anthony of Sourozh (Bloom)

Θεία Ευχαριστία_Eucharist_Holy Communion_Евхаристия_0_1db68f_b5d57f5e_orig - Copy

St. Bessarion – Disciple of St. Antony and then of St. Marcarius, miracle worker, a desert father. (4th-5th century)
Sts. Joseph and Pior disciples of St. Anthony the Great (6th cen.)

Commemorated on June 17

“Christ Jesus came into the world to save sinners; of whom I am chief.” 1 Timothy 1:15

by Metropolitan Anthony of Sourozh (Bloom)
on 11th January 1998

Every time we approach the holy chalice to receive Communion to the Body and Blood of Christ we say a prayer that contains words that must become true on our lips, otherwise they are a lie before God. We say to God that we are the worst sinner, we are the chief sinner that there is.

And isn’t it natural that so often we say these words thinking, ‘This was true of the saints, who could feel that way, but I can’t feel that I am the worst of sinners’. When we look around, when we look at the state of the world in which we live, we can see a number of people who in our eyes are worse than we are. And regarding this I would like to remind you of a passage in the diary of Saint John of Kronstadt, who also asked himself the same question, and in the end answered it in the affirmative: ‘Yes, I am the worst of all the sinners I know’.

And the reason he gave for this judgement of his was that he was aware of how much God had given him, and how little he had given to God in response.

I think we must all of us begin in this frame of mind, ask ourselves: What are the gifts which God has bestowed upon us? What is it that makes us so happy in ourselves, or makes others so happy in us, rightly or wrongly? And when we have come to understand how much we have received, then we can ask ourselves: what are the fruits which we have borne of these gifts?

And we will see that, according to the first Beatitude, there is nothing in us, in our life, which is our own, of our own making. God gave us life. He gave us a body, a soul, a mind. He gave us all that fills our lives with richness. All that we are and all that we possess are gifts of his. Do we give Him gratitude for it, or do we appropriate these gifts, thinking no, they are our own really? And even when we are aware of the fact that they are not of our making, that it is God who has given us all that we are and all that we have, do we know how to be grateful and also to ask ourselves the question which I have already mentioned: what have I done with all the gifts of God? And if we go ever more deeply within ourselves and in our lives, can we begin to be able to say: yes, I really am the worst of all the sinners around me because I am so richly endowed by God and look how little, how very little, I have brought to God and to my neighbour as a result of it?

Let us all reflect on this. And when we come next time to Communion and we think or say these words, let us say them with at least a beginning of understanding that yes, it is true, and I know why. But come with an incipient understanding, because it takes a very long time for us to see how richly God has endowed us and how poorly we have responded to Him. But gradually, step by step, these words will become true and we will receive Communion with a new depth of broken-heartedness and with gratitude. Amen.

Newsletter ¹ 316, 1998 February

Ερημίτης_Hermit_отшельник- еремит_askites_b_gerontiko (1)

A brother who had sinned was turned out of church by the priest. Abba Bessarion got up and left with him saying: “I, too, am a sinner.”

Another time when Abba Bessarion had occasion to do so, he said a prayer and crossed the river Chrysoroas* on foot and then continued his way. Filled with wonder, I asked his pardon and said, ‘How did your feet feel when you were walking on the water?’ He replied, ‘I felt the water just to my heels, but the rest was dry.’
*The Nile River is a major river in Egypt.

On another day, while we were going to see an old man, the sun was setting. So Abba Bessarion said this prayer, ‘I pray you, Lord, that the sun may stand still till we reach your servant,’ and that is what happened.

Abba Bessarion, at the point of death, said, ‘The monk ought
to be as the Cherubim and the Seraphim: all eye.’

Before Holy Communion
Fourth Prayer of St. John Chrysostom

I believe, O Lord, and I confess that Thou art truly the Christ, the Son of the Living God, Who came into the world to save sinners, of whom I am the chief. And I believe that this is Thy pure Body and Thy own precious Blood. Therefore, I pray Thee, have mercy on me and forgive my transgressions, voluntary and involuntary, in word and deed, known and unknown. And grant that I may partake of Thy Holy Mysteries without condemnation, for the remission of sins and for life eternal. Amen.

Troparion — Tone 4

O God of our Fathers, always act with kindness towards us; take not Your mercy from us, but guide our lives in peace through the prayers of the venerable Bessarion and Hilarion the New.

Kontakion of St. Bessarion, Tone 2

You imitated the powers on high, venerable Bessarion, living by example the life of those who take flight. Led by steadfast desire to the heavenly good things of Christ the King, you put passing things from your mind and attained to Him. Entreat Him without ceasing for the sake of us all!

Αββάς Βησσαρίων «περίμενε, φεύγω μαζί σου. Είμαι και εγώ αμαρτωλός…».

Ερημίτης_Hermit_отшельник- еремит_askites_b_gerontiko (1)

Αββάς Βησσαρίων της Αιγύπτου μαθητής του Αγ. Αντωνίου του Μεγάλου και του αββα Μακαρίου του μεγάλου (+5ος αι.)
Αββάς Πιώρ μαθητής του Αγ. Αντωνίου του Μεγάλου (+395)
Αββάς Ιωσήφ της Αιγύπτου μαθητής του Αγ. Αντωνίου του Μεγάλου (+4ος αι.)

Εορτάζουν στις 17 Ιουνίου

Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτός ειμι εγώ·” (ο Χριστός Ιησούς ήρθε στον κόσμο να σώσει τους αμαρτωλούς, των οποίων πρώτος είμαι εγώ.) Α Τιμ. 1,16  

Ένας αδελφός αμάρτησε και τον απεμάκρυνε ο πρεσβύτερος από την εκκλησία. Σηκώνεται λοιπόν και ο Αββάς Βησσαρίων και βγήκε μαζί του, λέγοντας: «Κι εγώ αμαρτωλός είμαι».

Διηγήθηκαν οι μαθητές του αββά Βησσαρίωνα ότι ο βίος του ήταν σαν ένα από τα πουλιά που πετούν στον αέρα ή ψάρι που κολυμπάει στη θάλασσα ή ζώο της στεριάς· πέρασε όλη του τη ζωή ατάραχα και αμέριμνα. Δεν είχε καμιά έννοια για σπίτι· Ούτε φάνηκε να τον διακατέχει επιθυμία να βρεθεί σε κάποιον τόπο, ούτε για να χορτάσει τροφή, ούτε να αποκτήσει στέγη, ούτε να ‘χει μαζί του βιβλία… αλλά φάνηκε ολότελα ελεύθερος από τα πάθη του σώματος, τρεφόμενος με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, και έχοντας ως πνευματικό οχύρωμα την πίστη, υπέμενε καρτερικά πορευόμενος σαν αιχμάλωτος εδώ κι εκεί, διαμένοντας στο ψύχος και χωρίς σκεπάσματα και κατακαιόμενος από τη φλόγα του ήλιου, πάντοτε άστεγος• τριγυρίζοντας σαν περιπλανώμενος σε απόκρημνες ερημιές, και πολλές φορές προτιμώντας να περιφέρεται στην πλατειά ακατοίκητη χώρα της άμμου σαν σε πέλαγος.

Έλεγε ο αββάς Δουλάς ο μαθητής του αββά Βησσαρίωνα -“Ενώ πηγαίναμε προς κάποιο Γέροντα, έφθασε ο ήλιος στη δύση του. Και προσευχήθηκε ο Γέροντας (Βησσαρίων) λέγοντας: “Σε παρακαλώ, Κύριε, ας σταθεί ο ήλιος, έως ότου φθάσω στον δούλο σου”. Και έγινε αυτό που ζήτησε.

Άλλοτε, επειδή του χρειάσθηκε, έκανε προσευχή του και διάβηκε τον ποταμό Χρυσορρόα* με τα πόδια και βγήκε αντίπερα. Εγώ δε, θαυμάζοντας, του έβαλα μετάνοια και του είπα:
– Πώς αισθανόσουν τα πόδια σου καθώς περπατούσες στο νερό; Και είπε ο γέρων:
– Έως τους αστραγάλους αισθανόμουν το νερό. Και το υπόλοιπο ήταν στερεό.
*Νείλος, ποταμός της Αιγύπτου.

Αδελφός πού συγκατοικούσε με αδελφούς ρώτησε τον αββά Βησσαρίωνα: «Τι να κάνω;». Του λέγει ο Γέροντας: «Να σιωπάς και μην κρίνεις τα πράγματα με βάση τον εαυτό σου».

Ο αββάς Βησσαρίων αποθνήσκοντας έλεγε: «Ο μοναχός οφείλει να είναι σαν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, όλος οφθαλμός».

Ενώ κάποιοι αδελφοί συζητούσαν γενικά για την αγάπη, ο αββάς Ιωσήφ είπε: «Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι αγάπη». Και πρόσθεσε: «Ο αββάς Αγάθων είχε ένα μικρό κλαδευτήρι. Μια φορά που τον επισκέφτηκε ένας αδελφός το είδε και το επαίνεσε. Ε, δεν τον άφησε να φύγει, παρά μόνον αφού το πήρε μαζί του».

Ο αββάς Ιωσήφ λέει στον αββά Νισθερώο:
«Τι να κάνω με τη γλώσσα μου, που δεν μπορώ να τη συγκρατήσω;»
Του λέει ο Γέροντας:
«Βρίσκεις ανάπαυση, αν μιλήσεις;»
«Όχι», του απαντά.
Τότε λέει ο Γέροντας: «Αφού δεν έχεις ανάπαυση, γιατί μιλάς; Καλύτερα να σιωπάς και, αν γίνεται συζήτηση, προτιμότερο πολλά να ακούς παρά να λες».

Έγινε κάποτε σύσκεψη στη Σκήτη για κάποιον αδελφό που έσφαλε· και μιλούσαν οι πατέρες. Ο δε αββάς Πίωρ σιωπούσε. Ύστερα δε σηκώθηκε, βγήκε και παίρνοντας ένα σακκί, το γέμισε με άμμο και το φορτώθηκε στον ώμο. Και βάζοντας σε ζεμπιλάκι λίγη άμμο, το φορτώθηκε από εμπρός. Τον ρώτησαν λοιπόν οι πατέρες τι σήμαινε αυτό και λέγει: «Αυτό το σακκί με την πολλή άμμο είναι τα δικά μου φταιξίματα, οπού είναι πολλά. Και τα άφησα από πίσω μου, για να μη κουρασθώ απ’ αυτά και κλάψω. Και να, αυτά τα λίγα του αδελφού μου είναι μπροστά μου και αυτά σκέπτομαι διαρκώς, κρίνοντάς τον. Αλλά δεν πρέπει έτσι να κάνη τινάς. Έπρεπε τα δικά μου να φέρω από εμπρός και γι’ αυτά να γνοιασθώ και να παρακαλώ τον Θεό να μου τα συγχωρήση». Και σηκώθηκαν οι πατέρες και είπαν: «Αληθινά, αυτή είναι η οδός της σωτηρίας».


Μην φύγεις, είμαι κι’ γώ αμαρτωλός…
π. Λίβυος

Ένας από τους μεγαλύτερους πειρασμούς, είναι η τάση μας να αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Θεού στην ζωή των άλλων. Είτε λέγοντας, ότι εμείς θα τους λυτρώσουμε, είτε καταδικάζοντας τους στην κόλαση ως άχρηστους και αμαρτωλούς. Δεν υπάρχει ειδεχθέστερη πράξη, από το να θέλουμε να ορίζουμε την σχέση του Θεού με τους ανθρώπους, μοιράζοντας καταδικαστικές αποφάσεις.

Όταν κάλεσαν τον Αββά Ιωσήφ να ενώσει την φωνή του στην καταδίκη ενός ανθρώπου, αντέδρασε λέγοντας, «και ποιος είμαι εγώ;» Και όταν ένας πρεσβύτερος απέβαλε έναν αδελφό που αμάρτησε από την σκήτη, ο Αββά Βησσαρίων, σηκώθηκε πάνω και φώναξε, «περίμενε, φεύγω και εγώ μαζί σου. Είμαι και εγώ αμαρτωλός…».

Οι άγιοι της εκκλησίας, σε αντίθεση με τους “ευσεβείς” θρησκευόμενους των ημερών μας και όχι μόνο, ήξεραν καλά δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο αμαρτωλός άνθρωπος θέλει αγάπη και κατανόηση. Όχι απαξίωση και μεταφυσική απειλή. Και δεύτερον, ότι όσο σκεπάζεις τα λάθη του αδελφού σου, σκεπάζει ο Θεός και τα δικά σου, δείχνοντας μακροθυμία. Όταν με κακία και αυτοδικαιωτισμό σέρνεις την κουρτίνα ώστε να φανούν οι πληγές του άλλου, αργά ή γρήγορα θα έρθει η στιγμή που θα αποκαλυφθεί και η δική σου τραγική γύμνια. http://plibyos.blogspot.com/2018/03/blog-post.html

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ’.

Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας, και τοις εκ βάθους στεναγμοίς , εις εκατόν τους πόνους εκαρποφώρησας• και γέγονας φωστήρ, τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασιν, Βησσαρίων  πατήρ ημών όσιε• πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

The Way We Look And See, Anthony of Sourozh

Seek ye first the kingdom of God, and his righteousness; and all these things shall be added unto you. Matth. 6: 33
Take no thought for your life, what ye shall eat, or what ye shall drink; Matth. 6: 31

The Way We Look And See
Metropolitan Anthony of Sourozh
Matthew 6, 22-33.

In the name of the Father, of the Son and of the Holy Ghost.

Μεταμόρφωσις του Σωτήρος Χριστού_Преображение Господне_Transfiguration of Jesus- Greek Byzantine Orthodox IconTransfiguration-FullWe meet the world, we take cognisance of the world through our senses; and through all our senses we are not only aware of the world, but we are also involved in it, all our senses put us into contact with the world of objects, with all things around us, but also immediately introduce into us sensations and impressions which change us at times very deeply.

Our sight, of which the Lord speaks today in His Gospel, is the only way in which we can take cognisance of the world with serenity, in complete repose of all the powers of our human being, but also on condition, as the Lord puts it, that our eye be single, that it should be light, that is should allow only light to enter into our awareness through it.

One of the modern English writers gives us two images which I believe will allow us to understand something of this passage of the Gospel; in a novel ‘All Hallows Eve’, Charles Williams presents us with a young woman who had died in an accident and whose soul is gradually finding her way in the new world in which she has entered.

She finds herself standing on the banks of the Thames; she looks at the waters, and of a sudden she sees these waters of the Thames as she had never seen them in the past, when her soul was endowed with a body; (then) she had a revulsion against these dark, greasy, dirty waters because her imagination immediately connected them with touch and direct impressions of the body.

But now, this soul is free from the body and she sees these waters of the Thames freely, as they are, as a fact; she sees that these waters are exactly what they should be, being the waters of a river that runs through a great city, collecting all the dirt of it and carrying it away. And because she has no longer the usual revulsion of the body and of the imagination, this soul, through the opacity of these waters, begins to see in them new and new depth; deeper that this superficial opacity she discovers a layer of purer water, a greater translucence, and beyond and deeper again — a layer of transparency; and at the core of these waters that run across the great city — and this city is also called one day to become t h e city of God, — she sees a stream of incredibly shining water, the water of eternal life, the primordial water created by God, the water of which Christ speaks to the Samaritan woman; because she was free from personal reaction and revulsion, the dead woman could see across the superficial darkness, the (increasing?) layers of light.

Because we are continuously entangled in our own self-centred reactions, we manage to see through layers of light somewhere a darkness which at times, we create or imagine; because our eye is dark we see darkness and we are incapable of seeing the depth, the translucence and the shining.

Another image that we find in the same book is perhaps even more tragic. This young woman finds herself standing on one of the great bridges; she knows that this bridge cannot be empty, that people are walking, buses are running, there is life around, and yet, she sees and perceives nothing of it, because disengaged from the body she can see now only those things and those people with which, with whom she is connected through love, and as she loves no one except her husband, she is blind to all things around her, there is only emptiness, nothing.

And it is only when she becomes increasingly aware, through the small love she had in her life, of love altogether and through connection — with this unique love, however small, with other people and other things that were dear that she begins to see.

Is it not the way in which we live? We are surrounded with light and we see nothing but passing shadows or emptiness; how often a human being passes through our life without leaving any trace, passes unnoticed, in spite of the fact that there was a need, or there was a shining beauty; but it was irrelevant to us, our heart had nothing with which it could respond, and we are in a wilderness even when we are surrounded with richness.

This again comes from the way in which we look, we look without love and we see nothing because only love can reveal things to us; and again, we are capable of seeing in a dark and evil way: how often we put evil interpretations on things which we see? Instead of seeing them as facts we see them as we understand them from within our darkened soul and our distorted experience. How often we misinterpret the actions and words of people because we see with an eye which is already darkened!

So, that Christ’s words today call us to an extremely careful attitude; to the way in which we look and see; we must remember that if we see nothing, it comes very often from our blindness; if we see evil — it comes from the darkness within; if we have a revulsion against things, it is so often from the way in which we are centred on ourselves and cannot look with serenity, with a purity of heart. Because ultimately, we see not only with our physical eyes which convey to us impressions, we see also with a heart that can see God only when it is pure and not only God in His mysterious being, but God in His presence through grace and beauty, and (blessing). Saint Isaac the Syrian says that a man who has got a clear eye and a pure heart does no longer see the darkness in the world because this darkness is superseeded by the shining of the divine grace at work and resting on all things, however dark they may appear.

Let us learn this lesson at least from the Gospel. Let us be so careful to see with purity, to interpret with purity of heart and to act from within love, and then we shall be able to see with freedom the transparenc(ies) and the shining of the world and in the world, and love it, and serve it, and be in this world in the place which Christ assigned us, blessing in His own name, believing things, hoping all things and never ceasing to love even if love means laying down our life, either the life of the old Adam who must die so that the new Adam should live, or else the life of the New Adam who gives his life that the world and others may live. Amen.



Παΐσιος ο Αγιορείτης _ св. Паисий Святогорец_ St.Paisios of the Holy Mountain_82cc04095a6a9ff6St.Paisios of the Holy Mountain (July 12): If we seek first the Kingdom of God and this is our only concern, all the other things will be given to us, as well. Will God abandon His creation? The manna which God provided for the Israelites in the desert would spoil if they kept it for the next day. (Cf. Ex 16:19-20.) God arranged things this way so that the people would have confidence in His divine providence.
We have not yet understood the words of Jesus “Seek first the Kingdom of God”. (Cf. Mt 6:33).

We must struggle humbly, we must ask for God’s mercy and we must be grateful to Him for everything. He who abandons himself into the hands of God, without any plan of his own, will pass into God’s plan. As long as man is hooked onto himself, he remains behind; he does not progress spiritually because he obstructs God’s mercy. In order to grow spiritually he must place great trust in God… When man becomes aware of God’s providential care. and the eyes of his soul have been purified, he can experience and live the fullness of divine providence with his cleansed heart, which is then overwhelmed by a profound sense of gratitude and spiritual madness, in the good sense of the term… All those who struggle and are aware of their sinfulness and God’s blessings, entrusting themselves to His abundant mercy, elevate their soul to Paradise with great certainty and less bodily effort.

Gospel of St. Matthew Chapter 6, Verses 22-33

The Lord said: The light of the body is the eye: if therefore thine eye be single, thy whole body shall be full of light. But if thine eye be evil, thy whole body shall be full of darkness. If therefore the light that is in thee be darkness, how great is that darkness! No man can serve two masters: for either he will hate the one, and love the other; or else he will hold to the one, and despise the other. Ye cannot serve God and mammon. Therefore I say unto you, Take no thought for your life, what ye shall eat, or what ye shall drink; nor yet for your body, what ye shall put on. Is not the life more than meat, and the body than raiment? Behold the fowls of the air: for they sow not, neither do they reap, nor gather into barns; yet your heavenly Father feedeth them. Are ye not much better than they? Which of you by taking thought can add one cubit unto his stature? And why take ye thought for raiment? Consider the lilies of the field, how they grow; they toil not, neither do they spin: And yet I say unto you, That even Solomon in all his glory was not arrayed like one of these. Wherefore, if God so clothe the grass of the field, which to day is, and to morrow is cast into the oven, shall he not much more clothe you, O ye of little faith? Therefore take no thought, saying, What shall we eat? or, What shall we drink? or, Wherewithal shall we be clothed? (For after all these things do the Gentiles seek:) for your heavenly Father knoweth that ye have need of all these things. But seek ye first the kingdom of God, and his righteousness; and all these things shall be added unto you.

Ο άνθρωπος μπορεί να κάνη την ζωή του παραδεισένια, εάν έχη εμπιστοσύνη στον Θεό. Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ΄ 33)
«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε» (Ματθ. στ΄ 31)

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα.

Παΐσιος ο Αγιορείτης Преподобный старец Паисий Святогорец194883.bΚάποτε βαδίζοντας στον δρόμο ο Γέροντας είδε ένα ωραίο µεγάλο µανιτάρι. «Δόξα τω Θεώ», είπε, «στην επιστροφή θα το κόψω για να περάσω µ᾿ αυτό το βράδυ».
Όταν επέστρεψε κάποιο ζωντανό είχε φάει το µισό µανιτάρι. Δίχως να στενοχωρηθή ευχαρίστησε πάλι τον Θεό: «Δόξα τω Θεώ, τόσο έπρεπε να φάω», σκέφθηκε και το πήρε. Όταν την άλλη µέρα το πρωΐ βγήκε από το Καλύβι του, όλος ο τόπος ήταν γεµάτος µανιτάρια. Και πάλι ευχαρίστησε τον Θεό. «Δόξα τω Θεώ» και για το ένα, και για το µισό και για τα πολλά.

Όταν εµπιστευώµαστε τον εαυτό µας στον Θεό, ο Καλός Θεός µας παρακολουθεί και µας οικονοµάει. Σαν καλός οικονόµος δίνει στον καθένα µας ο,τι του χρειάζεται και µας φροντίζει ακόµη και σε λεπτοµέρειες για τις υλικές ανάγκες µας. Και για να καταλάβουµε την φροντίδα Του, την πρόνοια Του, µας δίνει ακριβώς ο,τι µας χρειάζεται….

Ο Γέροντας είχε μεγάλη πίστη στον Θεό και τελεία εμπιστοσύνη στην θεία πρόνοια, γι᾿ αυτό έλεγε: «Είμαι σίγουρος χίλια τοις εκατό, αν δώσω τώρα σε κάποιον αυτό το πλεκτό, μέχρι να πάω στο Καλύβι μου, ο Θεός θα μου στείλει άλλο. Αλλά στην αρχή, για να μας δοκιμάση, μας αφήνει λίγο και να κρυώσουμε και να αρρωστήσουμε και εκεί χρειάζεται προσοχή. Να μην πη κανείς «Χριστέ μου, εγώ για την αγάπη σου το έδωσα και συ μ᾿ άφησες να αρρωστήσω;».

Η ελπίδα, που «ουδέποτε καταισχύνει», τον συνώδευε σε όλη του την ζωή και περισσότερο στις δυσκολίες. Μέσα στο σκότος και στην ομίχλη μιλούσε για ξαστεριά. «Όλα θα πάνε καλά, με την χάρι του Θεού», έλεγε σε απεγνωσμένες ψυχές. Σε κάποιον που ανησυχούσε για τις εχθρικές επιβουλές εναντίον της Πατρίδος, έδωσε την εξής ελπιδοφόρο απάντηση: «Κι αν μου πούν ότι δεν υπάρχει κανείς Έλληνας, εγώ δεν ανησυχώ. Μπορεί ο Θεός να αναστήση έναν Έλληνα. Φθάνει και ένας». Ακόμη πίστευε: «Και ένας Χριστιανός να μείνη μόνο, ο Χριστός θα κάνει το σχέδιό Του». Όταν άλλοι μιλούσαν για δυσάρεστες μελλοντικές εξελίξεις στο Έθνος και έσπερναν τον φόβο, ο Γέροντας μετέδιδε αισιοδοξία και ελπίδα˙ μιλούσε για αναστημένη Ελλάδα και για ανάκτηση της Αγια-Σοφιάς. «Υπάρχει και Θεός˙ τον Θεό που τον έχεις βάλει;», είπε σε κάποιον κληρικό που έβλεπε το μέλλον της Πατρίδος ζοφερό.

Έλεγε: «Αν δεν είχα εμπιστοσύνη στον Θεό, δεν ξέρω τι θα γινόμουν. Ο άνθρωπος να ενεργή μέχρις ενός σημείου. Μετά ο Θεός. Να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη». Αυτό δεν ήταν για τον Γέροντα μια ακαθόριστη ελπίδα, αλλά χειροπιαστή βεβαιότητα, μαρτυρουμένη μάλιστα με άπειρα παραδείγματα.

Στην ζωή του δοκίμασε πάμπολλες φορές την επέμβαση του Θεού με διαφόρους τρόπους. Ως στρατιώτης είχε ένα Ευαγγέλιο και το χάρισε. Έπειτα ζητούσε να βρη Ευαγγέλιο, να διαβάζη τον λόγο του Θεού. Έστειλαν στην Μονάδα τους τα Χριστούγεννα 200 δέματα, και μόνο στο δικό του υπήρχε Ευαγγέλιο.

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924-1994) (Ο Ασυρματιστής του Στρατού και του Θεού).


Μεταμόρφωσις του Σωτήρος Χριστού_Преображение Господне_Transfiguration of Jesus- Greek Byzantine Orthodox IconTransfiguration-FullΌσοι αγωνίζονται και συναισθάνονται την αμαρτωλότητα τους και τις ευεργεσίες του Θεού και εμπιστεύονται τον εαυτό τους στην μεγάλη του ευσπλαχνία, ανεβάζουν την ψυχή τους στον Παράδεισο με πολλή σιγουριά και με λιγότερο κόπο σωματικό

Όλο το κακό σήμερα προέρχεται από την απιστία. Παλιά ο κόσμος πίστευε· και ο πιο αδιάφορος είχε μέσα του πίστη. Η κοσμική λογική κλονίζει την πίστη. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε , πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε », είπε ο Κύριος. Όλη η βάση εκεί είναι. Στην πνευματική ζωή κινούμαστε στο θαύμα. Ένα συν δύο δεν κάνει πάντα τρία· κάνει και πέντε χιλιάδες και ένα εκατομμύριο!

Ο άνθρωπος, αν θέλη να μη βασανίζεται, πρέπει να πιστέψη στο « χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν », που είπε ο Χριστός. Να απελπισθή δηλαδή από τον εαυτό του με την καλή έννοια και να πιστέψη στην δύναμη του Θεού. Όταν κανείς απελπισθή με την καλή έννοια από τον εαυτό του,τότε βρίσκει τον Θεό.

«Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι »… Δεν αφήνουμε το Θεό νοικοκύρη να μας κυβερνάει• γι’ αυτό ταλαιπωρούμαστε. Πρέπει να αφήσουμε εν λευκώ τον εαυτό μας και το μέλλον μας στη Θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα, και ο Θεός θα μας φροντίσει. Να έχουµε απόλυτη εµπιστοσύνη.
Ας αναθέσουμε τον εαυτό μας, τα παιδιά μας, την οικογένειά μας, την ζωή μας ολόκληρη στον Χριστό ο οποίος σαν Θεός που είναι μπορεί να μας περάσει μέσα από την φωτιά και την τρικυμία χωρίς να πάθουμε το παραμικρό.

Μεγάλο πράγμα η πίστη! Βλέπετε, και ο Απόστολος Πέτρος με την πίστη βάδισε πάνω στα κύματα. Μόλις όμως μπήκε η λογική, άρχισε να βουλιάζη … Με την προσευχή δυναμώνει η πίστη.

Να παρακαλούμε τον Χριστό να μας προσθέση πίστη και να μας την αυξήση. Στον Χριστό τί είπαν οι Απόστολοι; «Πρόσθες ημίν πίστιν» δεν είπαν; Όταν λές «πρόσθες», σημαίνει ότι εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στον Θεό. 

Δεν φθάνει η πίστη στον Θεό· χρειάζεται και η εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εμπιστοσύνη στον Θεό ελκύει την βοήθειά Του. Ο Χριστιανός πιστεύει και εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Θεό μέχρι θανάτου, και τότε βλέπει καθαρά το χέρι του Θεού που τον σώζει…. Αν ο άνθρωπος δεν εμπιστευθή στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψη τελείως τον εαυτό του στα χέρια Του, θα βασανίζεται. Μεγάλη υπόθεση να αφήνεται κανείς στα χέρια του Θεού! 

 Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να κάνη την ζωή του παραδεισένια, εάν έχη εμπιστοσύνη στον Θεό, Τον δοξάζη για όλα και δέχεται να τον κυβερνάη σαν καλός Πατέρας. Διαφορετικά, κάνει την ζωή του κόλαση. Είναι μεγάλο πράγμα να νιώθη ο άνθρωπος από τούτη την ζωή ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου.

Όλα τα αγαθά πού έχουμε είναι δώρα του Θεού.
Όλα να τα δέχεσαι σαν μεγάλα δώρα του Θεού.
Να δοξάζετε μέρα-νύχτα τον Θεό για τις ευεργεσίες Του.
Η δοξολογία αγιάζει τα πάντα.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Πνευματική αφύπνιση, Λόγοι Β’, Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Απολυτίκιον Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου Ήχος πλάγιος α΄. Τον Συνάναρχον.

Tης ενθέου αγάπης το πυρ δεξάμενος υπερβαλλούση ασκήσει εδόθης όλος Θεώ και παράκλησις πολλών ανθρώπων γέγονας, λόγους θείους νουθετών, προσευχαίς θαυματουργών Παΐσιε Θεοφόρε, και νυν πρεσβεύεις απαύστως υπέρ παντός του κόσμου, Όσιε.

The prayer of Elder Porphyrios had overcome place and time.

Account of Abbess Macrina
on Saint Porphyrios.

Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης_ Порфирий (Баирактарис )Кавсокаливит_ St Porphyrios (Bairaktaris) the Kapsokalyvite-1432e161ea7e5bba54e - CopyIn the vigil for the Entrance of the Theotokos in 1988, the Abbess of the Monastery of Kato Panagia in Arta, Greece, had come to the monastery of Elder Porphyrios together with her sisterhood. She recounts:
The morning, after the vigil, we went, together, to the ordination of His Eminence the Metropolitan of Arta, Ignatios, in Athens. In the afternoon, we visited Elder Porphyrios, so that he could talk to the sisters and so that we could get his blessing.
Father Porphyrios was in an exceptionally good mood and kept us for a long time. He talked to us about prayer of the nous and stressed there is no real prayer of the nous, if there is no real humility, which is acquired through obedience.

Since we had enjoyed plenty of him and the sisters of Kato Panagia monastery had been filled with joy and blessing, I started to rush to leave. It was 7 o’clock. The Elder, however, was in the mood for talking.
– “Elder, we must get going, it’s late and we are far away”, I said to him. Yet, the Elder did not share my con­cern at all and continued talking. At my insistence, he let us go at twenty to eight. We got his blessing and left most pleased.
As soon as we went downstairs, he sent a sister after me, and called me back up to him. He asked: “Did I speak well? Perhaps I was misunderstood?”.
– “No, Elder, you spoke to us very well, but we must leave as we had a vigil last night, and it is already late. When will we get back to the monastery?” (Our monastery is two and a half hours drive away from Milesi).
– “Don’t rush, you’ll get back on time”, he told me. He asked me if I knew about the Church of Piraeus Radio Station. Full of joy he “jumped” out of his bed and turned the radio on for me, so that I could hear it. The clock in the room said that it was five to eight. I worked out when we would reach the monastery and we had to get a move on.
Father told me how much good the station would do for people and he didn’t seem to be at all in a hurry. “Elder, I must leave, they’ll be worried at the monastery” (I reckoned that we would arrive at about midnight).
– “Don’t rush. You’ll get back on time”. He repeated indefinitely. When the clock struck 8 o’clock, he gave me his blessing to leave. However, the driver was extremely cautious and drove very slowly, we also made two stops in between. One for fuel, and another to find a taxi, because a lady who accompanied us had to go to Athens.
However, while all the sisters were worried, because the car was going so slowly, not one of them looked at her watch. We talked about all the wonderful things the Elder had told us, and every now and then, we told the driver to go faster. Yet, he was unruffled and explained that cars get ruined if they are driven fast etc… For this reason, each time we looked, the speed indicator was somewhere between 40 and 60 km an hour. From Megara to the monastery, it went especially slow, because it was a dirt road and he wanted to look after the car.
When we arrived at the monastery all the sisters greeted us with great joy. We told them our “news” and when we went into the refectory I said to the sisters: – “Why did you stay up so late, especially after a vigil the night before? Why didn’t you go and rest, how will you ever get up in the morning?”.
– “We should go to bed this early Mother, what are we chickens?”.
– “Why? What time is it?”, I asked in surprise.
– “A quarter to nine”.
Naturally, I thought they were joking and I didn’t believe them. When they showed me the clock, I was speechless. From Milesi to Makrino in three-quarters of an hour, and travelling so slowly!. Our wonder and enthusiasm, when we realized what a miracle had taken place, cannot be described. The prayer of Elder Porphyrios had again overcome place and time. God is wondrous in his saints!.
The next day, a doctor we know, a spiritual child of the Elder, went to visit him. Then the Elder laughing with joy said to him: “When you are obedient, miracles hap­pen, and the Abbess suddenly finds herself back at her monastery”. Of course, he didn’t know what the little father meant and only understood the Elder’s words when he came to visit us and mentioned the matter.
The next day, when I told Fr. Porphyrios what had happened; he teased me full of love.

May his prayer introduce us into Paradise in the same way.
Mother Macrina.

Reference: Marina Robb (2001), With Elder Porphyrios: A Spiritual Child Remembers, the Holy Convent of the Transfiguration of the Savior, Athens.

Kontakion St. Porphyrios the Kapsokalyvite in the Plagal of the Fourth Tone.

The most-holy temple of the Comforter,
And the beloved of the All-Pure Theotokos,
Let us praise Porphyrios from our heart,
For he loves and heals all, and protects,
And intercedes, that we be granted theosis.
Therefore, we cry out:
Hail, O Father Porphyrios.