iconandlight

Iconography and Hand painted icons


Η ευγνωμοσύνη ανθίζει στις καρδιές μας πιο δυνατά όταν αυτό που δεχόμαστε δεν το αξίζουμε… Η θεραπεία των δέκα λεπρών. Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh

Ιησούς Χριστός Θεραπεία των δέκα λεπρών Jesus-Christ_Healing of the Ten Lepers-Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon_24235432

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιζ΄ 12-19) Θεραπεία των δέκα λεπρών

Στόμα που ευχαριστεί πάντοτε τον Θεό, δέχεται από τον Θεό ευλογία. Και η καρδιά η οποία ευχαριστεί διαρκώς το Θεό, γεμίζει από Θεϊκή χαρά και χάρη!… Αββάς Ισαάκ ο Σύρος

«… Να ζείτε σε διαρκή δοξολογία και ευχαριστία προς το Θεό, διότι μεγαλύτερη αμαρτία είναι η αχαριστία και μεγαλύτερος αμαρτωλός ο αχάριστος…» Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Οφείλουμε να ευχαριστούμε για όλα το Θεό και να παραδίδουμε τον εαυτό μας στο θέλημά Του. «Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε, τούτο γαρ θέλημα Θεού εν Χριστώ Ιησού εις υμάς» (Α΄ Θεσ. ε΄ 16-18). Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Ομιλία για την ευγνωμοσύνη
Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
17 Δεκεμβρίου 1989

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

Δέκα λεπροί ήρθαν στον Κύριο· δέκα άνθρωποι που ήταν τελετουργικά ακάθαρτοι και γι’ αυτό είχαν απορριφθεί από την κοινότητα τους, αδυνατούσαν να παραβρεθούν στην κοινή λατρεία στο Ναό, αδυνατούσαν να πλησιάσουν τις κατοικίες των ανθρώπων επειδή η αρρώστεια τους μπορούσε να μεταδοθεί στους άλλους: θα μπορούσαν να μολυνθούν, να αρρωστήσουν θανατηφόρα.

Ήρθαν στον Κύριο και στάθηκαν μακρυά επειδή γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα να πλησιάσουν, να Τον αγγίξουν καθώς έκανε η αιμορροούσα και θεραπεύτηκε. Από μακρυά κραύγασαν για έλεος, και ο Κύριος τους θεράπευσε· τους έστειλε στους ιερείς για να καθαριστούν τυπικά. Δέκα πήγαν και οι εννέα δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Ένας απ’ αυτούς ανακαλύπτοντας καθ’ οδόν ότι θεραπεύτηκε, άφησε κάθε άλλο ενδιαφέρον εκτός από την ευγνωμοσύνη σ’ Εκείνον που τον κατέστησε υγιή ψυχικά και σωματικά. Επέστρεψε και ευχαρίστησε τον Κύριο, και το Ευαγγέλιο μας λέει ότι ήταν Σαμαρείτης, ένας άνθρωπος που δεν ανήκε στην Εβραϊκή κοινότητα, ένας άνθρωπος δίχως δικαιώματα στον λαό του Ισραήλ, ένας άνθρωπος που δεν ήταν μόνο ξένος αλλά απορριπτέος.

Γιατί- ο ίδιος ο Χριστός τον ρωτά -γιατί συμβαίνει και οι εννέα απ’ αυτούς δεν σκέφτηκαν να επιστρέψουν; Επειδή ένοιωσαν ότι τη στιγμή που καθαρίστηκαν επανήλθαν πλήρεις εν μέσω του λαού του Ισραήλ· δεν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο, είχαν τα πάντα.

Ο Σαμαρείτης ήξερε ότι καθαρίστηκε, ότι θεραπεύτηκε, αποκαταστάθηκε δίχως να έχει κανένα δικαίωμα στην αγάπη του Θεού και σε τούτη τη πράξη του Χριστού. Δεν είναι αλήθεια ότι η ευγνωμοσύνη ανθίζει στις καρδιές μας πιο δυνατά όταν αυτό που δεχόμαστε δεν το αξίζουμε, όταν είναι ένα θαύμα θεϊκής και ανθρώπινης αγάπης; Όταν νομίζουμε ότι αξίζουμε κάτι και το δεχόμαστε, το δεχόμαστε σαν να μας οφείλεται· αυτό έκαναν και οι εννέα Εβραίοι. Αλλά ο Σαμαρείτης ήξερε ότι δεν είχε δικαίωμα στο έλεος του Θεού, στο θαύμα της θεραπείας, και η καρδιά του γέμισε μ’ ευγνωμοσύνη.
Αυτό δεν ισχύει και σ’ εμάς; Πράγματι! Πράγματι έχει να κάνει μ’ εμάς δυστυχώς, επειδή όλοι μας νοιώθουμε ότι έχουμε δικαίωματα: δικαίωμα στο ανθρώπινο ενδιαφέρον, δικαίωμα στην αγάπη, σε ο,τι μπορεί να μας δώσει η γη και οι ανθρώπινες σχέσεις, δικαίωμα στην φροντίδα του Θεού και στην προς εμάς αγάπη. Και γι’ αυτό, όταν δεχόμαστε ένα δώρο είμαστε εξωτερικά ευγνώμονες, λέμε ένα επιπόλαιο «ευχαριστώ»· αλλά αυτό δεν μεταμορφώνει τη σχέση μας, είτε προς τον Θεό, είτε προς εκείνους που υπήρξαν ελεήμονες προς εμάς. Το δεχόμαστε όπως μας αρμόζει και είμαστε ευγνώμονες σ’ εκείνους που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να μας αποδοθεί αυτό που «απλώς» είχαμε δικαίωμα να έχουμε.

Ο πρώτος Μακαρισμός μας μιλάει εν προκειμένω ξεκάθαρα: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, διότι σ’αυτούς ανήκει η Βασιλεία του Θεού.. Ποιοί είναι «οι πτωχοί τω πνεύματι;» Δεν είναι εκείνοι που είναι απλώς πτωχοί· η φτώχεια δεν προκαλεί τις μεγάλες αρετές από μόνη της· «πτωχοί τω πνεύματι», είναι εκείνοι που στην καρδιά και στο μυαλό, μ’ όλο τους το είναι, γνωρίζουν ότι δεν κατέχουν τίποτα που δεν είναι δώρο και δεν αξίζουν τίποτα απ’ ο,τι μας δίνεται δωρεάν. Ας το σκεφτούμε λίγο αυτό.

Δεν αποκτήσαμε υπόσταση από δική μας θέληση· ο Θεός μας έδωσε ύπαρξη, όχι μ’ εντολή, αλλά με μια πράξη ισχύος. Από μια πράξη αγάπης, επειδή μας αγάπησε τόσο ώστε μας έδωσε υπόσταση. Με αυτήν την πράξη μας λέει: Σας αγαπώ! Δίχως εσάς ο κόσμος που δημιούργησα δεν θα ήταν ολοκληρωμένος στα μάτια μου· αλλά έχω πίστη ότι δεν θα προδώσετε την εμπιστοσύνη μου. Ελπίζω στο καλό που υπάρχει μέσα σας. Η αγάπη μου δεν θα λαθέψει ποτέ, η πίστη και η ελπίδα μου σ’ εσάς θα παραμείνουν ακλόνητες – ανταποκριθήτε σ’ αυτές. Το θαύμα είναι ότι, όσο λίγο κι αν πιστεύουμε στον Θεό, Εκείνος πιστεύει σ’ εμάς. Αυτό δεν είναι θαύμα; Και υπάρχουμε μόνο εξαιτίας αυτής της πίστης του Θεού σ’ εμάς, εξαιτίας αυτής της ελπίδας και της αγάπης που μας περιέβαλε.

Και αν πάμε λίγο πιο πέρα, δεν υπάρχουμε απλώς- είμαστε ζωντανοί με την αναπνοή του Θεού που μας κάνει όμοιούς Του, ικανούς να Τον γνωρίζουμε! Και αποκαλύφθηκε σ’ εμάς με τόσους πολλούς τρόπους, αλλά εν τέλει στην Ενσάρκωση Του: ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για εμάς για να δούμε πόσο έχουμε αγαπηθεί από Εκείνον, πόσο σπουδαίοι είμαστε στα μάτια Του, και πόσο πραγματικά σπουδαίοι είμαστε εν δυνάμει στην ανθρώπινή μας φύση. Κοινωνούντες τον Χριστό μπορούμε να γίνουμε όλοι υιοί και θυγατέρες του Ζώντος Θεού, μέτοχοι της Θεϊκής φύσεως. Και για να το επιτύχει αυτό ο Χριστός μας πρόσφερε τη ζωή Του, τη διδασκαλία Του, τον θάνατο Του, την συγχώρεση που έδωσε σ’ εκείνους που Τον σταύρωσαν: «Άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι!» Αυτό μας αφορά συνεχώς, μέρα με την μέρα, από την Ανάστασή Του και τη διακήρυξη της ανθρώπινης δόξας μας, αφού κάθησε στα δεξιά του Θεού, λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αν θέλεις να ξέρεις πόσο σπουδαίος είναι ο άνθρωπος, κοίταξε στο θρόνο του Θεού – θα δείς τον Άνθρωπο καθισμένο στα δεξιά της δόξης!

Δεν είναι σ’ μας αρκετό να είμαστε ευγνώμονες ενώπιον οποιασδήποτε άλλης δωρεάς που μας παραχωρήθηκε: η αγάπη των πιο κοντινών μας προσώπων και άλλων που νοιάζονται, η ασφάλεια της ζωής, της τροφής, του αέρα, η υγεία. Αλλά όλοι μας τα θεωρούμε δεδομένα· δεν είμαστε «πτωχοί τω πνεύματι» – θεωρούμε σαν να μας τα ωφείλουν· γιατί να είμαστε ευγνώμονες που μας δίνεται ο,τι δικαιούμαστε; Γιατί δεν μας δίνει ο Θεός ο,τι έχει υποχρέωση να μας δώσει; Αυτή είναι η στάση μας, δεν το διατυπώνουμε τόσο ωμά, αλλά ζούμε έτσι!

Ο Σαμαρείτης δεν έκανε το ίδιο· δεν είχε κανένα δικαίωμα να μοιραστεί κάτι που ήταν δικαίωμα του λαού του Ισραήλ- και του δόθηκε! Και η ευγνωμοσύνη του ήταν φλεγόμενη, λάμπουσα!

Δεν μπορούμε να μάθουμε κάτι απ’ αυτόν; Κι επίσης, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πόσο υπέροχο θα ήταν αν από ευγνωμοσύνη ζούσαμε κατά αυτόν τον τρόπο ώστε να δώσουμε χαρά στον Κύριο, τη χαρά ότι δεν μας δημιούργησε μάταια, ότι δεν πιστεύει μάταια σ’ μας, ότι δεν μας εμπιστεύτηκε μάταια, ότι η αγάπη που λάβαμε είναι τώρα σαρκωμένη, όχι μόνο συναισθηματικά, αλλά στην πράξη!

Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι είναι μεγαλύτερη χαρά να δίνεις από το να παίρνεις· είναι αυτή η στάση μας; Αν είμαστε αληθινά ευγνώμονες για τα χαρίσματα που είναι δικά μας- πόσο γενναιόδωρα, με πόση χαρά θα προσφέραμε στον καθένα γύρω μας μέσα από μια πράξη αγάπης που θα ήταν το μερίδιο μας στην αγάπη του Θεού. Και αν συνειδητοποιήσαμε ότι όλα που έχουμε στην ψυχή, στο σώμα, σε καταστάσεις της ζωής συμβαίνουν επειδή ο Θεός μας έστειλε στον κόσμο σαν αγγελιοφόρους Του να φέρουμε την θεϊκή παρουσία με τίμημα αν χρειαστεί τη ζωή μας- πόσο ευγνώμονες θα είμασταν και πως θα ζούσαμε έτσι που ο Θεός που θα κοίταζε τον καθένα από εμάς, θα έλεγε: να ένας μαθητής μου που κατανόησε το θέλημα μου και ζει σύμφωνα μ’ αυτό!

Ας προβληματιστούμε· ας μάθουμε να ζούμε μ’ ευγνωμοσύνη, με τη χαρά ότι αγαπηθήκαμε μέσα από την κοινωνία μας με τον Θεό, αλλά γνωρίζοντας ότι πρόκειται για μια πράξη ευγνωμοσύνης, χαρισμένης γενναιοδωρίας, δεν έχουμε δικαιώματα και όμως κατέχουμε τα πάντα. Ο Απόστολος Παύλος είπε τούτο: Δεν έχω τίποτα και όλα τα κατέχω. Ο καθένας μας θα μπορούσε να είναι τόσο πλούσιος μέσα στην απόλυτη πτωχεία, πλούσιος από την αγάπη, τη δύναμη και τον πλούτο του Θεού.

Ας προβληματιστούμε και ας προσφέρουμε στον Θεό, με μια πράξη ευγνωμοσύνης όχι μόνο στα λόγια, που αμυδρά νοιώσαμε, αλλά έμπρακτα στη ζωή μας: ας του δώσουμε τη χαρά και τη βεβαιότητα ότι δεν μας δημιούργησε μάταια, δεν έζησε και δεν πέθανε μάταια για εμάς, ότι είμαστε αληθινοί μαθητές Του που έχουμε καταλάβει και θέλουμε να ζήσουμε το Ευαγγέλιό Του. Αμήν.
Απόδοση στα νεοελληνικά: http://www.agiazoni.gr/article.php?id=66690339639296437653Ιησούς Χριστός_Jesus-Christ_Господне Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon_virgin-mary-church-goreme-cappadocia

Η γιαγιά μου, η σίτου μου, «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου»!
https://iconandlight.wordpress.com/2017/11/16/%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CF%83%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%83-%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E/

Αγίου Ρωμανού του μελωδού – κοντάκιον εις τον λεπρόν.

Προοίμιον

Ως τον λεπρόν εκάθαρας της νόσου, παντοδύναμε,
το ψυχικόν ημών άλγος θεράπευσον ως εύσπλαγχνος
τη πρεσβεία της θεοτόκου, ιατρέ των ψυχών ημών,
φιλάνθρωπε
σωτήρ και μόνε αναμάρτητε…

Όπως τον λεπρό ελευθέρωσες απ’ την αρρώστια της λέπρας, Παντοδύναμε,
τον ψυχικό μας πόνο γιάτρεψε, Σπλαχνικέ,
με τη μεσολάβηση της Θεοτόκου, Γιατρέ των ψυχών μας,
Φιλάνθρωπε
Σωτήρα και μόνε Αναμάρτητε…

Από το βιβλίο: ΡΩΜΑΝΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ «ΥΜΝΟΙ»Μετάφραση Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης.ΤΟΜΟΣ Α’ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ Από σελ. 138 -155.

Advertisements


Gratitude springs up in our hearts more powerfully, more gloriously when what we receive is undeserved… The Healing of the Ten Lepers. Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh

Ιησούς Χριστός Θεραπεία των δέκα λεπρών Jesus-Christ_Healing of the Ten Lepers-Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon_24235432

Sermon On Gratitude
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
17 December 1989

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Ten lepers came to the Lord; ten men who were ritually unclean and therefore, ritually rejected by their community, unable to attend the common worship of the Temple, unable to come near the habitations of men; and unclean also in the eyes of men because their sickness could be transmitted to others: others could become impure, others could be sick unto death.

They came to Christ and stood afar off because they knew that they had no right to come near, to touch Him as had done the woman who had an issue of blood and who had been healed. From afar off they cried for mercy, and the Lord healed them; He sent them to the priests in order to be ritually cleansed. Ten of them went, and nine never came back. One of them, discovering on his way that he was healed, let go of every other concern but his gratitude to Him that had restored him to wholeness. He came back and thanked the Lord, and the Gospel tells us that this man was a Samaritan, a man who was outside of the Hebrew community, a man who had no rights within the people of Israel, a man who was not only a stranger, but a reject.

Why is it – and Christ Himself asks the question – why is it that nine of them never thought of returning? Because they felt that now that they were clean they were restored to the wholeness of the people of Israel; they needed nothing more, they had everything. The Samaritan knew that he had been cleansed, healed, made whole without having any right to this love of God and this act of Christ.

Isn’t it true that gratitude springs up in our hearts more powerfully, more gloriously when what we receive is undeserved, when it is a miracle of divine and human love? When we think that we deserve something and receive it, we receive it as our due; so did the nine Jews. But the Samaritan knew he had no right to the mercy of God, no right to this miracle of healing, and his heart was filled with gratitude.

Does this not apply to us? Indeed, it does! Indeed it does so sadly, because all of us do feel that we have a right: a right to human concern, to human love, a right to everything which the earth and human relationships can give, ultimately, a right for God’s care and love for us. And therefore, when we receive a gift we are superficially grateful, we say a perfunctory ‘thank you’; but it does not transform our relationship, either to God or to those who have been merciful to us. We receive it as our due, and we are grateful to those who were instrumental in conveying to us what ‘naturally’ we had a right to have.

The first Beatitude speaks to us in that respect very clearly: Blessed are the poor in spirit, for theirs is the Kingdom of God.…..Who are the poor in spirit? It is not those who are simply poor; poverty does not call out the great virtues simply by itself; the poor in spirit are those who in their heart and mind, in their whole self, know that they possess nothing which is not a gift, and deserve nothing of what gratuitously is given to us. Let us reflect one moment on this.

We did not come into being of our own volition; God brought us into being, and not by command, by an act of power. He brought us into being by an act of love, He loved us into existence. By doing this, He says to us: I love you! Without you, the world which I have created would be incomplete in my eyes; but also, I have faith in you that you will not betray my trust. I put my hope in all the good there is in you; My love will never falter, My faith and hope in you will remain unshaken – respond to them! The wonder is that however little we believe in God, God believes in us. Is not this a marvel, a wonder? And we exist only because of this faith of God in us, because of this hope and love He has vested in us.

And if we think further we have not only existence – we are alive, alive with the breath of God that makes us akin to Him, capable of knowing Him! And again, He has revealed Himself to us in so many ways, but ultimately in the Incarnation: God Himself has become man for us to see how much we are loved, and how great we are in His eyes, and indeed how great we are potentially in our humanity; we can all become by communion to Christ the sons and daughters of the Living God, partakers of the Divine nature. And to achieve this Christ has given us His life, His teaching, His death, the forgiveness He gave to those who crucified Him: Forgive them, Father, they don’t know what they are doing! This applies to us also, all the time, day in, day out, of His Resurrection, and the manifestation of our human glory by His sitting at the right hand of God, Saint John Chrysostom says, If you want to know how great man is, look up to the throne of God – you will see Man enthroned at the right hand of glory!

Is not that enough for us to be grateful, to be grateful before any other particular gift is bestowed: the love of our closest, and of other people that care, the security of life, food, air, health! But we all take this for granted; we are not poor in spirit – we take it as our due; why should we be grateful that we are given what is our right? Why shouldn’t God give us all that is His obligation to give. This is our attitude, we don’t formulate it so crudely, but we live by it!

The Samaritan did not; he had no right to share anything that was the right of Israel – and he was given it! And his gratitude was aflame, aglow! Can we not learn something from him? And also, can we not realise how wonderful it would be if out of gratitude we lived in such a way as to give God joy, the joy of knowing that He has not created us in vain, that He does not believe in us in vain, that He has not put His trust in us in vain, that His love has been received, is now incarnate, not only in emotion, but in action! Saint Paul says, It is a greater joy to give than to receive; is that our attitude? If we are truly grateful for the gifts which are ours – how generously, how joyfully we would give to everyone around us in an act of love which would be our sharing in the love of God… And if we realised that all we have, in body, in soul, in circumstances of life, even in the tragedies of life, comes because God has sent us into the world as His messengers to bring divine presence at a cost, if necessary, of our lives – how grateful we would be, and how we would live in order that God should look at us, each of us, and say, Here is a disciple of Mine who has understood, and who lives accordingly!

Let us reflect on this; let us learn to live out of gratitude, out of the joy of being loved, out of our communion with God, but knowing that it is an act of gratuitous generosity, that we have no rights – and yet we possess all things. Saint Paul said that: I have nothing, and I possess all things. Each of us could be such a rich person in our utter poverty, rich with all the love and power and richness of God.

Let us reflect, and let us give God, in an act of gratitude not only spoken, not only dimly felt, but lived in every action of our life: let us give Him joy, and the certainty that He has not created us in vain, not lived and died for us in vain, that we are truly disciples who have understood and who want to live His Gospel. Amen.
http://www.mitras.ru/eng/eng_96.htmΙησούς Χριστός_Jesus-Christ_Господне Иисус-Христос-Byzantine Orthodox Icon_virgin-mary-church-goreme-cappadocia

You should continually and unceasingly call to mind all the blessings which God in His love has bestowed upon you in the past, and still bestows for the salvation of your soul. You must no let forgetfulness of evil or laziness make you grow unmindful of these many and great blessings, and so pass the rest of your life uselessly and ungratefully. For this kind of continual recollection, pricking the heart like a spur, moves it constantly to confession and humility, to thanksgiving with a contrite soul, and to all forms of sincere effort, repaying God through its virtue and holiness. St. Mark the Ascetic

Luke 17:12-19 (Gospel)

Then as He entered a certain village, there met Him ten men who were lepers, who stood afar off. And they lifted up their voices and said, “Jesus, Master, have mercy on us!” So when He saw them, He said to them, “Go, show yourselves to the priests.” And so it was that as they went, they were cleansed. And one of them, when he saw that he was healed, returned, and with a loud voice glorified God, and fell down on his face at His feet, giving Him thanks. And he was a Samaritan. So Jesus answered and said, “Were there not ten cleansed? But where are the nine? Were there not any found who returned to give glory to God except this foreigner? And He said to him, “Arise, go your way. Your faith has made you well.”

 


Ο αββάς Μακάριος έλεγε: Όλος ο αγώνας πρέπει να αποβλέπει στο να μην κρίνουμε τον πλησίον.

Άγιος Μακάριος ο Μέγας της Αιγύπτου
Όσιος Μακάριος, ο Αλεξανδρεύς
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός Επίσκοπος Εφέσου
Όσιος Αντώνιος ο Ερημίτης, του Μαρτκοπί της Γεωργίας
Θεόδωρος ο διά Χριστόν Σαλός του Νόβγκοροντ
Ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Εορτάζει στις 19 Ιανουαρίου

Στίχοι
Θανούσα θείων η δυάς Μακαρίων,
Ζωής μετέσχε της μακαριωτάτης.
Γην μακάρων λάχον εννεακαιδεκάτη Μακάριοι.

Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος _Macarius of Egypt the Great_ Макарий Великий Египетский_0_1b9501_1dcc7766_origΕίπε ο αββάς Μακάριος: «Εάν επιπλήττοντας κάποιον, αισθανθείς μέσα σου να κινείται οργή, ικανοποιείς δικό σου πάθος και δεν σε υποχρεώνει κανείς να χάσεις τον εαυτό σου, για να σώσεις άλλους».

Παρακάλεσε ο Αββάς Ησαΐας τον Αββά Μακάριο, λέγοντας: «Πες μου κάτι». Και του λέγει ο γέρων: «Φεύγε τους ανθρώπους». Και τον ρωτά ο αββάς Ησαΐας: «Τι σημαίνει το να φεύγει τινάς τους ανθρώπους». Και ο γέρων του αποκρίθηκε: «Το να μείνης στο κελλί σου και να κλάψεις τις αμαρτίες σου».

Έλεγαν για τον αββά Μακάριο το Μεγάλο ότι έγινε, καθώς είναι γραμμένο, θεός επίγειος (Ιω.10, 34), γιατί όπως ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι και ο αββάς Μακάριος σκέπαζε τα ελαττώματα που έβλεπε στους άλλους σαν να μην τα έβλεπε και εκείνα που άκουγε σαν να μην τα άκουγε.

Όλος ο αγώνας πρέπει να αποβλέπει στο να μην κρίνουμε τον πλησίον.
Γιατί όταν το χέρι του Κυρίου φόνευσε όλα τα πρωτότοκα στη χώρα της Αιγύπτου, δεν έμεινε σπίτι που να μην είχε νεκρό».
Τον ρωτάει ο αδελφός: «Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά;» «Σημαίνουν―είπε ο Γέροντας―ότι, εάν όλα εκείνα που μας εμποδίζουν μας αφήσουν να δούμε τις αμαρτίες μας, δεν θα βλέπουμε τις αμαρτίες του πλησίον.
Άλλωστε είναι ανοησία, ενώ έχει δικό του νεκρό ο άνθρωπος, να τον αφήσει και να πάει να κλάψει το νεκρό του πλησίον.
Και το να πεθάνεις έναντι του πλησίον σημαίνει να έχεις μπροστά σου τη δική σου αμαρτία και να μην έχεις μέριμνα για κανένα άνθρωπο ότι αυτός είναι καλός ή εκείνος είναι κακός. Μην κάνεις κακό σε κανένα άνθρωπο, ούτε να σκέφτεσαι πονηρά για κανένα. Μην εξευτελίσεις κάποιον που κάνει το κακό αλλά και να μην συμφωνήσεις μ’εκείνον που κάνει κακό στον πλησίον ούτε να χαίρεσαι μ’αυτόν που βλάπτει τον πλησίον. Αυτό σημαίνει το να είμαστε νεκροί έναντι του πλησίον.
Μην κατηγορείς κανένα• να λες: Ο Θεός γνωρίζει τον καθένα και να μη συμφωνείς μ’αυτόν που κατηγορεί• να μη χαίρεσαι που κατηγορεί αλλά ούτε και να τον μισείς. Αυτό είναι το νόημα του να μην κρίνουμε.
Μην εχθρεύεσαι κανέναν άνθρωπο• και να μην κρατήσεις έχθρα μέσα στην καρδιά σου ,αλλά μη μισήσεις και αυτόν που εχθρεύεται τον πλησίον. Αυτή είναι η ειρήνη. Να παρακινείς τον εαυτό σου σ ’αυτά. Ο κόπος είναι προσωρινός, ενώ η ανάπαυση είναι αιώνια με τη χάρη του Θεού Λόγου. Αμήν.»

Είπε ο αββάς Μακάριος: «Αληθινά, δεν υπάρχει παρθένα ή παντρεμένη ή μοναχός ή κοσμικός, ο Θεός την πρόθεση ζητάει και δίνει το Άγιο Πνεύμα σε όλους».

Όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.

Έλεγε ο αββάς Μακάριος ότι «ο λόγος ο κακός και τους καλούς τους κάνει κακούς, ενώ ο καλός λόγος και τους κακούς τους κάνει καλούς».

Όσο φέρνουμε διαρκώς στο νού μας τα κακά που τυχόν μας προξένησαν οι αδελφοί μας, έλεγε ο Όσιος Μακάριος, τόσο απομακρύνουμε τον Θεό απ᾿ αυτόν. Όταν τα λησμονούμε παρευθύς, δεν τολμούν οι δαίμονες να μας πειράξουν.

Έλεγε ο αββάς Πέτρος για τον αββά Μακάριο: Κάποτε πήγε σε έναν αναχωρητή και βλέποντάς τον να υποφέρη, του ζήτησε να του πη τι ήθελε να βάλει στο στόμα του γιατί κανείς δεν ήταν στο κελλί του. Και εκείνος του είπε παστέλλι. Δεν δίστασε τότε ο γενναιόκαρδος να πάη στην Αλεξάνδρεια για να το φέρη στον άρρωστο. Και αυτό το θαυμαστό γεγονός δεν έγινε φανερό σε κανέναν.

Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος _Macarius of Egypt the Great_ Макарий Великий Египетский_ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΟΣΙΟΣ (3)Ο αββάς Πέτρος είπε πάλι, καθώς ο αββάς Μακάριος φερόταν με ακακία σε όλους τους αδελφούς, κάποιοι τον ρώτησαν: «Γιατί κάνεις έτσι τον εαυτό σου;» Και τους αποκρίθηκε: «Δώδεκα χρόνια υπηρέτησα τον Κύριό μου, για να μου δώσει αυτό το χάρισμα, και όλοι με συμβουλεύετε να το αποβάλλω;».

Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο ότι ανεβαίνοντας από τη Σκήτη και φορτωμένος ζεμπίλια, κουράσθηκε και κάθησε. Και προσευχήθηκε, λέγοντας Θεέ μου συ ξέρεις ότι δεν μπορώ πια. Και, ευθύς, βρέθηκε στον ποταμό.

Αργότερα, πάλι, έτυχε ο διάβολος να βρει στην έρημο τον αββά Μακάριο, πολύ εξαντλημένο από σωματική κούραση, και του λέει: Ιδού, που έλαβες την χάρη του αγίου Αντωνίου. Γιατί, λοιπόν, δεν κάνεις χρήση αυτού του προνομίου και δεν ζητάς από το Θεό τρόφιμα και λίγη δύναμη για ν’ αντέξεις στην οδοιπορία σου;
Και ο Γέροντας αμέσως του απαντά:
Η δύναμή μου είναι ο Κύριος και σ’ αυτόν είναι αφιερωμένος κάθε ύμνος μου ( Ψαλμ . ριζ’ 14). Κ’ εσύ πάψε να βάζεις σε πειρασμό το δούλο του Θεού!

Aλλοτε, πάλι, όπως μας είπαν, έμενε σ’ ένα σπήλαιο της ερήμου για να προσεύχεται. Εκεί κοντά υπήρχε κ’ έν ‘ άλλο σπήλαιο, που σ’ αυτό έμενε μια ύαινα. Μία μέρα, εκεί που προσευχόταν στον ο Γέροντας, ήρθε η ύαινα και τριβόταν στα πόδια του. Σε μία στιγμή έπιασε την άκρη του ράσου του και τον τραβούσε ήρεμα προς το δικό της σπήλαιο. Εκείνος την ακολούθησε, λέγοντας μέσα του:
– Τι να θέλει, άραγε, τούτο το θηρίο με τέτοια καμώματα;
Όταν πια τον έφερε ίσαμε με το δικό της σπήλαιο, μπήκε μέσα και βγάζει τα μωρά της, που είχαν γεννηθεί τυφλά. Ο Γέροντας προσευχήθηκε, και σε λίγο τα μικρά της άνοιξαν τα μάτια τους και έβλεπαν. Η ύαινα, τότε, για τον ευχαριστήσει του έφερε για δώρο ένα πολύ μεγάλο δέρμα ενός τεραστίου κριαριού και το απόθεσε μπρος στα πόδια του. Ο Γέροντας της χαμογέλασε για την ευγνωμοσύνη και τα αισθήματα που έδειξε, και παίρνοντας το δέρμα το ‘κανε στρωσίδι του. Λέγεται ότι αυτό το δέρμα σώζεται μέχρι σήμερα στο κελλί κάποιου μοναχού.

Διηγούνται, ακόμη, για τον αββά Μακάριο, πως του πήγαν μια φιλομόναχη και παρθενεύουσα κόρη, την οποία ένας κακούργος την είχε μεταβάλει, με διάφορες μαγείες σε φοράδα. Την πήραν, λοιπόν, οι γονείς της και την πήγαν στον άγιο Γέροντα και τον παρακάλεσαν πολύ θερμά, αν ήθελε να προσευχηθεί για να την μεταβάλει και πάλι σε γυναίκα. Ο Γέροντας την έκλεισε σ’ ένα χώρο μόνη της, μαζί με τους γονείς της, ενώ εκείνος για εφτά ημέρες προσευχόταν διαρκώς σ’ ένα διπλανό κελλί . Την έβδομη μέρα, μαζί με τους γονείς της, ο Γέροντας ήρθε και την άλειψε όλη με άγιο λάδι. Μετά, γονάτισε και προσευχήθηκε πάλι, μαζί με τους γονείς της. Όταν σηκώθηκαν από την προσευχή, ο Γέροντας και οι γονείς, την είδαν να έχει γίνει πάλι η θυγατέρα τους που ήξεραν!

Πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος με τη θέλησή του να καλλιεργήσει το χωράφι της καρδιάς του, αλλά χρειάζονται και οι βροχές της Χάριτος (Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος).

Πολλοί έτρεχαν κοντά του και ενοχλούσαν την ησυχία του. Τότε ο Όσιος κατασκεύασε έναν λάκκο κάτω από το έδαφος με στροφές στο είδος του κοχλία σε απόστασι μισό στάδιο περίπου από το κελλί του και στην άκρη του λάκκου έσκαψε με τα χέρια του ένα σπήλαιο. Και όταν έρχονταν πολλοί άνθρωποι και τον ενωχλούσαν, τότε περνούσε κρυφά από τον λάκκο και κρυβόταν μέσα στο σπήλαιο, όπου δεν τον εύρισκε κανένας.

Ο Όσιος Μακάριος σε προχωρημένη ηλικία εξορίσθηκε σε νησίδα του Νείλου από τον Αρειανό Επίσκοπο Αλεξανδρείας Λούκιο και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία 90 ετών το έτος 391 μ.Χ.

Απολυτίκιον Oσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου. Ηχος α’.

Της ερήμου πολίτης και εν σώματι Άγγελος, και θαυματουργός ανεδείχθης, θεοφόρε πατήρ ημών Μακάριε, νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τους νοσούντας και τας ψυχάς, των πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σέ στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σού πάσιν ιάματα.

Ωδή ε’ Ήχος δ’ «Τον φωτισμόν σου Κύριε, κατάπεμψον ημίν

Αναπετάσας Όσιε, ψυχής το νοερόν, και τας αισθήσεις σοφώς κυβερνήσας, γέγονας ναός ηγιασμένος, τω Θεώ και πανίερος.

Κατακοσμήσας Όσιε, ψυχής το νοερόν, και ηγεμόνα τον νούν καταστήσας, έσχες τον Χριστόν ηνιοχούντα, προς πορείαν ουράνιον.

Ο Οίκος

Τον του Κυρίου εραστήν, των Μοναστών το κλέος, θαυμάτων τον ταμίαν, Μακάριον τον μέγαν, ανευφημήσωμεν πιστώς· ούτος γαρ τω φέγγει των αγώνων αυτού, ως ήλιος εξέλαμψε, φωτίζων τους εν σκότει υπάρχοντας παθών και αμαρτίας, και εκδιώκων των δαιμόνων την ζοφεράν πλάνην ανενδότως. Διό και ποταμούς πλουσίων θαυμάτων, ως εκ κρήνης λογικής εκβλύζων, πάντων τας ψυχάς ρωννύει των εκβοώντων· Πατέρων Πάτερ, Μακάριε Όσιε.

Ωδή θ’, «Εύα μεν τω της παρακοής νοσήματι

Δάκρυσι μεν, τοις ασκητικοίς την άρουραν, της καρδίας σου κατήρδευσας· χαίρων δε πάτερ θεοφόρε, νυν εν αγαλλιάσει τα δράγματα, συλλέγεις των αγώνων τα έπαθλα· όθεν σε πάντες μακαρίζομεν.

Άδυτον, ανέτειλέ σοι φως, αΐδιος ευφροσύνη υπεδέξατο, ένθα χορεύων, συν Αγγέλοις περί τον Βασιλέα και Κύριον, των πίστει επιτελούντων την μνήμην σου, μέμνησο Πάτερ παμμακάριστε.Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος _Macarius of Egypt the Great_ Макарий Великий Египетский_monashestvo_v_egipte2 - Copy

Mănăstirea Sf. Macarie cel Mare, Egipt

 


“I am not yet a monk, but I have seen monks,” said Abba Macarius to the Nitrian brethren.

St. Macarius the Great of Egypt (390)
Saint Macarius of Alexandria
Saint Mark Eugenikos, Archbishop of Ephesus
Saint Anthony the Stylite of Martomq’ophi (Martkob),
Blessed Theodore of Novgorod the Fool-For-Christ

Commemorated on January 19

Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος _Macarius of Egypt the Great_ Макарий Великий Египетский_ΜΑΚΑΡΙΟς ΜΕΓΑΛ6Examples of the meek in enduring assaults such as we find in the Holy Fathers are simply amazing. Returning once from the path to his cell, Macarius the Great saw a certain thief removing his belongings from his cell and loading them onto a donkey. Macarius did not say anything to him but rather began to assist him to comfortably load all the things on the donkey, saying to himself, “For we brought nothing into the world” (I Timothy 6:7). Another elder, when the thieves stole everything from his cell, looked around, noticed that they did not take a bundle with money which lay hidden somewhere, and immediately took this bundle, called out to the thieves and gave that to them also. Again, a third elder came across thieves as they were robbing his cell and cried out to them: “Hurry, hurry before the brothers come that they may not prevent me to fulfill the commandments of Christ.” “From the one who takes what is yours, do not demand it back” (St. Luke 6:30). (The Prologue from Ohrid: Lives of Saints by Saint Nikolai Velimirovič for date January 19)

Abba Macarius said, “One evil word makes even the good evil, while one good word makes even the evil good.”

Abba Macarius said “If a soul still in the world does not possess in itself the sanctity of the Spirit for great faith and for prayer, and does not strive for the oneness of Divine communion, then it is unfit for the heavenly kingdom”

A few days after his ordination as a deacon he left and settled near another village.
Here there came upon him a difficult trial which he bore with extraordinary good-heartedness, which testified of the already high degree of his spirituality. In this village a girl, being pregnant, under the influence of the evil spirit slandered Macarius, saying that he was the Cause of her sin. The enraged parents together with their fellow-villagers subjected him to beating and tortures. Leaving him scarcely alive, they obligated him to furnish support for the girl. Meekly and without murmuring, St. Macarius bore all this and began to work all the harder saying to himself: “Now Macarius you have a wife and children, and therefore you have to work day and night to furnish their support.”

When it came time for the girl to give birth, the just judgment of God overtook her for several days she was in terrible torment and could not be delivered of her burden. Then she understood that this was a punishment for her slandering of an innocent man. She acknowledged everything and indicated the one who was really guilty. Heating this, all were greatly frightened, fearing God’s chastisement for wronging the righteous one, and, bothered by their conscience, they decided to go to Macarius in order to obtain forgiveness for themselves. A friend of Macarius with joy forewarned him of this. But Macarius, who had willingly accepted dishonor, did not desire to receive honors and glory. At night he secretly left for the desert of Nitria.
There he lived and labored in asceticism in a cave for some time, and then went to St. Anthony in the desert of Pharan.

ABBA Macarius constantly instilled the idea that the foundation of everything is humility: “If we see that anyone exalts himself and becomes haughty because he is a participant of grace, then even were he to perform signs and raise the dead, if he does not acknowledge his soul to be dishonored and debased, and himself poor in spirit and vile, he is robbed by malice and does nor know it.”

“I am not yet a monk, but I have seen monks,” said Abba Macarius to the Nitrian brethren, and related how once by inspiration from above he went to the inner desert and, coming to an immense marsh, saw wild animals who had come to drink water. Among them were two naked men. They informed the Saint that they had dwelt here for thirty years already and lived on the food of dumb animals. They informed the Saint that they suffered neither from frost in winter nor from heat in summer. “What must I do to be a monk?” Macarius asked them. They said; “If you cannot renounce the world as we have, then go to your cell and weep over your sins.”

By the testimony of the elders of Scetis, he was as it were an “earthly god” just as God, they said, while seeing the whole world docs not chastise sinners, so also Macarius covered up men’s weaknesses, which as it were he saw without seeing, and’ heard without hearing.

During the years of the reign of the emperor Valens — an Arian heretic (364-378), the Monk Makarios the Great together with the Monk Makarios of Alexandria was subjected to persecution by the adherents of the Arian bishop Luke. The Egyptian desert dwellers were zealous defenders of the Nicene Creed. Lucius attempted by cruelty and tortures to force them into Arianism, but he did not succeed in this. Then he began to send the holy desert dwellers into captivity. St. Macarius the Great and St. Macarius of Alexandria were among the first seized. Together with some of the brethren they were placed by soldiers in a ship at night and sent to an island where only pagans lived. But here also the Lord glorified His faithful slaves. By the prayers of the saints there, the daughter of a pagan priest received healing, at which the pagan priest and all the inhabitants of the island accepted holy Baptism. Learning about what had happened, the Arian bishop became ashamed and permitted the elders to return to their own monasteries. 

An extraordinary and irresistible impression was produced by St. Macarius on all who came into contact with him. Divine grace transfigured his whole being. It could be noticed in his glance, in his speech, and in that extraordinary love which poured out upon all around him. His word, even the simplest, was always uttered with authority. It created and built. Filled with divine wisdom and power, it penetrated to the very depth of the human spirit. Even those who didn’t know St. Macarius recognized him instantly amidst other monks by his extraordinary appearance.

Apolytikion St. Macarius the Great of Egypt in the First Tone

Thou didst prove to be a citizen of the desert, an angel in the flesh, and a wonderworker, O Makarios, our God-bearing Father. By fasting, vigil, and prayer thou didst obtain heavenly gifts, and thou healest the sick and the souls of them that have recourse to thee with faith. Glory to Him that hath given thee strength. Glory to Him that hath crowned thee. Glory to Him that worketh healings for all through thee.

Troparion — Tone 1

Dweller of the desert and angel in the body / you were shown to be a wonder-worker, our God-bearing Father Macarius. / You received heavenly gifts through fasting, vigil, and prayer: / healing the sick and the souls of those drawn to you by faith. / Glory to Him who gave you strength! / Glory to Him who granted you a crown! / Glory to Him who through you grants healing to all!

Kontakion — Tone 4

The Lord truly placed you in the house of abstinence, / as a star enlightening the ends of the earth, / Venerable Macarius, Father of Fathers.

Mănăstirea Sf. Macarie cel Mare, Egipt


Ο Αντώνιος βρίσκεται στον τόπον εκείνον, οπού είναι ο Θεός. Επειδή αγάπησε τον Θεόν υπεράνω όλων.

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Εορτάζει στις 17 Ιανουαρίου

Αντώνιος_0001 20001 383_dionisiat000070001Ο Άγιος Παΐσιος o Αγιορείτης είχε πει:
“Γιορτάζει ο υποτακτικός του Μεγάλου Αντωνίου, ο Μέγας Αθανάσιος. Για να καταλάβετε πόσο μεγάλος είναι ο Μέγας Αντώνιος, το δακτυλάκι το μικρό του χεριού του είναι ο Μέγας Αθανάσιος”.

Στον αββά Αντώνιο αποκαλύφθηκε στην έρημο ότι: «στην πόλη υπάρχει κάποιος όμοιός σου, ιατρός στην επιστήμη, που προσφέρει το περίσσευμά του σε όσους έχουν ανάγκη και καθημερινώς ψάλλει τον τρισάγιο ύμνο μαζί με τους αγγέλους».

Ο αββάς Σισώης έλεγε: «Αν είχα έναν από τους λογισμούς του Αντωνίου, θα γινόμουν όλος ως πυρ»!

Είπε ο αββας Αντώνιος: «Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών, χωρὶς να δοκιμάσει πειρασμούς (=δοκιμασίες). Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχει ποὺ να σώζεται.»

Είπε επίσης ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να᾿ρθούν οι μεγάλοι πειρασμοί στη γενιά αυτή όπως στις παλαιότερες, γιατί γνωρίζει ότι είναι αδύναμοι και δεν αντέχουν.

Προσπαθήστε δε περισσότερο και σεις να συνδέεσθε πάντοτε, κατά πρώτον με τον Κύριον, Έπειτα δε με τους Αγίους, για να σας υποδεχθούν μετά θάνατον και αυτοί εκεί εις τις αιωνίους σκηνάς σαν φίλους και γνωστούς.

Έλεγαν, ότι κάποιος από τους γέροντες παρεκάλεσε τον Θεό να ιδεί όλους τους κοιμηθέντας Οσίους Πατέρας και τους είδε όλους, εκτός του αββά Αντωνίου.
Όταν ρώτησε τον Άγγελο πού έδειχνε τους Όσιους που είναι ο Αββάς Αντώνιος, ο Άγγελος του είπε ότι ο Αντώνιος βρίσκεται στον τόπον εκείνον, οπού είναι ο Θεός. Τότε ο γέρων του λέγει:
— Γιατί ο Αντώνιος αξιώθηκε τόσο μεγάλη δόξα παραπάνω από τους άλλους Πατέρας; Του απήντησε:
— Επειδή αγάπησε τον Θεόν υπεράνω όλων.

Διάλογος του Μεγάλου Αντωνίου μετά του Αγγέλου

Όταν ο Μέγας Αντώνιος ασκήτευε στη έρημο, του εμφανίστηκε Άγγελος Κυρίου με μορφή μοναχού για να του λύσει ερωτήματα πνευματικά που είχε. Σε μια από τις ερωτήσεις λέγει ο Άγιος προς τον Άγγελον, σε παρακαλώ πές μου και τούτο, η κόλασις των αμαρτωλών έχει τέλος;
Κι ο Άγγελος είπε• ούτε η βασιλεία των ουρανών έχει τέλος, αλλ’ ούτε και η κόλασις στους αμαρτωλούς έχει τέλος, και εάν έπερνε κάποιος άνθρωπος κάθε χίλια χρόνια ένα κόκκο από την άμμον της θαλάσσης ή μίαν σταλαγματιά νερό από την θάλασσα, θα ήλπιζε να σωθή κάποια στιγμή, αλλά η κόλασις είναι διά τους αμαρτωλούς, και η αιώνιος βασιλεία διά τους δικαίους, και δεν έχουν τέλος…

Τότε λέγει πάλιν ο άγιος προς τον άγγελον παρακαλώ σε είπε μοι, ποία προσευχή αρμόζει εις τον Μοναχόν;
Ο δε άγγελος είπε προς τον άγιον, εί μέν έστιν άνθρωπος γραμματισμένος, τον ψαλμόν του προφήτου Δαβίδ, τουτέστιν τό, “Ελεησόν με ο Θεός κτλ.” εί δε εστίν αγράμματος, το “Κύριε ημών Ίησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, διά της Θεοτόκου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Αυτή η προσευχή είναι δυνατωτέρα, υπάρχει και ευκολωτέρα πάντων των προσευχών, μάλιστα και πολλοί κατέλειπον άλλας προσευχάς και μόνον αυτήν εκράτησαν, νέοι και γέροντες, αμαθείς και πεπαιδευμένοι, και όσοι εβουλήθησαν διά να σωθούν, αυτήν αναφέρουν εις τον Θεόν νύκτα και ημέραν, εις τον δρόμον και εις τα κελλία τους, αυτήν να λέγουν ιστάμενοι και οδοιπορούντες, και εργαζόμενοι μετά πάσης ευλάβειας και πόθου, αχανή γάρ υπάρχει η τοιαύτη προσευχή εις βουλέμενον σωθήναι.Εκκλησια_images

Αιωνιότης
Γέροντος Ιγνατίου Καπνίση

Υποθέσατε ότι όλες οι θάλασσες ενώνονται σε μία.
Υποθέσατε ακόμη ότι κάθε χίλια χρόνια έρχεται ένα πουλάκι και πίνει από την απέραντη αυτή θάλασσα ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ.
Υπολογίσατε τώρα, σας παρακαλώ, σε πόσα δισεκατομμύρια ή τρισεκατομμύρια χρόνια θα τελειώσει αυτή η θάλασσα.
Κάποτε πάντως θα τελειώσει…

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ όμως δεν θα έχει τελειώσει. Διότι δεν τελειώνει ΠΟΤΕ.
Ο Κύριος τονίζει : ‘’Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν ΑΙΩΝΙΟΝ, οι δε δίκαιοι εις ζωήν ΑΙΩΝΙΟΝ’’ Ματθ. 25,46.

Και το συμπέρασμα : Σε ποιά αιωνιότητα θα ευρεθούμε εμείς; Αυτό εξαρτάται από εμάς. Ας σπεύσουμε λοιπόν να ταπεινωθούμε και να εξομολογηθούμε, με την βεβαιότητα ότι ο Θεός θα μας αγκαλιάσει και θα μας καταφιλήσει .
Και ερωτάται : Αν για μια σταγόνα επίγειας ζωής, προτιμάμε να χάσουμε τον ατελείωτο ωκεανό ευτυχίας της αιωνιότητας, τότε υπάρχει άραγε φοβερότερο λάθος στη ζωή μας; Γιατί ο Κύριος τονίζει : ‘’Η ζωή δεν τελειώνει στον τάφο’’.Ἀντώνιος ὁ Μέγας_ Saint Anthony the Great_ Св. Антоний Вели́кий_ ანტონი დიდიamoun

Άλλη μια φορά, ενώ καθότανε ο Άγιος στο βουνό και συζητούσε με τους μαθητές του, είδε ξαφνικά μια ολόλευκη ψυχή ν’ ανεβαίνει στους ουρανούς. Την στιγμή δε εκείνη γινότανε μεγάλη χαρά. Πανηγυρίζανε οι Άγιοι Άγγελοι. Σηκώθηκε αμίλητος ο Αντώνιος και κοίταξε εκστατικά τον ουρανό. Μακάριζε δε την ψυχή εκείνη, που βάδιζε, για την αιωνία χαρά του ουρανού. Παρακαλούσε δε μυστικά τον Θεό να του φανερώσει σε ποιόν ανήκε η λυτρωμένη εκείνη ψυχή. Τότε άκουσε μια φωνή από τον ουρανό, που του είπε!
Αυτή είναι η ψυχή του Αμμούν.
Ο Αμμούν ήτανε ασκητής στην έρημο της Νιτρίας, η οποία βρισκότανε πολύ μακριά από τον Μέγα Αντώνιο. Οι μαθητές του Όσιου Αντωνίου, μόλις τον είδανε έτσι να χαίρετε και να θαυμάζει, τον ρωτήσανε:
—Τί συμβαίνει; Βλέπεις τίποτε; Ακοής τίποτε;
Και ο θείος ασκητής τους είπε:
—Την ώρα αυτή πέθανε ο Αμμούν, ο συνασκητής και φίλος μου!
Οι μαθητές του τα χάσανε. Σημειώσανε όμως την ημέρα αυτή και την ώρα, που είδε ο Άγιος ξυπνητός το δράμα. Ύστερα από τριάντα μέρες έφτασαν στο ερημητήριο του Αγίου μερικοί Μοναχοί από την Νιτρία και ανέφεραν την ημέρα και την ώρα του θανάτου του ασκητού Αμμούν. Κατάλαβαν τότε όλοι, ότι ο Αμμούν είχε πεθάνει την ημέρα, που ο Άγιος Αντώνιος έβλεπε την ψυχή του ολόλευκη ν’ ανεβαίνει στον ουρανό. Και όλοι, όσοι μαθαίνανε αυτά χαιρότανε και θαυμάζανε τον μεγάλο ασκητή της ερήμου Αντώνιο.

***

Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ

Αντώνιος ο Μέγας_ Saint Anthony the Great_ Св. Антоний Вели́кий_ ანტონი დიდიs0215009«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Τί σημαίνει η τελευταία φράση του Συμβόλου της πίστεως; Δεν μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα της αιώνιας ζωής, εκτός αν αυτή η αιωνιότητα εισέλθει στη ζωή μας.

Η αγάπη του Χριστού πρέπει να γεμίζει την καρδιά μας πάντοτε… όταν η αγάπη του Χριστού μας εγγίζει, αισθανόμαστε την αιωνιότητα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τη λογική. Ο Θεός ενεργεί με το δικό Του τρόπο που ξεφεύγει τη λογική. Δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά λογικοί στη χριστιανική ζωή.

Όλη η εν τω Χριστώ Θεώ ζωή, όλη η Καινή Διαθήκη, αναφέρεται ουσιαστικά μόνο στην αιωνιότητα και στην προετοιμασία γι’ αυτήν.

Ότε δε εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), το πρόβλημα της αιωνιότητος εκυριάρχει εις την συνείδησίν μου.Είμαι άρα γε αιώνιος, καθώς και πας άνθρωπος, ή μήπως πάντες ημείς θα καταλήξωμεν εις το σκότος της ανυπαρξίας; Το ερώτημα τούτο, ενώ πρότερον ήτο ήσυχος μελέτη του νου, ταχέως απέβη καυστόν ως άμορφος μάζα πεπυρακτωμένου μετάλλου. Παράδοξον αίσθημα εσκήνωσεν εν τη βαθεία καρδία: η ματαιότης πασών των επί γης κτήσεων… 

Κάθε τι το φθαρτό μου φαινόταν ανάξιο. Όταν έβλεπα τους ανθρώπους, πριν καν, κάτι σκεφτώ για αυτούς, τους έβλεπα μέσα στην εξουσία του θανάτου, να πεθαίνουν, και γέμιζε η καρδιά μου ευσπλαχνία για αυτούς. Δεν επιθυμούσα καμία δόξα απ’ τους θνητούς, ούτε εξουσία επ’ αυτούς, δεν περίμενα την αγάπη τους. Καταφρονούσα τον υλικό πλούτο, και δεν εκτιμούσα ιδιαίτερα την διανόηση, ως μη ικανή να δώσει απάντηση σ’ αυτό που αναζητούσα. Εάν μου προσέφεραν αιώνες ευδαιμονίας, δεν θα τους δεχόμουν. Το πνεύμα  μου απαιτούσε αιώνια ζωή και η αιωνιότητα -όπως κατάλαβα αργότερα- στεκόταν μπροστά μου και με αναγεννούσε αισθητά. Ήμουν τυφλός, χωρίς επίγνωση. Η αιωνιότητα χτυπούσε την πόρτα της καρδιάς μου, που ‘χε από φόβο κλειστεί (πρβλ. Αποκ. γ’ 18-20).” (“Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί”, Ιερά Μονή Έσσεξ Αγγλίας).

***

Απολυτίκιον Άγιου Αντώνιου του Μέγαλου. Ήχος δ’.

Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταίς τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής, και την οικουμένην εστήριξας ευχαίς σου. Διό πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.


It was revealed to Abba Anthony that there was one who was his equal in the city. He was a doctor….

Saint Anthony the Great, the Anchorite of Egypt, and The Father of All Monks
Holy Emperor Theodosius the Great
Saint New Martyr George of Ioannina
Saint Achillas of Scetes, the Anchorite of Egypt

Commemorated on January 17

Ἀντώνιος ὁ Μέγας_ Saint Anthony the Great_ Св. Антоний Вели́кий_ ანტონი დიდი0001 1They said that a certain old man asked God to let him see the Fathers and he saw them all except Abba Anthony. So he asked his guide, “Where is Abba Anthony?” He told him in reply that in the place where God is, there Anthony would be.

Abba Anthony said, “I no longer fear God, but I love Him. For perfect love casts out fear.” (John 4.18)

St. Ammon of Nitria came to St. Anthony and asked him, “My labors are greater than yours, yet your name is widespread among people more than mine, why?” St. Anthony replied, “Because I love God more than you do.”

 “If a man loves God with all his heart, all his thoughts, all his will, and all his strength, he will gain the fear of God; the fear will produce tears, tears will produce strength; by the perfection of this the soul will bear all kinds of fruits.”

Abba Anthony said, ‘I saw the snares that the enemy spreads out over the world and I said groaning, “What can get through from such snares?” Then I heard a voice saying to me, “Humility.”‘

He also said, ‘Whoever has not experienced temptation cannot enter into the Kingdom of Heaven. ‘He even added, ‘Without temptations no-one can be saved.’

A brother in a monastery was falsely accused of fornication, and he got up and went to Abba Anthony. And the brothers came from the monastery to heal him and take him back, and they started to charge that he did so. But he defended himself that he did no such thing. Now Abba Paphnutius happened to be there, and he said this parable: I have seen a man on the bank of the river stuck in the mud up to his knees, and some men came to give him a hand, plunging him in up to his neck. And Abba Anthony said this to them about Abba Paphnutius, Behold a genuine man, able to heal and save souls. So they were pierced by remorse at the word of the elders, and they offered repentance to the brother. And, encouraged by the elders, they took the brother to the monastery.

Abba Anthony said, “A time is coming when men will go mad, and when they see someone who is not mad, they will attack him saying, ‘You are mad, you are not like us.‘”

He also said, ‘God does not allow the same warfare and temptations to this generation as he did formerly, for men are weaker now and cannot bear so much.’

When the same Abba Anthony thought about the depth of the judgements of God, he asked, ‘Lord, how is it that some die when they are young, while others drag on to extreme old age? Why are there those who are poor and those who are rich? Why do wicked men prosper and why are the just in need?’He heard a voice answering him, ‘Anthony, keep your attention on yourself; these things are according to the judgement of God, and it is not to your advantage to know anything about them.’

A hunter in the desert saw Abba Anthony enjoying himself with the brethren and he was shocked. Wanting to show him that it was necessary sometimes to meet the needs of the brethren, the old man said to him, ‘Put an arrow in your bow and shoot it.’ So he did. The old man then said, ‘Shoot another,’ and he did so. Then the old man said, ‘Shoot yet again and the hunter replied ‘If I bend my bow so much I will break it.’ Then the old man said to him, ‘It is the same with the work of God. If we stretch the brethren beyond measure they will soon break. Sometimes it is necessary to come down to meet their needs.’ When he heard these words “the hunter was pierced by compunction and, greatly edified by the old man, he went away. As for the brethren, they went home strengthened.

“Tire yourself in reading the books, and following the commandments, so that the mercy of God comes upon you speedily.”
Once St. Anthony was asked, “What good work shall I do?” And he answered. “All works are not equal, the scriptures said that Abraham was hospitable, and God was with him. And, David was humble, and God was with him. What therefore you find that your soul desires in following God, that do, and keep your heart.”

It was revealed to Abba Anthony in his desert that there was one who was his equal in the city. He was a doctor by profession and whatever he had beyond his needs he gave to the poor, and every day he sang the Sanctus with the angels.

Abba Ammon was a close friend of St. Anthony the Great. When Abba Ammon died in Nitria, in approximately 350, St. Anthony saw Abba Ammon’s soul in the heights from his cell and said to the brethren: “Today Abba Ammon died; behold, I see his holy soul as the angels bear it to heaven.”

When Saint Anthony felt that the day of his departure had approached, he commanded his disciples to give his staff to Saint Macarius, and to give one sheepskin cloak to Saint Athanasius and the other sheepskin cloak to Saint Serapion, his disciple. He further instructed his disciples to bury his body in an unmarked, secret grave. He himself left no writings. His biography was written by Saint Athanasius. Athanasius writes, “For monks, the life of Anthony is a sufficient example of asceticism.”Ἀντώνιος ὁ Μέγας_ Saint Anthony the Great_ Св. Антоний Вели́кий_ ანტონი დიდიamoun

Apolytikion Saint Anthony the Great (Fourth Tone)

O Father Anthony, you imitated the zealous Elijah.You followed the straight paths of the Baptist and became a desert dweller.By prayer you confirmed the universe.Wherefore, intercede with Christ our God to save our souls.


Να έχεις το πνεύμα της χαράς, Ας μην ακολουθούμε το δρόμο της απόγνωσης. Ο Χριστός τα νίκησε όλα. Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

ΟΡΑΜΑ-Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Εορτάζει στις 2(15) Ιανουαρίου

Σήμερα γιορτάζει το Ντιβέεβο, γιορτάζει ο αγαπημένος μας μπάτιουσκα Σεραφείμ του Σάρωφ!!!

Μπορείς, βλέποντας τον ήλιο με τους φυσικούς οφθαλμούς, να μη χαίρεσαι; Μα, πόσο μεγαλύτερη χαρά θα νιώθεις, όταν ο νους σου βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστόν;

 Για να διατηρήσεις την ψυχική ειρήνη, πρέπει να διώχνεις από κοντά σου την αθυμία, να προσπαθείς να έχεις το πνεύμα της χαράς, να αποφεύγεις την κατάκριση των άλλων και να συγκαταβαίνεις στις αδυναμίες του αδελφού σου.

– Κάθε πρόοδο και επιτυχία σ’ οποιονδήποτε τομέα της ζωής μας πρέπει να αποδίδουμε στον Κύριο και μαζί με τον προφήτη να λέμε: «Μη ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ’ η τω ονόματι σου δος δόξαν» (Ψαλμ. ριγ’,9).

– Όποιος θέλει να σωθεί πρέπει να έχει την καρδιά του σε κατάσταση μετανοίας και συντριβής: «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 19).

– Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να έχει καρδιά ταπεινή και λογισμό ειρηνικό, τότε όλες οι σκευωρίες του εχθρού μένουν ανενέργητες. Διότι όπου υπάρχει η ειρήνη των λογισμών, εκεί αναπαύεται ο ίδιος ο Θεός: «Εν ειρήνη ο τόπος Αυτού» (Ψαλμ. οε’, 3).

– Η απελπισία είναι η μεγαλύτερη χαρά του διαβόλου. Είναι αμαρτία θανάσιμη.

– Πρέπει πάντοτε να υπομένουμε όλα χάριν του Θεού ευχαρίστως. Η ζωή μας είναι μια στιγμή συγκριτικά με την αιωνιότητα και γι’ αυτό: «Ουκ άξια, κατά τον Απόστολον, τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η’, 18).

– Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη για να δούμε την δόξα του Θεού, διότι όπου στάζει η ταπεινοφροσύνη εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού.

Και πάντοτε ο μπάτιουσκα Σεραφείμ έλεγε: “Αν κανείς προσβάλει τις ορφανές μου (τις μοναχές), θα δεχθεί μεγάλη τιμωρία από τον Κύριο• αλλά το μεγάλο έλεος του Θεού θα εκχυθεί από τον ουρανό σε όποιον πάρει το μέρος τους και τις υποστηρίξει και τις βοηθήσει όταν βρεθούν σε ανάγκη. Οποιοσδήποτε, ακόμη και αν αναστενάξει και τις λυπηθεί με την καρδιά του θα ανταμειφθεί από τον Κύριο. Και θα σου πω κάτι, να το θυμάσαι αυτό: ευτυχισμένος είναι όποιος θα μένει είκοσι τέσσερεις ώρες στο Ντιβέιεβο του πτωχού Σεραφείμ, από το πρωί της μιας ημέρας μέχρι το πρωί της άλλης, γιατί η Μητέρα του Θεού, η Ουράνια Βασίλισσα, επισκέπτεται το Ντιβέιεβο κάθε είκοσι τέσσερεις ώρες“». «Ουκ είδον δίκαιον, λέει ο Προφήτης, εγκαταλελειμμένον, ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους (Ψαλμός 36: 25)».

Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_ΑΡΚΟΥΔΑ125151182_Σεραφειμ_

Συχνά τον πλησίαζε μιά πελώρια αρκούδα, στην οποία έδινε τροφή• κάποτε, μάλιστα, άφηνε και τους επισκέπτες του να της δώσουν. Μ’ ένα λόγο του, η αρκούδα έφευγε στο δάσος, και ερχόταν πάλι άλλη φορά. Η αρκούδα αυτή, εκτός από συντροφιά, προσέφερε μερικές φορές και βοήθεια στον Άγιο Σεραφείμ.
-Άκου δω, Μίσα, της είπε μία ημέρα που είχε επισκέπτες και οι οποίοι, ως συνήθως, έδειχναν φοβισμένοι στην θέα του θηρίου. Αντί να τρομάζης τους ανθρώπους, δεν πηγαίνεις καλύτερα να μου φέρης κάτι, να προσφέρω στους επισκέπτες μου;

Εκείνη υπάκουσε, χώθηκε στο δάσος και σε λίγο επέστρεψε, περπατώντας όρθια στα πόδια. Στα μπροστινά κρατούσε μία κηρύθρα με μέλι!

Απόγνωση και απελπισία.
Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Όπως ακριβώς ο Κύριος επιθυμεί τη σωτηρία μας, έτσι και ο εχθρός του ανθρώπου, ο διάβολος, αγωνίζεται να οδηγήσει τον άνθρωπο στην απελπισία.
Μια υγιής ψυχή δεν απελπίζεται στις δυστυχίες, όποιες και νάναι αυτές. Η ζωή μας μοιάζει με ένα σπίτι που είναι γεμάτο με πειρασμούς και δοκιμασίες. Δεν πρέπει όμως ν΄ απαρνηθούμε τον Κύριο γιατί όσο χρόνο Εκείνος επιτρέπει στον πειρασμό να παραμείνει μαζί μας, εμείς θα πρέπει να περιμένουμε ν΄ αναζωογονηθούμε με την υπομονή και την ασφαλή απάθεια.

Ο Ιούδας ο προδότης ήταν λιπόψυχος και αδόκιμος στον πόλεμο και ο εχθρός εκμεταλλεύτηκε την απελπισία του, τον πολέμησε και τον εξανάγκασε να κρεμαστεί.

Ο Πέτρος όμως, όταν έπεσε στην μεγάλη αμαρτία της άρνησης, σαν σταθερή πέτρα και δόκιμος στον πόλεμο δεν απελπίστηκε, ούτε λιποψύχησε, αλλά έχυσε πικρά δάκρυα μετανοίας από φλεγόμενη καρδιά και ο εχθρός, βλέποντας τα δάκρυα αυτά, απομακρύνθηκε από κοντά του με κραυγές πόνου και με μάτια που πετούσαν φωτιές.

«Αδελφοί, διδάσκει ο Άγιος Αντίοχος, όταν η απελπισία μας πολεμά ας μην υποχωρήσουμε, αλλά, ενδυναμούμενοι και προστατευόμενοι από το φως της Πίστης, ας πούμε στο πονηρό πνεύμα με μεγάλο θάρρος:
“Τί κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σένα, αποξενωμένο από το Θεό, έκπτωτε του ουρανού, πονηρέ υπηρέτη;
Δεν τολμάς να μας κάνεις τίποτα. Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, έχει εξουσία τόσο σε μας όσο και σ΄ όλα τα κτίσματα. Εμείς αμαρτήσαμε εναντίον Του και μπροστά σ΄ Αυτόν θα δικαιωθούμε. Και συ, φθοροποιέ, άφησέ μας. Ενδυναμούμενοι από τον Τίμιο Σταυρό Του θα πατήσουμε κάτω απ΄ τα πόδια μας την κεφαλή σου, πονηρέ όφη !»

Ας μην ακολουθούμε το δρόμο της απόγνωσης. Ο Χριστός τα νίκησε όλα, ανάστησε τον Αδάμ, αποκατέστησε την Εύα, θανάτωσε τον θάνατο.
Διδαχές Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ- σειρά: Φιλοκαλία των Ρώσων Νηπτικών Α’, Αθήνα 1983 σ. 54.

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΡΩΦ-Красавин Сергей Сергеевич0_e8e72_1b1693e4_orig

Ο ελαφρύς κανόνας του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ για τους χριστιανούς των εσχάτων χρόνων
https://iconandlight.wordpress.com/2017/06/20/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8D%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BC/

Στα ίχνη των βημάτων της Μητέρας του Θεού στο Ντιβέγεβο
https://iconandlight.wordpress.com/2015/01/02/5431/

Η ελπίδα είναι εκείνη που δίνει χαρά και ειρήνη στην καρδιά. Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ
https://iconandlight.wordpress.com/2018/09/20/24965/

Ο άγιος Σεραφείμ μιλούσε σαν τέλειος Χριστιανός. Όπως το σίδερο στον σιδηρουργό έτσι και εγώ έχω παραδώσει το θέλημά μου και ολόκληρο τον εαυτό μου στον Κύριο.
https://iconandlight.wordpress.com/2019/01/01/26834/

Απολυτίκιον Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ. Ήχος α΄.Της ερήμου πολίτης.

Αρετών συ δοχείον ανεδείχθης, θεόληπτε,και του Παρακλήτου η Χάρις,τη ψυχή σου ενώκησε· απλότητι τρόπων και στοργή, τα πλήθη προσήγες τω Θεώ, και της Χάριτος τους τρόπους, τοις αγνοούσι Πάτερ Σεραφείμ διεσάφησας. Δόξα τω σε δοξάσαντι Θεώ, δόξα τω σε χαριτώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, θείον διδάσκαλον.

Ωδή στ’. Την δέησιν εκχεώ

Ιάτραιναν, την Κυρίαν Δέσποιναν, κατεπλούτησας αδάπανον Πάτερ, Ή θαυμαστώς, συνοδεία Αγίων κατ’ επανάληψιν σε επεσκέψατο, ικέτευε Ταύτην θερμώς, όπως νόσους ημών εξιάσηται.

Διασωσον, τους εκ καρδίας σε ανυμνούντας, θεοφόρε Σεραφείμ Σαρώφεγκαλλώπισμα, και δώρησαι ευχαίς σεπταίς, την του Πνεύματος  χάριν.

Дивеево. Протодиакон Андрей Железняков