iconandlight

Iconography and Hand painted icons


St. Elias Diamantidis, the Myrrh, the miraculous of Pontus

Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_წმინდა გიორგი გმირავს_IMG_1872

St. Elias Diamantidis, the Myrrh, the miraculous

Commemorated on July 21

”I have seen injured souls who have endured injustice with good thoughts, and have been showered with God’s Grace in this life.” St.Paisios of the Holy Mountain

St. Elias Diamantidis was born in the Pontus in the Greek village Houmourkianton of Surmene region, in the year 1880. His mother died and were orphaned. He had suffered many injustices and malice in his life by his father’s wife. When he was young child life had become hell for him. But he was full of kindness and endured it all without grudges and without complaining.He married and had six daughters. St. George the Trophy-bearer played a pivitol role in the life of St.Elias. St. George appeared to Elias many times either to instruct him or to save him from certain dangers in which the evil demons placed him. He built churche St. George in Makhmudiye of Batum.
He received from God a truly abundant gift of wonderworking. He healed all sicknesses and pains and drove out demons.
He entered into rest in the Lord on July, 1946. His body was soon shown to be incorrupt and miracle-working;

May St. George and St. Elias intercede for us all and help us!

***

Let us listen carefully to everything our Lord has to say. As we are forgiven, so must we forgive – not with lip service, but from the heart .
‘Forgiveness is not a little brook on the boundary between slavery and freedom: it has breadth and depth, it is the Red Sea.’ Metropolitan Anthony of Sourozh (1914-2003),
Only through forgiveness can we enter into what St Paul terms ‘the freedom of the glory of the children of God’ (Rom. 8:21).

We take up a radical way of living when we follow Christ – one natural to our spirit, yet contrary to our pride. Let us remember the words that Christ, who tells this parable, spoke on the Cross: “Father, forgive them for they do not know what they do” (Lk 23:34). Surely He had grounds for a grudge; surely He might have warned His enemies that they were under judgment. But no, He shows us how to keep far from eternal danger – we are to forgive from the heart.
O Lord Jesus Christ, cleanse us from all wiles and wickedness and lead us into the kingdom of Thy love, that we may be heirs with all the saints in Thine unfathomable mystery. – Archimandrite Sophrony Sakharov

Advertisements


Ο Όσιος Ηλίας Διαμαντίδης εκ Πόντου ζούσε με την παρουσία του Τροπαιοφόρου κι από τον τάφο του έβγαινε φως και έρρεε μύρο

Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος_ св вмч Георгий победоносец_St. George the Trophy-bearer_წმინდა გიორგი გმირავს_IMG_1872

Όσιος Ηλίας Διαμαντίδης, ο Μυροβλύτης εκ Πόντου.

Εορτάζει στις 21 Ιουλίου

Ο πατήρ Ηλίας Διαμαντίδης γεννήθηκε το 1880 στο χωριό Χουρμικιάντο των Σουρμένων του Πόντου. Η μητρυιά του μικρό τον κακομεταχειριζόταν και τον βασάνιζε, πέρασε μαρτυρικά παιδικά χρόνια. Με δάκρυα διηγείτο αργότερα πολύ εμπιστευτικά σε μια ορφανή τα βάσανα της παιδικής του ηλικίας, με σκοπό να την στηρίξη. Στα πολλά βασανιστήρια ποτέ δεν παραπονέθηκε, αργότερα, στα γηρατειά της, τη φρόντισε με ανεξικακία σαν μητέρα του.

 Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και περιπέτειες, παντρεύτηκε και απέκτησε έξι κόρες, αλλά υιοθέτησε και δύο ορφανά κορίτσια και τα μεγάλωσε σαν παιδιά του. Εργαζόταν ως αρτοποιός, αρχικά ως βοηθός και στη συνέχεια με δικό του φούρνο. Ο Ηλίας ήταν προκομμένος και αγαπούσε πολύ τον Θεό. Στενοχωριόταν όμως που δεν ήξερε γράμματα. Φάνηκε λοιπόν κάποτε στον ύπνο του Άγγελος και άρχισε να του μαθαίνη γράμματα, ψαλτική και αγιογραφία. Κάθε βράδυ τον έβλεπε στον ύπνο του και συνέχιζε το μάθημα του, μέχρι που έμαθε ο Ηλίας να διαβάζη, να γράφη καλά, να ψέλνη και να αγιογραφή. Τις Κυριακές έψελνε στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, στο χωριό Τσίτα -Dirlik (Cida)των Σουρμένων.

 Ήταν εξαιρετικά καλλίφωνος και έψελνε με ευλάβεια, όπως είχε διδαχθή από τον Άγγελο. Έχοντας αγάπη και έφεση για την προσευχή, ξυπνούσε πάντα νωρίς για να προσεύχεται. Το 1918 η ζωή τους, όπως και όλων των Ελλήνων του Πόντου, έγινε αφόρητη από τις βιαιότητες των Τούρκων. Έτσι με την οικογένεια του πήγαν στο Βατούμ της Γεωργίας οπου ήταν εγκατεστημένη η κόρη του Αγάπη .Έμεινε  στο χωριό Μαχμουτία Makhmudiye, λίγο έξω απο το Βατούμ, σε μια μεγάλη έκταση στο βουνό. 

Μια νύχτα ο Ηλίας είδε στον ύπνο του τον άγιο Γεώργιο οποίος του παρήγγειλε να κτίση κοντά στο σπίτι του Εκκλησία στο όνομα του. Του υπέδειξε μάλιστα και το σημείο που θα κρεμούσε την εικόνα του καθώς και τις άλλες εικόνες, ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθούσε και θα ενεργούσε θαύματα.

Κάποια ημέρα που ο Ηλίας έσκαβε στο κτήμα του σφηνώθηκε ο κασμάς και δεν έβγαινε. Έσκαψε γύρω του με κοπίδι και σφυρί και τότε βρήκε τοίχο Εκκλησίας. Έσκαψε με προσοχή. Αμέσως φάνηκαν οι τρεις πλευρές του ναού και στον τοίχο μια τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου, που διετηρείτο καλά.

Έφτιαξε την Εκκλησία με σανίδια και την σκέπασε με χορτάρια. Από έξω έμοιαζε με αχυρώνα, ώστε να μην δίνη υποψία στους κομμουνιστές. Ζωγράφισε μόνος του τις εικόνες και τις τοποθέτησε όπως ήθελε ο άγιος Γεώργιος. Η κόρη του Αγάπη, που ήταν κρυφή μοναχή, περιποιείτο την Εκκλησία. Ο Ηλίας της παρήγγειλε να κρατά ακοίμητο το καντήλι του αγίου Γεωργίου. Όταν πήγαινε να σβήση, αυτή άκουγε έναν ήχο χαρακτηριστικό και τότε πήγαινε να προσθέση λάδι και να καθαρίση το φυτίλι του. Αισθάνονταν με διάφορους τρόπους την παρουσία του Αγίου Γεωργίου. Όταν ερχόταν ο Άγιος άκουγαν ποδοβολητό και έβλεπαν τα πατήματα του αλόγου του στον χωμάτινο δρόμο.

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος _Saint George the Trophy-bearer_ Святой Георгий Победоносец_წმინდა გიორგი გმირავს_ΓΕΩΡΓΙΟς ΜΕΓΑςΟ Ηλίας αγωνιζόταν πολύ και το παράδειγμα του παρακινούσε και τους άλλους. Ξυπνούσε στις 3 τη νύχτα και μέχρι το πρωί προσευχόταν. Βίαζε τον εαυτό του πολύ στην προσευχή. Έκανε κομποσκοίνι και έτρεχαν τα δάκρυα του συνέχεια. Αν κάποτε δεν ξυπνούσε, τον σκουντούσε ο άγιος Γεώργιος λέγοντας: «Σήκω, η ώρα πέρασε». Ο ίδιος ξυπνούσε και την οικογένεια του για να προσευχηθούν, ενώ την ορφανή Αυγούλα την ξυπνούσε στις 3.30′ με πραεία φωνή.

Πήγε στον ιερέα της περιοχής ο Ηλίας και του ανέφερε για την Εκκλησία που ανακάλυψε. Εκείνος ήταν γέρος και για τον φόβο των αθέων κομμουνιστών, δεν φορούσε ράσα. Παρακίνησε τον Ηλία να χειροτονηθή ιερέας για να μπορή να βαπτίζη και να κοινωνά τους χριστιανούς. Δέχθηκε και χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο του Βατούμ. Φορούσε μια ιερατική στολή που είχε κληρονομήσει από ένα θείο του ιερέα, τον παπα-Γιώργη, και λειτουργούσε κρυφά στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και σ’ άλλα ερημοκκλήσια.

Όταν οι πιστοί της περιοχής έμαθαν ότι υπάρχει Ιερέας στο χωριό, πήγαιναν για να λειτουργηθούν τη νύχτα στο Εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι της περιοχής το πληροφορήθηκαν και το κατέδωσαν στην Αστυνομία, η οποία έκανε εφόδους. Όμως ο πατήρ πάντα ειδοποιείτο έγκαιρα από καλούς ανθρώπους και πριν έρθη η Αστυνομία, σκορπίζονταν και έκαναν ότι μαζεύουν ξύλα ή ότι απασχολούνται με κάποια άλλη εργασία. Ο π. Ηλίας δήλωνε ευθαρσώς ότι ήταν χριστιανός, και οι άνθρωποι έλεγαν στην Αστυνομία ότι ήταν εργάτες του. Σε κάθε έφοδο των αστυνομικών τον συνελάμβαναν, τον ανέκριναν, τον έκλειναν στην φυλακή, τον χτυπούσαν και τον άφηναν νηστικό. Υπέστη πολλά βασανιστήρια χωρίς να λυγίση, όμως παρέμεινε σταθερός ομολογητής. Όταν έβγαινε από την φυλακή, ενώ ακόμη πονούσε από τα βασανιστήρια, πήγαινε κρυφά κάθε νύχτα στο Εκκλησάκι του και με τους πιστούς τελούσαν την θεία Λειτουργία.

Ήταν ασκητικός και λιτοδίαιτος. Συνήθως το φαγητό του ήταν λίγο ρυζάκι νερουλό η λίγα καρύδια η λίγο λάχανο βραστό. Στα τέλη του έπινε τσάι με παξιμάδι. Κρατούσε τα τριήμερα και το βράδυ έτρωγε μόνο τρία φουντούκια. Νήστευε με ζήλο τις Σαρακοστές. Συχνά πάθαινε γαστρορραγίες και ήταν πολύ αδύνατος. Συνήθισε και τα παιδιά του από μικρά στη νηστεία.

Την ημέρα εργαζόταν στο κτήμα του. Καλλιεργούσε λαχανικά και πολλών ειδών καρποφόρα δένδρα, ακόμη και τσάγια.

Ο πατήρ είχε ως ευλογία το δεξί χέρι του παπα-Γιάννη Τριανταφυλλίδη που άγιασε. Επίσης μια ηγουμένη από το Σοχούμ του χάρισε την καρδιά και το δακτυλάκι μιας παιδούλας, ονόματι Μαρίας, που διατηρήθηκαν άφθαρτα μετά την εκταφή της. Το κοριτσάκι αυτό καταγόταν από την Σάντα του Πόντου. Οι γονείς της ήταν πάμπλουτοι αλλά υπερβολικά φιλάργυροι και άσπλαχνοι. Όταν εκοιμήθη η μητέρα της, η μητρυιά εβασάνιζε τη Μαρία και την άφηνε νηστική. Αυτή μοίραζε κρυφά τις νύχτες σε φτωχούς και εγκυμονούσες γυναίκες πολλά υλικά αγαθά. Έδινε ακόμη και το λιγοστό ψωμάκι της σε πεινασμένους και αυτή έμενε νηστική. Εκοιμήθη σε ηλικία δώδεκα χρόνων και στην εκταφή της βρέθηκαν άφθαρτα το δεξί της χέρι και η καρδιά της μέσα σε μύρο. Έβλεπαν πριν στον τάφο της κάθε νύχτα ένα φως που ανεβοκατέβαινε τρεις φορές, και αυτό τους παρακίνησε να κάνουν ανακομιδή, όπότε και βρέθηκε ο τάφος της να ευωδιάζη γεμάτος μύρο.

ΗΛΙΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗς_Блаженный Илии Диамантидис _-iliya-diamantidis75446.bΌπως υποσχέθηκε ο άγιος Γεώργιος, έδωσε στον παπα-Ηλία το χάρισμα να θεραπεύη ασθενείς. Τους διάβαζε το Ευαγγέλιο, τους σταύρωνε και τους έδινε να ασπασθούν τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου του νέου ελεήμονος και της Μαρίας.

Σταύρωνε ακόμη και Τούρκους και Αρμενίους οι οποίοι θεραπεύονταν. Για κάποιον είπε ότι θα έλθει από μακρυά αλλά δεν θα γίνει καλά, γιατί δεν έρχεται με πίστη. Έτσι του είπε ο άγιος Γεώργιος και έτσι έγινε.

Ένα ορφανό παιδί, ο Κώστας από την Κριμαία, έπασχε από επιληψία. Τον θεράπευσε ο π. Ηλίας και η κόρη του, η Αγάπη, τον στεφάνωσε.

Μια μέρα ο άγιος Γεώργιος του έδειξε στο βουνό ένα λουλούδι που έμοιαζε με μαργαρίτα. Είχε δύο χρώματα, άσπρο και κίτρινο. Του είπε να τα βράζη ξεχωριστά. Τα άσπρα, αφού τα βράσει, να τα δίνη στους άτεκνους άνδρες και το ζουμί από τα κίτρινα στις γυναίκες. Επειδή φοβήθηκε μήπως είναι από τον πειρασμό για να φαρμακώση τους ανθρώπους, έβρασε, ήπιε πρώτα ο ίδιος και, αφού είδε ότι δεν έπαθε τίποτε, το έδινε και στους άτεκνους και τεκνοποιούσαν. Ο ίδιος βάπτιζε τα παιδιά τους.

Η εγγονή του π. Ηλία Μαρία, κόρη της Κάλλης, που ζει ακόμη, θυμάται το εξής περιστατικό: -Κάποια ημέρα ήμασταν έξω στο κτήμα και σκαλίζαμε. Ξαφνικά ακούστηκε από το δρόμο θόρυβος και γαύγιζαν τα σκυλιά. Εμείς δεν βλέπαμε γιατί παρεμβάλλονταν το δάσος. Ο παππούς (π. Ηλίας) μονολογούσε: «Κάτι γίνεται”. Μας είπε να μπούμε μέσα στο σπίτι και αυτός κάθησε έξω. Μετά από λίγο φάνηκαν δύο καβαλλάρηδες αγανακτισμένοι και ρωτούσαν: «Ποιος ήταν αυτός με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε τόση ώρα να έρθουμε; Πού είναι να τον σκοτώσουμε;”. Ο παππούς τους είπε να καθήσουν να ξεκουραστούν και τους κέρασε. Ύστερα τους ρώτησε αν τον δουν, θα τον γνωρίσουν, και είπαν «ναι”. Τότε τους έφερε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και αυτοί έκπληκτοι αναγνώρισαν τον καβαλλάρη που τους εμπόδιζε. Συγκλονίστηκαν και βαπτίστηκαν και οι δύο χριστιανοί».

Τρεις Τούρκοι που ζούσαν στην Ρωσσία έμαθαν ότι ο πατήρ κάνει θαύματα και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν ή να τον απαγάγουν και να σφραγίσουν την Εκκλησία. Πηγαίνοντας με τ’ άλογα τους τη νύχτα, ένας καβαλλάρης με άσπρο άλογο τους έκοβε τον δρόμο. Τ’ άλογα τους φοβήθηκαν και γύρισαν πίσω. Ήταν ο άγιος Γεώργιος που τους έδιωξε. Μετανοιωμένοι διηγήθηκαν το πάθημα τους στον π. Ηλία ζητώντας συγχώρηση.

Το ιαματικό χάρισμα του πατρός έγινε γνωστό παντού. Έρχονταν από πολύ μακρυά Αρμένιοι, Γεωργιανοί, ακόμη και Τούρκοι για να θεραπευθούν. Ο παπα-Ηλίας, κοιτάζοντας τους προσεκτικά, προγνώριζε αν θα γίνουν καλά. Καταλάβαινε ποιοι θα θεραπεύονταν και τους το έλεγε. Μετά τους διάβαζε. Όταν όμως «έβλεπε” ότι δεν θα γίνονταν καλά, τους έλεγε να φύγουν.

Συχνά προφήτευε λέγοντας: «Θα ‘ρθεί ένας καιρός που θα γίνουν οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Τότε θα πέσει μεγάλη κατάρα στον κόσμο. Θα γίνει πόλεμος στην Κωνσταντινούπολη και ο Ρώσσος θα νικά• θα πάει ως τον Ευφράτη ποταμό. Θ’ ανοίξει η Αγιά Σοφιά και θα λειτουργηθή. Ένας εξαδάκτυλος βασιλιάς θα είναι τότε». Και έλεγε: «Ξύπνα Ρωσσία και δράξον τα όπλα σου». Δηλαδή έλα σε μετάνοια, σε πίστη και απόρριψε την αθεΐα.

Έβλεπε συχνά τον άγιο Γεώργιο. Κάποτε του είπε: «Θα ρθουν Τούρκοι να κάψουν την Εκκλησία και θα προσπαθήσουν να σας σκοτώσουν». Το είπε στην οικογένεια του αλλά δυσπίστησαν. Το κτήμα τους το ζήλευαν οι Τούρκοι και ήθελαν να το πάρουν. Μαζεύτηκαν πολλοί με επικεφαλής τον Αχμέτ Κιτιάκ και τη νύχτα πήγαν και χτύπησαν την πόρτα τους, ζητώντας δήθεν να τους δείξη τον δρόμο. Δεν τους άνοιξαν, αυτοί όμως σκότωσαν το σκυλί και άρχισαν να πυροβολούν. Οι σφαίρες πήγαιναν δώθε-κείθε αλλά καμία δεν άγγιξε το σπίτι. Η Κάλλη έβλεπε στην πόρτα τον άγιο Γεώργιο με ανοιχτά τα χέρια να τους προστατεύη. Τέλος έβαλαν φωτιά δίπλα στον αχερώνα όπου μέσα ήταν η Εκκλησία και κάηκε. Πήρε φωτιά και η σκεπή του σπιτιού, αλλά την έσβησαν. Ο π. Ηλίας ύστερα πήγε και προσευχήθηκε μπροστά στα εικονίσματα και ρώτησε τον Χριστό: «Ποιοι είναι αυτοί που έκαψαν την Εκκλησία;» Και ο Χριστός τους απαρίθμησε έναν-έναν.

Ο φθόνος όμως των ανθρώπων δεν τον άφησε ήσυχο.

Μια γυναίκα διηγήθηκε πως κάποτε την ώρα που λειτουργούσε ο π. Ηλίας, βγήκε φως από την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και στάθηκε πάνω του.

Έκανε συχνά λιτανείες, γιατί προέβλεπε κάποια συμφορά που ερχόταν. Έλεγε: «Από τα ξερά ξύλα καίγονται και τα χλωρά. Από τους αμαρτωλούς καίγονται και οι καλοί», «χωρίς καλά έργα η πίστις νεκρά εστί».

Ένα απόγευμα μόλις άρχισε να σκοτεινιάζη, ο εγγονός του π. Ηλία Γιώργος Κυριακίδης, είδε ένα περίεργο φως που άρχισε να ανεβαίνη από το δάσος χαμηλά προς το βουνό που ήταν το σπίτι, και όλο δυνάμωνε. Σαν να πήρε φωτιά όλος ο τόπος και το παιδί άρχισε να κλαίη. Τον ρώτησε ο π. Ηλίας γιατί κλαίει και το παιδί του ανέφερε για το φως. Γέλασε ο πατήρ και του είπε: «Μην κλαις παιδί μου, αυτός είναι ο άη-Γιώργης. Είναι ο καιρός που έρχεται στην Εκκλησία».

Κοιμήθηκε οσιακά με μεγάλη ειρήνη τον Ιούλιο του 1946. Την ώρα της κοιμήσεως του, ένα φως κατέβηκε από τον ουρανό και το δωμάτιο του πλημμύρισε από ευωδία. Το δεξί του χέρι έγινε σαν το κερί και μαρτυρούσε τις κρυφές του ελεημοσύνες. Ετάφη κατά την επιθυμία του στην αυλή της Εκκλησίας του αγαπημένου του Αγίου. Δεξιά του αργότερα ετάφη η πρεσβυτέρα του Σωτήρα που κοιμήθηκε το 1963 σε ηλικία 83 ετών και αριστερά του η κόρη του Αγάπη (Μαρία μοναχή).

Όσιος Πατήρ ημών Ηλίας Διαμαντίδης, ο Μυροβλύτης-IliaΑπό τον τάφο του τις νύχτες έβγαινε φως. Οι στρατιώτες από τα γύρω ρωσσικά φυλάκια το έβλεπαν χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, και αυτό τους φόβιζε. Κάθε νύχτα στις δώδεκα ακριβώς μεσάνυχτα, έβγαινε το φως από τον τάφο του και έρρεε μύρο. Όσοι χρίονταν από το μύρο, από όποια αρρώστια και αν έπασχαν, αμέσως γίνονταν καλά. Αυτά έγιναν γνωστά και πλέον ήταν τόσοι αυτοί που πήγαιναν να θεραπευθούν στον τάφο του π. Ηλία, που δεν μπορούσαν να κρυφθούν. Έγινε φανερό προσκύνημα.. Άνοιξαν τον τάφο σηκώνοντας την πλάκα και βγήκε φως από τον τάφο. Το λείψανο του παπα-Ηλία ήταν ακέραιο και ευωδίαζε. Το έθαψαν πάλι και απαγόρευσαν στον κόσμο να προσέρχεται στον τάφο.Σήμερα στο ναό του Αγίου Γεωργίου λειτουργεί ο δισέγγονος του π. Ηλία, ο π. Αβραάμ Παρασκευόπουλος.

Πρεσβείαις του Αγίου Ηλία του μυροβλήτου, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 5η διήγηση.
Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής. 2008

Απολυτίκιον Αγίου Ηλία Διαμαντίδη του μυροβλήτου.
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον. (Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια)

Μυροβλύτην Ηλίαν ανευφημήσωμεν, τον ευλαβή Ιερέα, ελεημόνων ανδρών θησαυρόν ως ταμιούχον Θείας Χάριτος, και θαυμασίων αυτουργόν Γεωργίου του κλεινού εν Μάρτυσι συνεργεία, μεθ’ ου πρεσβεύει Κυρίω δείξαι οδούς ημίν θεώσεως.

Ήχος α΄. Των ουρανίων ταγμάτων.

Τροπαιοφόρον εν βίω προστάτην έχοντα, ω και Ναόν εκθύμως θείον έκτισεν ύμνοις, Ηλίαν, του Υψίστου τον λειτουργόν ευφημήσωμεν κράζοντες· Συν Γεωργίω δυσώπει τον Ιησούν υπέρ ευσεβών, θειότατε.

Ήχος πλ. δ΄. Ω του παραδόξου θαύματος!

Χαίροις, Ιερεύ θειότατε, ο παροτρύνσει σεπτή Γεωργίου, προστάτου σου, του Μεγαλομάρτυρος, τροπαιούχου εν σκάμμασι της ευσεβείας εγείρας πάγκαλο εν Μαχμουτία Ναόν, ον έδειξας ιερωσύνης σου έδραν και αγώνων σου διηνεκών, πάτερ χαριτόβρυτε, κονίστραν πάγκαλον.

Εις τον Στίχον. Στιχηρά Προσόμοια.
Ήχος πλ. α΄. Χαίροις, ασκητικών.

Χαίροις, της ευσεβείας φωστήρ, ενθεωτάτων Ιερέων ευπρέπεια, το φάος Ορθοδοξίας, ελεημόνων ανδρών πύρσευμα το νέον, πάτερ άγιε, Ηλία πανύμνητε, αρετής ενδιαίτημα, Χριστού αγάπης τιμαλφές σεμνολόγημα, ανεξίκακε, ευλαβές και φιλόθεε, ο υπομείνας άσμενος δεινά κολαστήρια ως ο Ιώβ αγογγύστως και ειληφώς χάριν άφθονον θεόθεν παρέχειν ουρανόθεν πάσι σθένος, χαράν και δύναμιν.

Απολυτίκιον Αγίου Γεωργίου Τροπαιοφόρου Ήχος δ’

Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Η ζωή του Προφήτη Ηλία παράδειγμα πως θα επιβιώσουμε τις δύσκολες ημέρες.

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης ,ο μέγιστος των Προφητών

Εορτάζει στις 20 Ιουλίου

Ηλίας άνθρωπος ην ομοιοπαθής ημίν, και προσευχή προσηύξατο του μη βρέξαι, και ουκ έβρεξεν επί της γης ενιαυτούς τρεις και μήνας εξ· και πάλιν προσηύξατο, και ο ουρανός υετόν έδωκε και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής.” Επ. Ιακώβου 5, 17-18

Ο Ηλίας ήταν ένας μεγάλος προφήτης με πλήρη εμπιστοσύνη στο Θεό, και άνθρωπος προσευχής όπως αναφέρει και ο Ιάκωβος στην επιστολή του (5,17-18).

Πως θα επιβιώσουμε τις ημέρες του αντιχρίστου;

Ηλία Προφήτη_Prophet Elijah-Elias_Илия пророк_ΗΛΙΑς-CG_Moraca_manastir_(Proroka_Iliju_hrani_gavran_iz_1252)Εστιάζοντας στην ζωή του Προφήτη Ηλία, όταν τον καταζητούσε λυσσαλέα ο σατανολάτρης Βασιλιάς Αχαάβ ,τον βλέπουμε να καταφεύγει, ύστερα από εντολή Του Θεού, στον χείμαρρο Χερίθ (Γ’ Βασιλέων 17,3).
Εκεί ο Θεός διατάζει με θαυματουργικό τρόπο τα κοράκια να τον προμηθεύουν ψωμί και κρέας, πρωί και βράδυ, πίνοντας και χρησιμοποιώντας παράλληλα νερό από το χείμαρρο (Γ’ Βασιλέων 17,6).
Όταν ο χείμαρρος ξεράθηκε ο Θεός του είπε να πάει στη Σαρεπτά της Σιδώνας όπου θα φιλοξενούνταν από μια χήρα (Γ’ Βασιλέων 17,8-9). Εκεί το λιγοστό αλεύρι και τα άλλα τρόφιμα που είχε στο σπίτι της καθημερινά πολλαπλασιάζονταν, για όλο το διάστημα που φιλοξενούσε τον Ηλία (Γ’ Βασιλέων 17,8-16). Όταν δε ο γιος της αρρώστησε και πέθανε ο Ηλίας προσευχήθηκε και το παιδί αναστήθηκε (Γ’ Βασιλέων 17,17-24).
Αλλά και όταν ο ίδιος ο Θεός έβγαλε τους Εβραίους στην έρημο δεν τους εγκατέλειψε, αλλά τους τάϊζε καθημερινά με το «μάννα».
Έτσι λοιπόν θαυματουργικά και υπέρ-λόγον θα θρέψει και θα περιθάλψει ο Χριστός τα παιδιά του σ’αυτήν την εποχή που σύντομα έρχεται.
Μην περιμένεις λοιπόν πως με την δική σου τακτική, προνοητικότητα , φροντίδα και λογική θα τα βγάλεις πέρα εκείνες τις ημέρες.Ούτε οι κονσέρβες απο το lidl θα σε σώσουνε , ούτε τα πουλερικά σου, ούτε τα μπρόκολα.
Επειδή όμως ο Θεός θα δοκιμάσει την πίστη μας δεν μας φανερώνει από τώρα πως θα μας τρέφει τότε, όπως ούτε στους Εβραίους είπε πως θα τους θρέψει στην έρημο όταν κατόπιν τους έστειλε το ¨Μάννα.¨
Ας κρατηθούμε λοιπόν γερά από τα Ι.Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησία μας , και ιδιαιτέρως την μετάνοια, Εξομολόγηση , Θ.Κοινωνία και την ευχή (κομποσχοίνι)του Ιησού Χριστού και δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα Αντίχριστο αφού θα έχουμε πάντα δίπλα μας και μέσα μας τον ίδιο Τον Θεό που έφτιαξε και κυβερνά όλα τα σύμπαντα.
ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ

 Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Ηλία Προφήτη_Prophet Elijah-Elias_Илия пророк_0080Είμαστε παιδιά του Θεού και είναι καθήκον μας να κάνουμε το καλό, γιατί ο Θεός είναι όλος αγάπη. Είδες η χήρα που φιλοξένησε τον προφήτη Ηλία; Ειδωλολάτρης ήταν, αλλά τι αγάπη είχε μέσα της! Όταν ο Προφήτης πήγε και της ζήτησε ψωμί, του είπε: «Έχουμε λίγο λάδι και αλεύρι• αυτό θα φάω με τα παιδιά μου και μετά θα πεθάνουμε». Δεν του είπε: «Δεν έχουμε να σου δώσουμε». Και όταν ο Προφήτης, για να δοκιμάσει την προαίρεσή της, της είπε να φτιάξη ψωμί πρώτα για εκείνον και μετά για τα παιδιά της, η καημένη αμέσως του έφτιαξε.
Αν δεν είχε μέσα της αγάπη, θα έβαζε λογισμούς. «Δεν φτάνει που του λέω ότι έχουμε λίγο, θα έλεγε, ζητάει να φτιάξω πρώτα για εκείνον!».
Φάνηκε η προαίρεσή της, για να έχουμε εμείς παραδείγματα. Αλλά εμείς διαβάζουμε… Αγία Γραφή, διαβάζουμε τόσα και τόσα, και τι κάνουμε;

Θυμάμαι, και στο Σινά τα Βεδουινάκια που δεν ήξεραν τίποτε από το Ευαγγέλιο, αν τους έδινες κάτι, ακόμα και πολύ λίγο να ήταν, θα το μοιράζονταν μεταξύ τους και θα έπαιρναν όλα από λίγο. Και αν για το τελευταίο δεν έμενε τίποτε, θα του έδιναν τα άλλα από το δικό τους.

Όλα αυτά να τα παίρνετε σαν παράδειγμα και να εξετάζετε τον εαυτό σας, για να βλέπετε που βρίσκεσθε. Αν εργάζεται έτσι κανείς, ωφελείται όχι μόνον από τους Αγίους και από τους αγωνιστές, αλλά από όλους τους ανθρώπους. Σκέφτεται: «Αυτό το φιλότιμο το έχω εγώ; Πως θα κριθώ;» Γιατί ο καθένας μας μόνος του θα κριθή από τον καλύτερό του.
Αξία έχει να δίνουμε από το υστέρημά μας, είτε πρόκειται για κάτι πνευματικό είτε για κάτι υλικό. Έχω, ας υποθέσουμε, τρία μαξιλάρια. Αν δώσω το ένα που μου περισσεύει, δεν έχει αξία. Ενώ, αν δώσω αυτό που χρησιμοποιώ για προσκέφαλο, αυτό έχει αξία, γιατί έχει θυσία. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε για την χήρα: «Η χήρα η πτωχή αύτη πλείον πάντων έβαλεν…»

Από το βιβλίο: «Πάθη και Αρετές», Γέροντος Παισίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄,
έκδοσις Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Απολυτίκιον Προφήτου Ηλιού, Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ο ένσαρκος Άγγελος, των Προφητών η κρηπίς, ο δεύτερος Πρόδρομος, της παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος, άνωθεν καταπέμψας, Ελισαίω την χάριν, νόσους αποδιώκει, και λεπρούς καθαρίζει, διό και τοις τιμώσιν αυτόν, βρύει ιάματα.

Παραθέτουμε τα τρία προσόμοια του κυρ -Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για τον Θεσβίτη:

Ήχος β’ Οίκος του Εφραθά

Ου πυρ, ου συσσεισμός, ουχί σφοδρόν σε πνεύμα, αύρα λεπτή δε μάκαρ, ανέδειξε θεόπτην, Ηλία μεγαλώνυμε.

Στίχ. Μη άπτεσθε των χριστών μου.
Αύρα τον εν λεπτή, ιδόντα Θεού δόξαν, ως ζηλωτήν Κυρίου, θεσπέσιον Προφήτην, υμνούμεν οι θεόφρονες.

Στιχ. Συ ιερεύς εις τον αιώνα.
Σε ο Μονογενής, Υιός ο της Παρθένου, Θεός σεσαρκωμένος, παρέστησε τρισμάκαρ, εν Θαβωρίω μάρτυρα.

Κανών α’, Ωδή γ’ Ήχος β’ Εν πέτρα με της πίστεως 
Ως άριστος προφήτα ο εστιάτωρ, ο κόραξι τελών σοι την πανδαισίαν, ο μόνος εμπιπλών παν ζώον ευδοκίας, ω πάντες κράζομεν· Συ ει Θεός ημών, και ουκ έστιν Άγιος πλην σου Κύριε

Κανών α’, Ωδή ζ’ Ήχος β’ Βάτος εν όρει πυρί
Αύρα πραεία υπέδειξε, και λεπτοτάτη Κύριον σοι Ηλιού, Θεώ ζηλούντι παντοκράτορι, ουχί πνεύμα βίαιον, ου συσσεισμός, ουδέ πυρ εκδειματούν· διό Ιησού τω πράω ψάλλομεν·Ευλογητός ο Θεός ο των Πατέρων ημών.

 

 

 

 

 

 


Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ο υιός της Φωτιάς

Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης ,ο μέγιστος των Προφητών

Εορτάζει στις 20 Ιουλίου

Ο ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Ηλία Προφήτη_Prophet Elijah-Elias_Илия пророк_0_1609f7_cb628884_LO Προφήτης Ηλίας γεννήθηκε στη Θέσβη της Ιορδανίας (γι’ αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης) περί το 816 π.Χ.

Ο πατέρας του Ηλία λεγόταν Σωβάκ και ήταν άνθρωπος ευσεβής και δίκαιος.
Κατά τη γέννηση του παιδιού του, συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός. Βλέπει σε οπτασία λευκοφορεμένους ωραίους αστραπόμορφους άνδρες να περιστοιχίζουν το βρέφος και να το προσφωνούν
«Ηλία – Ηλία» που σημαίνει «Θεός μου». Έπειτα, αφού σπαργανώνουν το βρέφος με φωτιά, βάζουν και μέσα στο στόμα του φωτιά για να τη φάει.

* * *

Ο Σωβάκ τρομάζει μ’ όλα αυτά και καταφεύγει στους ιερείς του Ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ, για να τους διηγηθεί το περιστατικό και να του δώσουν εκείνοι μια κατά Θεόν εξήγηση.
Εκεί, οι ιερείς μετά από προσευχή και νηστεία του αποκαλύπτουν:

– Σωβάκ, μη φοβάσαι. Το παιδί σου θα ζει πάντα μέσα στο φως και άγγελοι θα το προστατεύουν σ’ όλη του τη ζωή. Ο ΛΟΓΟΣ του θα είναι απόφαση. Ο ΖΗΛΟΣ του θα είναι πύρινος και Η ΑΓΑΠΗ του για το Θεό μια άσβεστη φλόγα. Μάλιστα, αυτός θα κρίνει τον Ισραήλ δια ΠΥΡΟΣ και ΜΑΧΑΙΡΑΣ.

* * *

Μεγαλώνοντας λοιπόν ο Ηλίας, με τη χάρη του Θεού, εξελίσσεται σε μέγα Προφήτη και κήρυκα της μετανοίας, που δεν δείλιασε ποτέ και μπροστά σε κανέναν να πει την αλήθεια. Ούτε όταν χρειάστηκε να ελέγξει τον ασεβή βασιλιά Αχαάβ, τον γιο του Αμβρί. Τί συνέβη τότε;

Ο βασιλιάς Αχαάβ είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ασέβειας, που παρακινημένος από την κακόβουλη γυναίκα του Ιεζάβελ, χτίζει ναούς των ειδώλων, καταργεί την πίστη στον αληθινό Θεό, σφάζει όλους τους διδασκάλους του Νόμου, ρίχνει στη φωτιά τους Προφήτες και εξαναγκάζει τους κατοίκους της Σαμάρειας να προσκυνούν τα είδωλα του Βάαλ (δηλαδή του Δία).
Ο αληθινός Θεός όμως, επεμβαίνει.
Κάποια στιγμή που ο Προφήτης Ηλίας έκλαιγε προσευχόμενος για τις αμαρτίες του λαού, ακούει τη φωνή του Θεού να του λέει:
– Ηλία, πιστέ μου δούλε, σήκω και πήγαινε στο βασιλιά Αχαάβ να τον ελέγξεις κατά πρόσωπο και να του πεις να πάψει να παροργίζει τον Θεό γιατί θα τιμωρηθεί. Πήγαινε και μη φοβάσαι. Εγώ ο Θεός σου, θα είμαι μαζί σου.

Ο Προφήτης Ηλίας υπακούει, σύντομα πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται στον βασιλιά Αχαάβ, όπου εκεί με ανδρεία του λέει:

– Βασιλιά, ο Θεός του Ισραήλ είναι ζωντανός. Εγώ σ αυτόν υπακούω, γ’ αυτό σου λέω ότι εφόσον δεν μετανιώνεις δεν θα ξαναβρέξει στη χώρα, μέχρι εγώ να το ζητήσω από το Θεό.
Αυτά τα σκληρά λόγια είπε ο Προφήτης ενώ ακούει τη φωνή του Θεού να λέει:

– Ηλία, φύγε από εδώ και πήγαινε ανατολικά και κρύψου στο χείμαρρο του Χοράθ που είναι απέναντι από τον Ιορδάνη ποταμό. Θα πίνεις νερό από το λιγοστό που έχει κι εγώ θα σου στέλνω κάθε δειλινό έναν κόρακα να σε τρέφει.

Ο Προφήτης Ηλίας υπακούει και πάλι στο Θεό και φεύγει για το χείμαρρο Χοράθ. Εκεί ζει ζωή ασκητική, μέχρι που ξαφνικά ο χείμαρρος Χοράθ χάνει το λιγοστό του νερό και ξηραίνεται εξαιτίας της ανομβρίας που επικρατεί στον τόπο. Μα, και τότε ακούει την προσταγή του Θεού να του λέει:

– Πήγαινε στην πόλη Σαρεπτά της Σιδωνίας κι εγώ θα προστάξω εκεί μια χήρα γυναίκα να σε διαθρέψει ώσπου να περάσει ο λιμός, η φοβερή πείνα.

* * *

Ξεκινά αμέσως ο Προφήτης Ηλίας και κατευθύνεται στην μικρή πόλη που ο Θεός διάλεξε για κείνον. Εκεί, έγιναν όλα όπως τα προανάγγειλε ο Θεός.
Ο Ηλίας συναντάται με την φτωχή χήρα και φιλοξενείται στο σπίτι της, όπου εκεί ως εκ θαύματος δεν λιγόστεψε ούτε το αλεύρι ούτε και το λάδι από το δοχείο του σπιτιού της, σε σύγκριση με τους πλουσίους που πέθαιναν από την πείνα.
Όταν, μάλιστα, κάποια μέρα ο γιος της χήρας αρρωσταίνει από βαριά και ανίατη αρρώστια και τέλος πεθαίνει, ο Προφήτης βλέποντας το παιδί νεκρό και παγωμένο, συγκινείται και της λέει:

-Δώσε μου τον γιό σου.

Πήρε λοιπόν ο Προφήτης το παιδί, το ανέβασε στο κρεβάτι του και αφού το φύσηξε 3 φορές, επικαλέστηκε το Θεό και είπε:

– Ας επιστρέψει η ψυχή του παιδιού αυτού.
Κι έτσι έγινε. Το παιδί αναστήθηκε αμέσως προς έκπληξη και θαυμασμό της μητέρας του.

* * *

Όταν πέρασαν 3 χρόνια ο Κύριος προστάζει τον Προφήτη να φύγει από κει για να ξαναπαρουσιαστεί μπροστά στον Αχαάβ, υποσχόμενος ότι ήρθε ο καιρός να στείλει στη χώρα βροχή.
Ο Προφήτης πείθεται και κανονίζει την συνάντησή του με τον Αχαάβ μέσω του Αβδιού. Τότε εκεί, προτείνει στον ασεβή βασιλιά τα εξής:

– Στείλε βασιλιά και σύναξε όλο το λαό της Σαμάριας και της Φοινίκης καθώς και τους ιερείς των ειδώλων και πρόσταξέ τους όλους να ανεβούν μαζί σου στην κορυφή του όρους Καρμήλου. Εκεί, θα προστάξεις να στηθούν 2 βωμοί και αφού τοποθετήσετε ξύλα, θα βάλετε στην κορυφή ένα σφαγμένο μοσχάρι. Στον ένα βωμό θα προσευχηθούν οι ιερείς του Βάαλ, στον άλλο εγώ. Θα παρακαλέσει ο καθένας τον δικό του Θεό. Όποιος είναι αληθινός Θεός, θα στείλει φωτιά από τον Ουρανό και θα κατακάψει τα ξύλα και το μοσχάρι της θυσίας. Σ΄ αυτόν τον Θεό όλοι θα πιστέψουμε και η θρησκεία του θα εγκριθεί από σένα βασιλιά ως θρησκεία επίσημη. Το δέχεσαι;

Ο βασιλιάς δέχτηκε με χαρά γιατί θα του δινόταν η ευκαιρία να νικήσει επιτέλους το Θεό του Ηλία. Χίλιοι ιερείς των ειδώλων θα προσεύχονταν και πίστευε πως η νίκη του ήταν δεδομένη.

* * *

Η ημέρα η κρίσιμη φτάνει.
Πλήθος ανθρώπων γεμίζει το όρος. Με διαταγή του βασιλιά τα τύμπανα δίνουν το σύνθημα και αμέσως οι ιερείς του Βάαλ γονατίζουν και μαζί τους όλος ο λαός και η προσευχή αρχίζει.
Μάταια όμως, έφθασε το δειλινό και κα-νένα είδωλο δεν τους έστειλε φωτιά.
Γέλασε τότε ο Προφήτης Ηλίας και παραμερίζοντάς τους ψευδοιερείς πάει για να προσευχηθεί κι εκείνος στον δικό του αληθινό Θεό.
Προτού όμως γονατίσει φωνάζει τον μαθητή του Ιωνά, τον γιο της χήρας που ανέστησε και του λέει:

– Ιωνά, πάρε 12 λίθους κατά τον αριθμό των δώδεκα φυλών του Ισραήλ και βάλε τους μπροστά στο θυσιαστήριο.

Έπειτα ο Προφήτης στρέφεται προς το λαό και λέει:

– Παιδιά του Ισραήλ! Εσείς θέλω να μου φέρετε τέσσερις κάδους νερό και να τους χύσετε πάνω στο σφαγμένο μοσχάρι και στα ξύλα.

Ο λαός υπακούει και ο Προφήτης επαναλαμβάνει:

– Παιδιά του Ισραήλ! Χύσετε άλλους τέσσερις κουβάδες νερό.

Ο λαός υπακούει και ο προφήτης για τρίτη φορά προστάζει:

– Παιδιά του Ισραήλ! Επαναλάβετε και για τρίτη φορά.

Μετά απ’ αυτό, ζητά από τον μαθητή του Ιωνά να γονατίσει στο πλευρό του. Έπειτα υψώνει τα χέρια στον ουρανό, ο γίγαντας αυτός της πίστεως και προσεύχεται εναγωνίως, να συγχωρήσει ο Θεός τις αμαρτίες του λαού του, να στείλει φωτιά να κατακάψει τα ξύλα κι έπειτα και να τους λυπηθεί, να τους στείλει βροχή ώστε να δοξάσουν όλοι τον αληθινό Θεό.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσευχή του και οι ουρανοί ανοίγουν, ένα είδος αστραπής κατέρχεται στη στιγμή και κατακαίει τα ξύλα, το μοσχάρι και τους δώδεκα λίθους. Ισοπεδώθηκε ο τόπος από την πολύ φωτιά!
Βλέποντας αυτό το θαύμα τα πλήθη, πέφτουν στη γη φωνάζοντας:

Μέγας ο Θεός του Ηλία!

Είπε τότε ο Προφήτης στο λαό:

– Συλλάβετε τους ιερείς του Βάαλ, κανείς να μην μείνει απ’ αυτούς τους υπηρέτες του σκότους.

Τότε, τα πλήθη τους συνέλαβαν όλους και τους οδήγησαν στον χείμαρρο Κισσών όπου εκεί ο Προφήτης Ηλίας, ως αντιπρόσωπος της ουράνιας δικαιοσύνης και προστάτης του λαού του Ισραήλ, τους κατασφάζει όλους δια μαχαίρας.

* * *

Μετά απ’ αυτό, στέλλει τον μαθητή του Ιωνά να πάει στη θάλασσα και να δει τι γίνεται. Επτά φορές τον έστειλε. Την έβδομη φορά γυρίζει ο μαθητής και λέει στον Προφήτη:

– Είδα νέφος, μικρό σαν πατημασιά ανθρώπου να πλησιάζει προς τα εδώ!

Χάρηκε ο Προφήτης Ηλίας για το έλεος του Θεού και στέλνει μήνυμα στον βασιλιά Αχαάβ να πάει σπίτι του για να μην κινδυνεύσει από την βροχή που έρχεται.
Και πράγματι, ήρθε τόση βροχή μετά από 3,5 χρόνια ανομβρίας, ώστε ο βασιλιάς δεν πρόλαβε να φτάσει στο παλάτι του και αναγκάστηκε να τρυπώσει στο πρώτο σπίτι που συνάντησε στο δρόμο του για να σωθεί. Το θαύμα είχε γίνει!

* * *

Ηλία Προφήτη_Prophet Elijah-Elias_Илия пророк_sf-ilieМонастырь Морача, Черногория. XIII век.0_1d357d_98b7045d_origΌταν η βροχή σταμάτησε και όλοι γύρισαν σπίτια τους, μαθαίνει η βασίλισσα Ιεζάβελ τα γεγονότα που συνέβησαν και γίνεται έξω φρενών. Πείσμα βάζει να θανατώσει τον Προφήτη.
Τα νέα διαδίδονται γρήγορα φτάνουν στα αυτιά του Προφήτη που μαθαίνοντάς τα, σαν άνθρωπος δείλιασε και σηκώθηκε να φύγει από το μέρος εκείνο.
Όταν πέρασε τα σύνορα της Ιουδαίας, προχώρησε ακόμα λίγο και σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Ενώ καθόταν εκεί απελπισμένος και ζητούσε να βρει από τον Θεό θάνατο κι όχι από τα χέρια της μοχθηρής Ιεζάβελ, αποκοιμήθηκε. Μα, άγγελος Κυρίου τον ξύπνησε, του έδωσε τροφή και του είπε να φάει, γιατί έχει ακόμα πολύ δρόμο να κάνει.
Μια ανάσα ανακούφισης βγάζει ο Προφήτης Ηλίας και ευχαριστεί τον Θεό για την Πρόνοιά Του. Σηκώνεται λοιπόν, τρώει και ξεκινά τον δρόμο με οδηγό το θέλημα του Θεού. Μετά από οδοιπορία σαράντα ημερονυκτίων φτάνει στο όρος Χωρήβ. Εκεί βρίσκει μια σπηλιά και μπαίνει μέσα. Φωνή Κυρίου όμως τον καλεί να βγει έξω για να του μιλήσει.
Μόλις ο Προφήτης Ηλίας βγαίνει έξω, ο Κύριος τον προστάζει να γυρίσει πίσω και να περάσει από την Δαμασκό, για να χρίσει τον Αζαήλ βασιλιά της Συρίας και τον Ελισσαίο Προφήτη.
Εκείνος υπακούει και αναχωρεί κατά την υπόδειξη του Θεού. Όταν συνάντησε τον Ελισσαίο να καλλιεργεί τον αγρό του, τον πλησιάζει και ρίχνει πάνω του την μηλωτή του (τον δερμάτινο μανδύα του). Ο Ελισσαίος κατάλαβε το νόημα της κίνησης και τότε εγκατέλειψε τα πάντα και ακολούθησε τον Προφήτη Ηλία.

* * *

Όταν έφτασαν στη Σαμάρεια, ο Προφήτης συναντά τον βασιλιά Αχαάβ και κατά υπόδειξη Θεού τον ελέγχει:

– Ξέρω ότι πας να κληρονομήσεις έναν αμπελώνα που δεν σου ανήκει. Μάθε όμως ότι στον τόπο που χύθηκε το αίμα εκείνου που σκοτώσατε, εκεί θα χυθεί και το δικό σου αίμα, όπως και της γυναίκας σου της Ιεζάβελ που σκυλιά θα την κατασπαράξουν. Γιατί, ζηλέψατε τον αμπελώνα του γείτονά σας και με αδικία τον διεκδικήσατε.

Κι έτσι έγινε. Η Ιεζάβελ βρήκε αμέσως φρικτό θάνατο. Ο βασιλιάς πάλι Αχαάβ τρόμαξε τόσο πολύ από τα λόγια του Προφήτη που μετανοημένος για την αμαρτία του, νήστευε και έκλαιγε συνεχώς μέχρι που να τον συγχωρήσει ο Θεός.
Και ο Θεός δέχτηκε την μετάνοιά του.
Έτσι, ο Αχαάβ έζησε μέχρι που ο βασιλιάς της Συρίας πολιορκώντας την Σαμάρεια τον θανατώνει με βέλος στο στήθος.

* * *

Μετά τον θάνατο του Αχαάβ, βασιλιάς έγινε ο γιος του ο Οχοζίας. Αυτός δεν πίστευε τον αληθινό Θεό και προσκυνούσε τα είδωλα. Μάλιστα, όταν αρρώστησε αντί να ζητήσει βοήθεια από τον αληθινό Θεό, έστειλε να ρωτήσουν μια γυναίκα μάντη του Βάαλ για την αρρώστια του.
Αυτό, εξόργισε περισσότερο το Θεό που έστειλε τον Προφήτη Ηλία να τον ελέγξει. Μα, ο βασιλιάς Οχοζίας δεν άκουσε τα λόγια του Προφήτη και πέθανε αμετανόητος.
Επόμενος βασιλιάς έγινε ο ο Ιωράμ, ο αδελφός του Οχοζία.
Στις μέρες αυτού του βασιλιά διάλεξε ο Θεός να πάρει και τον Προφήτη.
Έχοντας πληροφορίες από το Θεό για το τέλος του ο Προφήτης Ηλίας, ξεκινάει μαζί με τον Ελισσαίο για τον Ιορδάνη ποταμό. Τους ακολούθησαν άλλοι πενήντα άνδρες, παιδιά προφητών. Εκεί, ο Προφήτης βγάζει την μηλωτή του, υψώνει τα χέρια του σε προσευχή και κατόπιν, χτυπά τα νερά μ’ αυτήν, που σχίζονται στη μέση θαυματουργικά και ανοίγουν δρόμο, από τον οποίο πέρασαν απέναντι.
Μετά απ’ αυτό, λέει ο Προφήτης Ηλίας στον Ελισσαίο:

– Παιδί μου Ελισσαίε, ζήτησε από μένα ότι χάρισμα θέλεις πριν αναληφθώ στους ουρανούς.

Ο Ελισσαίος με απλότητα του λέει:

– Ας γίνει η χάρη του Θεού που έχεις, διπλή σε μένα!

– Μέγα χάρισμα ζήτησες παιδί μου. Αν όμως πάλι, αξιωθείς να με δεις όταν θα αναληφθώ τότε να γίνει ότι ζήτησες. Αν όμως δεν με δεις, τότε να μην γίνει.

Καθώς μιλούσαν, φάνηκε σαν άρμα πύρινο με πύρινα άλογα να κατεβαίνει από τον ουρανό, να αρπάζει τον Προφήτη Ηλία κι έπειτα να ξαναυψώνεται στον Ουρανό.
Βλέποντας αυτό το θαύμα ο Ελισσαίος, φωνάζει με θαυμασμό:

– Πάτερ εσύ είσαι και άρμα και ιππέας και εξουσιαστής του Ισραήλ!

Τότε, αφήνει ο Προφήτης Ηλίας και πέφτει στα χέρια του Ελισσαίου η μηλωτή του, επισφράγισμα της ευλογίας του κι έπειτα χάνεται στα βάθη του ουρανού!

* * *
Αυτός ήταν ο πολυτάραχος βίος του Προφήτη Ηλία!

Η μνήμη του τιμάται στις 20 Ιουλίου.

Την ευχή του να έχουμε!
http://anthologioxr.blogspot.gr/2015/07/20.html


The Life of St. Seraphim of Sarov, Metropolitan Anthony of Sourozh

Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_021948d8bb43e1orig

St. Seraphim of Sarov the Wonderworker

Commemorated on January 2 and on July 19/August 1 (The translation of the Saint’s holy relics)

“Acquire the Spirit of Peace and a Thousand Souls Around You Shall Be Saved”
( St. Seraphim of Sarov )

The Life of St. Seraphim of Sarov
Metropolitan Anthony of Sourozh
June 4, 1970

I think this is one of the most difficult subjects I could have chosen. And yet I have done so because St Seraphim is practically a contemporary of ours: he died in 1833. He belongs to the 19th century. He is a man who is not so remote from us, and yet who has expressed in all his spiritual endeavour the traditional ways of monasticism, gone through the total experience of the ascetic way of life, and in the end come back. And this is the second reason why I mentioned him. Very often when we read lives of saints, we see men who after a period of disillusionment, abandon the world altogether, who go into whatever wilderness offers itself to them. It may be the physical desert. It may be another kind of desert, that of the great or small city. But there is a moment of withdrawal which at times is both the beginning and also the fulfillment of their lives.

St Arsenius the Great is a man who belonged to this type. He was one of the great men of the court of Constantinople, discovered and perceived the emptiness of the life which was his, abandoned everything and went into the desert to become the disciple of a completely illiterate monk, yet of one who was one of the great spiritual guides of his time. Being asked how it was that he, with all his culture, all his education, all the refinement of thought and life to which he was accustomed, had chosen that particular teacher, he said, `I cannot yet spell the book he is reading freely.’ The world of the spirit was open to the one, the world of human knowledge was open to the other. And later on he remained in the desert, fleeing from human contact, avoiding even chance meetings. Being asked again once why he behaved in this way, he said, `In heaven myriads of angels are in perfect harmony among themselves. On earth the wills of men are in discordant disharmony. I cannot leave the harmony even for the sake of human relationships and charity.’

Σεραφείμ του Σάρωφ μεσ_ το Αγιο Πνευμα_Беседа преп. Серафима с Николаем А. Мотовиловым_Σεραφείμ ΣάρωφSide by side with him lived another monk who, on the contrary, because of charity was prepared at times to abandon his isolation, to forsake the outer peace of the desert, to look after pilgrims. He also did that in the name of God. St Seraphim, in his life, seems to me to be a revelation of a more complete way than these two. He is a man who did not abandon the world because he was disillusioned. He never suffered from the world, except in that it was, as it always is, an ambiguous world, a world of twilight where God is present but also darkness is heavy, and the light shines and cannot be quenched, and yet in which the light does not pervade all things. He did not abandon the world either for personal reasons like some failure of his life. In every respect he was gifted. He was handsome, strong, vigorous. He was intelligent. He was successful in whatever studies he undertook – and of course in his time and under the circumstances of his life he did not go very far. But he was up to anything he attempted. He was loved and respected. He was not drawn out of the world for that kind of reason, but simply because, very soon in life – very soon indeed when he was still a small child – he perceived the beauty, the harmony, the depth of the divine, and he longed to establish himself within this harmony so that he no longer could be torn away from it. He set out to do it with ruthlessness and incredible courage, but when he had done it, by the will of God, commanded indeed by the Mother of God to do so, he came back, and for the last five years or so of his life he was, perhaps what John Robinson would call ‘the man for others’. He lived in his monastery, and he met up to 2000 people a day, who came to see him.

When I use the word ‘see’, I do it advisedly. He did not preach or make discourses. He was not surrounded by disciples who would screen his visitors and bring to him those who were in real need. He never had any disciples in that sense. But he was in himself a vision and a revelation. People came in crowds to surround him, and to see what an old monastic saying expresses by saying `no one can abandon the world unless he has seen on the face of a man the splendour of eternal life, the light of eternity.’ This is what people seemed to see. He called out of the crowd the few, those for whom he had a message, those to whom he had something to impart from God, but he did not leave the others hungry and athirst. They had seen. They had seen serenity. They had seen greatness. They had seen joy. They had seen love. And all this in a context that was not the natural context for human rejoicing or for ordinary serenity of peace. They had seen it on the face of one who was engaged in a ruthless fight for integrity of his whole person and also for the integrity of others. And this integrity is costly.

In the life of St Seraphim we find a passage which tells us that he was once with a visitor. The visitor was silently sitting in his cell, and St Seraphim was praying. Suddenly the whole cell became dark, and terror fell upon the visitor. It lasted a while. St Seraphim continued steadily to pray. Then the darkness and the terror dispersed. The visitor asked him then, `What happened, Father?’ And St Seraphim answered, `I have been praying for the salvation of a soul, and all the darkness of hell came upon us to prevent this prayer and to prevent his salvation.’ He was a man who knew how to rejoice where humanly speaking others would not have found the strength even to survive, to smile. He met every person with words of love: `My joy’, he called them. Or he greeted them with those words which sum up the whole of the gospel: `Christ is risen!’ He was not a sentimental man. There was no sentimental warmth in him, in his greetings, in his manner. The more you read about him, the more you try to perceive the peculiar qualities of his saintliness, the more you find him in a way frightening – frightening in the way things too great for us may frighten us. He was not cold, but he was like the air of the mountain-tops, bracing and indeed cold, and at the same time this coldness was fiery with light and with a warmth that was that of God, not human warmth.

In him we see resolved the problem which throughout the centuries we all have from generation to generation, that of action and contemplation. In the beginning we could be mistaken and imagine that his life was an effort at nothing but contemplation, if such a phrase makes any sense. But when we read of the way he filled the time of his contemplative years with a rule of prayer which no one of us could bear for a day, with an amount of work which few peasants could have borne, when we think that for all the years of his monastic life the only heating he had in the Russian winter was the little lamp that burnt in front of his icon, we realise all the physical, intellectual and moral effort that was involved. We will understand what our Orthodox tradition means by saying that in the beginning until God himself has come, conquered, taken possession of a man, the contemplative life is active, action, endeavour, is fight. It has nothing to do with a passive expectation of the divine mercy. It is an alert, intense striving involving the man in all possible ways.

He read extensively. He read the Bible, meditated on it deeply. He read the writings of the great spiritual masters and tried to apply them in order to understand them. He had a deep knowledge of the ascetical and mystical tradition of Orthodoxy. And then in the period which we might call the active years of his life we discover that this active life itself was perhaps a more contemplative period than it ever had been, – not only because he came out of his solitude when he had already established himself in the presence of God, in the awareness of God, in continuous prayer, but also because the way he dealt with situations and problems was typically that of a contemplative.

Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_Sf.-Serafim-de-Sarov_02 (1)He was asked once how it was that whenever a person came, in the few words he spoke he said what this person needed, as though he knew all the past and the present of this person’s life, all the concrete needs and circumstances. And St Seraphim said that he prays, he prays all the time, and when someone presents himself, he asks God to bless their meeting, and then he speaks the first words which God gives him to speak. This is action and contemplation bound together, interwoven into oneness, and indeed this is the only form of action which is truly the action of the Christian. The Christian is not one who applies attentively, soberly, passionately the commandments of Christ as though they were outer rules of behaviour. He is not one whose efficiency in God’s name is particularly good. What is characteristic of the Christian’s action is that every act, every word of a Christian saint is an act of God performed through a man by a man who becomes a co-worker of God. And this is possible only through a contemplative situation in life. If you remember, the Lord Jesus Christ in a few of his sayings, `I judge as I hear, and my judgment is true, because I do not aim at fulfilling my will, but the will of him who sent me’. He listens and he articulates God’s will. What he has heard from the Father he speaks aloud in the world in which he lives. In a few other passages we find that he says that his Father is still at work. He shows him what he is doing, and Christ, the Son, fulfills the action, articulates the action on earth. This is the way in which the saints act, the saints speak. They pronounce words which are God’s, they perform actions which are also God’s.

Remember the remarkable way in which St John the Baptist, the Forerunner, is defined: a voice that speaks in the wilderness. He has become so perfectly one with the divine will and with the divine message that one can’t even say of him that he is a prophet proclaiming what God says. It is God speaking through a man even more than a man speaking for God. And in the last years of St. Seraphim this is what is so striking – a man so deeply and perfectly ingrained in contemplation, so completely at one with the Lord, that he can act, or rather, that God acts in him and through him , far beyond human capabilities, not only by the words spoken, not only by the healing bestowed, not only by the advice given, not only by the many and many ways in which St Seraphim expressed his evangelical charity , but simply through his being, through the vision of a man so integrated, not only in himself, but in God, that the vision of the man was a vision of God. This is why I felt that to speak of him was worth the attempt in spite of the fact that it is impossible to do him justice.

St Seraphim was born in Kursk, which is a city of central Russia, on the 19th of July, 1759. His father and mother were builders. He was given the name of Prokhor. His father died when the boy was only 5, and his mother undertook his education. Very soon it was quite clear that in spite of his gifts for learning and for work, his heart was elsewhere. Indeed he studied, indeed he worked, but prayer was at the root of his being, and although we know nothing about his life of prayer, because he was not one to speak of himself, it is clear that there was nothing that mattered to him more, or equally. When he was 17 he asked his mother to let him go. His mother gave him her blessing and with it a cross, which he wore all his life openly on his chest.

He went first to Kiev to see one of the startzi of Kiev renowned for his life of prayer and a spiritual director. Dosifei did not allow him to stay in Kiev but taught him the Jesus prayer: `Lord, Jesus Christ, Son of God, have mercy on me, a sinner’ and sent him to the centre of Russia to the monastery of Sarov – the name is derived from that of a small river that runs through the thick woods. First he returned for a while to see his mother, and then with the Jesus prayer on his lips, attentive to the words and to its effect, he made the journey of about 300 miles on foot to Sarov. He arrived there on the 20th of November,1776, on the eve of the Presentation of the Mother of God to the Temple. He walked straight from his journey into the church, obtained permission to stay, and became a novice.

He was appointed to a variety of functions, and what impressed the monks was his skill at whatever he turned his hands to, his obedience and his stability. He seems to have been a man of rare strength of will and determination. He took upon himself in all simplicity all the common life of the monastery, worked in the kitchen, and particularly excelled in the work of a builder. After a while he was sent to collect money for the monastery. Again we know little about this period of his life. All we know is that he went alone throughout Russia from village to village with nothing but his prayer to accompany him, collecting money in isolation. This experience of pilgrimage, of uprootedness, was probably important in his life. The silence of the woods, the loneliness, the aloneness and the prayer.

But he returned to this life of obedience. We usually think of obedience in terms of subjection, of enslavement. Obedience, basically is the attitude of mind of one who has understood that the human vocation is so great, is such that he cannot achieve it without help, guidance, advice. Ultimately the aim of obedience is to teach us so to listen to God’s own word as to hear, and so to hear as to fulfil it. But before we can hear and understand the word of God spoken to us in the Scriptures or in our conscience and so disentangle ourselves from our own self-will, there is a whole school that must free us from ourselves. Obedience is the situation of the disciple who wants to learn, who wants to understand not only the words spoken but the mind that has given shape to the words, the intention that has given birth to them, a will which is not his but which is a greater will than his own. And if this will is not greater, if the man who commands is even a lesser man than he who obeys, it still frees him to accept obedience. From relying upon himself it teaches him to do, inwardly and outwardly, what he has not chosen. And obedience, brought to the absurd as we see it in the writings of the early ascetics, in the end teaches us to accept the supreme absurdity of the Gospel, the folly of the Cross, the unpredictable commandments and acts of will of God himself.

He set out to listen. He set out to outgrow his own will and his own limitations, to become free. He took part in the common worship of the monastery, and what the brothers remembered about him later was the joy and peace which he radiated. He was free from self-centredness and from self-will. Everything that happened was a gift of God for him, a new situation in which he could grow into the knowledge of God and the fulfilment of his own growth. He was at peace. In that period he read a great deal: the Scriptures and also ascetic literature. After 8 years of noviciate, on the first of August, 1786, 3 years before the French Revolution, be became a monk. He was given the name of Seraphim, which means the burning, the shining, the fiery, and a year later, in 1787 he became a deacon. From that time onwards in the course of six years, almost daily he celebrated the liturgy and other services.

Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_Преподобный Серафим Саровский_Sf-Serafim-de-Sarov_icon_091fc67cc95ad2cd42285b69e7671739000To this period belongs a vision he had of the Lord Christ. One day when he was celebrating he came out during the liturgy to say `Oh God save thy people’, and when he moved his arm to say `and world without end’, he suddenly was struck by a light shining in the church. He looked towards the west door and he saw Christ surrounded by angels and saints coming through the church straight towards him. He turned and blessed the people, then blessed Him and then, as St Seraphim puts it, He entered into the icon of Christ that was on the right side of the Holy Doors, and this icon appeared to him in the glory of the Transfiguration. St Seraphim stood mute, incapable of speech and of movement. He was taken into the sanctuary. He stood there three hours, and he related his experience to his superior and to his spiritual father.

On the 2nd of September 1793 he became a priest. And immediately he decided to leave the monastery and to retire into the wilderness. He received the blessing of his spiritual father, and in ’94 on the 20th of November, on the 16th anniversary of the day when he had come to Sarov, he established himself at a distance of 3 or 4 miles in the wood. We know a few things about his life there. We know, as I said already, that he never heated his cell. We know also the rule of prayer he used. We know that he had a kitchen garden which was his only food for a while and then he abandoned even that and began to eat some of the plants that grow in the woods, boiling them.

We know that he read the Scriptures a great deal, and something which is characteristic of him and of two other ascetics of Russia, he named the various places around his hut by the names of places in Palestine: Bethlehem, Nazareth, Bethany, Jerusalem, etc. And he used daily to go from place to place to read the corresponding passages of the Scriptures, to meditate on them, and to stay there, as though he was in the holy land. And indeed he made it into a Holy Land. He was a man without fear, but he had to stand what so many ascetics had to stand, the fear of the night, the fear of the beasts, the wolves, the bears, the fear which the powers of darkness provoke in the soul of those who lead a lonely life. He fought for a life that would be completely inward, i.e. to escape the situation in which we are so permanently, being beside ourselves. It is very rare that we are within ourselves, so collected, so completely established inside, that we act freely because we choose to, we speak freely because we choose to. Most of the time we react rather than act, we reflect light rather than we shine.

A French scientist of this century suggested that the majority of us who imagine that the personality ends where their body is in reality are much more like an octopus with an inner emptiness and tentacles cast out all around. The digestive system, he says, of the greedy person is not in him, it reaches out towards all the edibles of the world; the five senses of the curious person are not openings that will allow him to perceive what is around. Like tentacles they cling to all objects of curiosity. And the first thing which the ascetic has to do is to draw all these tentacles in, to free himself from the enslavement of possession, the illusion that he possesses, while in reality he is being possessed, and to discover his inner self.

Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_serafim_10This journey inwards St Seraphim continued by cutting and cutting and cutting everything that linked him outwardly not only to what was wrong but to what was human and normal, until he was a free man. After a while and a struggle in which he spent the days in his cell and the nights outside he decided no longer to speak to anyone, to cast out this link between people and himself. When people met him in the wood he would kneel down or lie flat on his face or simply pass by, answering nothing. He never described the difficulties of this fight and what it corresponded to, but in the same 19th cent., some 50 years later, Theophan the Recluse, one of our great ascetics and spiritual guides, describes the way in which he gradually learned aloneness and seclusion. He had been a professor of philosophy. Then he became a bishop. Then he abandoned his see in order to go into a monastery. To begin with he allowed himself full freedom to go about wherever he chose. Then, when he had got accustomed to the place, he allowed himself only those journeys across the monastery that were purposeful: to church, to see someone. Then he reduced even that, and he decided not to go out of his cell except to go to church daily. And of a sudden he felt how much seeing the world around him meant to him. The day he ceased to go up to the walls of the monastery in order to see the countryside, he suddenly felt a prisoner, and it took him a long time no longer to be a prisoner, in spite of the fact that he did not see anything except the inside of the monastery.

Then he reduced his movements more and more, and in the end after several years he could stay in his cell because he was already in the inner cell of his soul. He had come back inwards and therefore the outer limitations no longer limited him. I mention this experience because St Seraphim never talked about himself. But we see in others the way in which this outer struggle corresponds to a movement inwards of the human soul. It is not asceticism in the sense of trying to achieve something extraordinary. It was simply an effort to acquire stability, to become autonomous, to become free, to be able to stand himself before God whatever the outer circumstances.

A certain number of things could be mentioned for this period. First of all, you must have seen images of St Seraphim walking bent and leaning on an axe or on a rod. This was the result of an attack of robbers. He was met by a group of men who asked for money. He said he had none. And then he, who was tall, vigorous, courageous, just dropped his axe, folded his arms, and waited. They beat him almost to death, and it is only after several days that he was able to crawl to the monastery. And there he stayed still for a long time. Two things happened in connection with this illness and this attack. When he was cured the men who had attacked him were discovered. And he was their advocate and maintained that they should not be punished. In this he had shown not only his ability to forgive, but his ability to make his own both the suffering and the sins of man. During his long illness the Mother of God appeared to him. He did not want to be treated. He asked for permission to pray. And one night the Mother of God appeared to him with several saints, St Peter and St John, and she said about him, `He is one of ours’. She touched him and he soon recovered.

ΟΡΑΜΑ-Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_4632347 years he spent in this endeavour, first in the monastery, then in the wood, and one day the Mother of God appeared to him and commanded him to go back. After these 47 years he was commanded to go back to the monastery. He lived there the life of a recluse in his cell, completely alone, silent, praying. Then the Mother of God commanded him to open his doors. And people began to come. For a while he did not speak to them. Later he began to receive his visitors and to speak to those for whom God had given him a message.

And this is the period of fulfillment of which I spoke in the beginning, A man who left the world, not because the world was repugnant, but because he had discovered at the heart of the world the divine presence, because he had been wounded with this desire to live the fulness of life. This man who had accepted 40 years of the hardest struggle now was in the midst of the people of God. People came and came. He healed, he blessed, he taught, he advised, he helped in all possible ways. Nothing was too small for him. One could say about him a phrase which I have heard, that only the Holy Spirit can see the significance of things too small for us to notice.

Before his death he come to church, prayed in the sanctuary, kissed all the icons, took farewell from the other monks, and then retired to prayer. He had said in the past that his death would be made manifest by a fire. Early in the morning his neighbour came out of his cell and smelt a fire in Father Seraphim’s. They broke in and they found him kneeling before the image of the Mother of God with his arms folded to his chest, his head bowed to the ground, and something was burning on which a candle had fallen.

I would like now, to conclude, to come back to the beginning. In him we see the life of a man who has gone all the way which we are called to go, a man who discovered God in the purity of his heart, but who knew and who had to conquer him by a long ruthless struggle, a man who never ceased to love his neighbours, who never turned away from them because they were sinners or unworthy of God, who knew how to respect and love them. We are told that so often when people came he received them kneeling – peasants came and he kissed their hands. He gave them his seat. He looked after them, because he had this vision of the dignity of man, the sanctity of man. And yet for a long time he struggled to become himself a man, i.e. all that a man is called to be, partaker of the divine nature, the dwelling-place of the Holy Spirit, a living revelation of Christ. In a very daring way, speaking of prayer, he says to someone: `We must pray for the Holy Spirit to come and dwell in us. But when He has come, don’t continue to pray “Come and abide in us” – that would mean that you doubt that the gift you have received is true. Let then the Holy Spirit pray and act in you.’

Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_Преподобный Серафим Саровский_Sf-Serafim-de-Sarov_icon_molitvi o usopshix2Before his death he said to someone, `My body is almost dead, and yet I feel in my soul as if I was just born now.’ Life, the life of God, united with the life of man. A true vision of a true man. And this is why so many people came, so many people saw him, and so many people felt they were in no need of speech. Centuries before that, an ascetic of the Egyptian desert who was asked to make a welcome speech for a visiting bishop said `I will say nothing.’ And when they insisted, he said to his brothers, `If this man cannot understand my silence, he can never understand my words.’

And the thousands who came to see him were in no need of words. His silence, the vision of this man, was enough. Isn’t this an inspiration for our times in a variety of ways? First of all, we are so passionately aware that the world which surrounds us is our world, that we do not want to turn away from it. We do not want to reject it. And indeed God so loved the world that he gave his Only-begotten Son for it. This St Seraphim also knew. But what he knew, what we forget easily, is that in order to bring into this world an action which is our vocation, an action which is God’s act through us, we must struggle without any mercy for ourselves, ruthlessly, joyfully, in order to become alive in a world which is not quite alive, to become a light in the twilight, to become warmth where there is cold. We see then Christ in action in his saints. I have had no time to speak of the outer events of his life, of his meetings, of the people he met, of the circumstances of healing and of conversions. What I wanted to show if I could, was this man and his way and his final return fulfilled both for the sake of himself and for the sake of others.

The grace of the Holy Spirit in spite of man’s fall into sin, nevertheless shines in our hearts with the divine light. Saint Seraphim of Sarov
https://iconandlight.wordpress.com/2018/02/20/the-grace-of-the-holy-spirit-in-spite-of-mans-fall-into-sin-nevertheless-shines-in-our-hearts-with-the-divine-light-saint-seraphim-of-sarov/
Saint Seraphim of Sarov, The Saint of heavenly Joy and of Peace.
https://iconandlight.wordpress.com/2018/01/01/saint-seraphim-of-sarov-the-saint-of-heavenly-joy-and-of-peace/
My joy, I beg you, acquire the Spirit of Peace. St. Seraphim of Sarov
https://iconandlight.wordpress.com/2017/07/18/my-joy-i-beg-you-acquire-the-spirit-of-peace-st-seraphim-of-sarov-2/
The prophetic letter of St. Seraphim for to St.Tsar Martyr Nicholas II of Russia
https://iconandlight.wordpress.com/2016/07/16/the-prophetic-letter-of-st-seraphim-for-to-st-tsar-martyr-nicholas-ii-of-russia/
The Kingdom of God awaits those who have patiently endured.St. Seraphim of Sarov
https://iconandlight.wordpress.com/2015/01/31/the-kingdom-of-god-awaits-those-who-have-patiently-endured-st-seraphim-of-sarov/
The prayer rule of St. Seraphim of Sarov
https://iconandlight.wordpress.com/2015/01/15/the-prayer-rule-of-st-seraphim-of-sarov/
Condescension towards your neighbor and silence protect spiritual peace.St. Seraphim of Sarov
https://iconandlight.wordpress.com/2014/07/18/condescension-towards-your-neighbor-and-silence-protect-spiritual-peace-st-seraphim-of-sarov/

Troparion of St. Seraphim of Sarov, Tone 4

Thou didst love Christ from thy youth, O blessed one, and longing to work for Him alone thou didst struggle in the wilderness with constant prayer and labor. With penitent heart and great love for Christ thou wast favored by the Mother of God. Wherefore we cry to thee: Save us by thy prayers, O Seraphim our righteous Father.

O great Saint of God, our venerable and God-bearing Father, Seraphim! Look down from the glory that is above, upon us who are humble and weak, burdened with our many sins, and ask thy help and consolation. Bend down to us in thy loving kindness, and help us to carry out God’s commandments without stain… Yea, O Saint of God, hearken unto us, who pray to thee in faith and love… For we place our hope in thee, O kind-hearted father: be thou indeed our guide to salvation, and bring us to the unwaning light of eternal life, by thy good intercession before the throne of the Most Holy Trinity, so that we may glorify and hymn with all the Saints, the name worthy of adoration, of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit, for ages of ages.

Metropolitan Anthony Bloom – St Seraphim Of Sarov


Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ μελετούσε το Ευαγγέλιο προσευχόμενος και αξιώθηκε ασύλληπτων αρπαγών στις ουράνιες μονές

Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_ΑΡΚΟΥΔΑ125151182_Σεραφειμ_

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Εορτάζει στις 2 Ιανουαρίου και στις 19 Ιουλίου (ανακομιδή του αγίου λειψάνου του)

«Χαρά μου! Σε παρακαλώ, απόκτησε το πνεύμα της ειρήνης και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν γύρω σου.
Η Βασιλεία των Ουρανών είναι ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι.
Η ειρήνη της ψυχής διατηρείται με την αποφυγή της κατάκρισης και την σιωπή.
Εκείνος που περιφρονεί τον κόσμο είναι πάντοτε χαρούμενος».

Στην έρημο ο άνθρωπος μνηστεύεται το Θεό. Ξαναγυρίζει σ’αυτόν, αφού πρώτα έχει μετανοήσει και εξαγνισθη και, όπως ο Αδάμ στον παράδεισο, αισθάνεται τον κόσμο, με όλη του την ειρηνική ομορφιά, να είναι προορισμένος γι’αυτόν.

…Η ανάγνωση ήταν μια απ’ τις αγαπημένες ασχολίες του ανθρώπου αυτού της υπαίθρου.. Το Ευαγγέλιο – που το είχε πάντα μαζί του σ’ ένα σακκίδιο στην πλάτη του – τον συνόδευε παντού. Κάθε μέρα το διάβαζε και σχολίαζε για τον εαυτό του μερικά κεφάλαια. Ονόμαζε την ανάγνωση αυτή, που τη θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντική, ‘’τροφοδοσία της ψυχής’’.

«Την ψυχή πρέπει να την εφοδιάζωμε με τον λόγο του Θεού, έλεγε αργότερα, διότι ο λόγος του Θεού είναι αγγελικός άρτος, με τον οποίο τρέφονται οι ψυχές πού πεινούν τον Θεό. Πάνω από όλα πρέπει να μελετά κανείς την Καινή Διαθήκη και τους Ψαλμούς. Από την ανάγνωση της Αγίας Γραφής φωτίζεται η διάνοια και υφίσταται θείαν αλλοίωση.  Θα πρέπει κανείς να μελετά τον λόγο του Θεού στην ησυχία, με προσοχή, έτσι ώστε ολόκληρος ο νους του, να βυθίζεται μέσα στις αλήθειες του Κυρίου και με τη καθοδήγηση του νόμου του να ρυθμίζει την ζωή του. Και ο ίδιος ο Κύριός μας προστάζει να διδασκόμαστε απ’ αυτές: «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείται εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν (Ιωάν. Ε’, 39)».

Και ο όσιος από την ακατάπαυστη εξάσκηση στην ανάγνωσι του λόγου του Θεού απόκτησε αυτό το χάρισμα της κατανοήσεως και παράλληλα την ειρήνη της ψυχής και το υψηλό χάρισμα της καρδιακής κατανύξεως. Στην Αγία Γραφή δεν ζητούσε μόνο την αλήθεια, αλλά και την θερμότητα του πνεύματος και συχνά, όταν διάβαζε τα ιερά βιβλία, έτρεχαν από τα μάτια του δάκρυα κατανύξεως. Από τα δάκρυα αυτά, όπως ομολογούσε ο ίδιος, θερμαίνεται ο άνθρωπος και αξιώνεται πνευματικών δωρεών, οι οποίες γλυκαίνουν τον νου και την καρδιά… Κατά καιρούς, προσευχόμενος βυθιζόταν στην παρατεταμένη θεωρία του Θεού. Στεκόταν ενώπιον της αγίας εικόνος και, χωρίς να λέγει καμμιά προσευχή ή να κάνη μετάνοιες, θεωρούσε νοερά τον Κύριο μέσα στην καρδιά του.

Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_Sf.-Serafim-de-Sarov_1395384423_flxypmomsntc9cuΚατά την διάρκεια της εβδομάδος, ο όσιος Σεραφείμ μελετούσε όλη την Καινή Διαθήκη με την εξής σειρά: Την Δευτέρα το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, την Τρίτη το κατά Μάρκον, την Τετάρτη το κατά Λουκάν, την Πέμπτη το κατά Ιωάννην, τις υπόλοιπες ημέρες τις Πράξεις και τις επιστολές των αγίων Αποστόλων. Καμμιά φορά ακουγόταν από την πόρτα η φωνή του, καθώς, διαβάζοντας δυνατά, ερμήνευε στον εαυτό του το Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των αγίων Αποστόλων· σ’ αυτό αφιέρωνε αρκετό χρόνο. Πολλοί έρχονταν και άκουαν τους λόγους του με ευχαρίστηση, εντρυφούσαν σ’ αυτούς, παρηγορούνταν και ωφελούνταν πνευματικά. Κάποτε σταματούσε να γυρίζει τα φύλλα του βιβλίου και βυθιζόταν ολόκληρος στην θεωρία των καθαρών, υψηλών νοημάτων του Αγίου Πνεύματος. Δεν κινούσε ούτε ένα μέλος του σώματος του· τα μάτια του ήταν ατενώς στραμμένα σ’ ένα αντικείμενο. Η ολοκληρωτική αυτή περισυλλογή του οσίου Σεραφείμ στις Ευαγγελικές αλήθειες δεν έμεινε χωρίς χάριν από τον Θεό. Η σπουδαιότερη μαρτυρία αυτού είναι το ότι αξιώθηκε ασύλληπτων αρπαγών στις ουράνιες μονές, όπως ο απόστολος Παύλος, ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν Σαλός και ο όσιος Βαρσανούφιος, οι οποίοι ηρπάγησαν έως τρίτου ουρανού.

Σχετικά μ’ ένα τέτοιο ακατανόητο στην ανθρώπινη λογική όραμα, ο δόκιμος Ιωάννης Τύχωνωφ (μετέπειτα ιερομόναχος Ιωάσαφ) διηγήθηκε τα εξής: «Κάποτε, όταν ο π. Σεραφείμ είχε τελειώσει την έγκλειστη πολιτεία του, με επισκέφθηκε ένας φιλόθεος αδελφός, με τον οποίο μοιραζόμουν συνήθως κάθε χαρά και κάθε παρήγορο λόγο, πού είχε πει ο π. Σεραφείμ. Ενώ συνομιλούσαμε, με ερώτησε ξαφνικά αν ο π. Σεραφείμ μου είχε αποκαλύψει το μέγα μυστήριο της αρπαγής του στα ουράνια σκηνώματα. Εγώ του απάντησα ότι τίποτε δεν άκουσα γι’ αυτό το μέγα έλεος του Θεού και άρχισα να τον παρακαλώ να μου πει όσο το δυνατόν περισσότερα σχετικά μ’ αυτό· εκείνος όμως, παρά την επιθυμία του δεν μπορούσε να μου πει τίποτε με σαφήνεια.

Αφού κατευόδωσα τον αδελφό, περίμενα με ανυπομονησία να βραδυαση, για να πάω στον π. Σεραφείμ και να τον παρακαλέσω να μου απαλύνει την ψυχή μιλώντας μου γι’ αυτό το μέγα έλεος του Θεού. Έτσι και έκανα μόλις βράδυασε. Αυτός με υποδέχθηκε σαν φιλότεκνος πατέρας και αμέσως κλείδωσε την πόρτα. Όταν καθήσαμε, και μόλις ήμουν έτοιμος να τον παρακαλέσω να μου διηγηθεί το μεγάλο μυστήριο, μου έκλεισε με το χέρι του το στόμα και είπε: «περιφράξου με σιωπή».

 Άγιος Σεραφείμ Σάρωφ_St. Seraphim of Sarov_ Преподобный Серафим Саровский_Sf.-Serafim-de-Sarov_serafim_sarovskiy-07Τότε άρχισε να μου εκθέτει με την χαρακτηριστική του απλότητα την ιστορία των Προφητών, των Αποστόλων, των αγίων Πατέρων και των Μαρτύρων. «Όλοι οι άγιοι, έλεγε, τους οποίους εορτάζει η εκκλησία του Χριστού, μας άφησαν την ζωή τους ως παράδειγμα προς μίμησιν όλοι ήσαν ομοιοπαθείς με μας άνθρωποι, αλλά, με την ακριβή εκπλήρωση των εντολών του Χριστού, πέτυχαν την τελείωση και την σωτηρία, έλαβαν χάρη, αξιώθηκαν ποικίλων δωρεών του Αγίου Πνεύματος και κληρονόμησαν την Βασιλεία των Ουρανών. Και ενώπιον της Ουρανίου Βασιλείας, όλη η δόξα αυτού του κόσμου είναι μηδέν. Όλες οι απολαύσεις του κόσμου αυτού δεν είναι ούτε σκιά αυτών πού έχουν ετοιμασθεί στις ουράνιες μονές για όσους αγαπούν τον Θεό· εκεί υπάρχει αιώνια χαρά και πανήγυρης. Αλλά για να ελευθερωθεί το πνεύμα μας, να υψωθεί εκεί και να τρέφεται με την γλυκύτατη συνομιλία με τον Κύριο, πρέπει να ταπεινωθούμε με την αγρυπνία, την προσευχή και την μνήμη του Κυρίου. Γι’ αυτό το λόγο εγώ, ο πτωχός Σεραφείμ, μελετώ το Ευαγγέλιο κάθε μέρα. Την Δευτέρα διαβάζω το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο από την αρχή μέχρι το τέλος· την Τρίτη το κατά Μάρκον· την Τετάρτη το κατά Λουκάν· την Πέμπτη το κατά Ιωάννην τις δε υπόλοιπες ημέρες τις Πράξεις και τις επιστολές των Αποστόλων· και ούτε μία ημέρα δεν παραλείπω να διαβάσω το Ευαγγέλιο και τον Απόστολο της ημέρας και του Αγίου. Με όλα αυτά όχι μόνον η ψυχή, αλλά και το σώμα μου τέρπεται και ζωογονείται· έτσι συνομιλώντας με τον Κύριο, μνημονεύοντας την ζωή και τα πάθη Του, δοξολογώντας Αυτόν ημέρα και νύκτα, αινώ και ευχαριστώ τον Λυτρωτή μου για όλα τα ελέη Του, τα οποία εξέχεε στο ανθρώπινο γένος και σε μένα τον ανάξιο».

Κατόπιν ο π. Σεραφείμ απευθύνθηκε πάλι σ’ έμενα: «Χαρά μου! Σε παρακαλώ, απόκτησε το πνεύμα της ειρήνης και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν γύρω σου».

…Μετά από μακρά σιωπή, η οποία κατά την γνώμη μου κράτησε περίπου μισή ώρα, ο π. Σεραφείμ άρχισε πάλι να ομιλή και στενάζοντας είπε με χαρά και κατάνυξη: «Αχ πολυαγαπημένε μου πάτερ Ιωάννη, αν γνώριζες τι χαρά και τι γλυκύτητα αναμένει στον ουρανό την ψυχή του δικαίου, τότε θα αποφάσιζες να υπομένεις με ευγνωμοσύνη, σ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή, όλα τα βάσανα, τους διωγμούς και τις συκοφαντίες• ακόμη και αν το ίδιο το κελλί μας ήταν γεμάτο σκουλήκια και αν ακόμα τα σκουλήκια κατάτρωγαν τις σάρκες μας κατά την διάρκεια όλης της επίγειας ζωής μας, και τότε, με όλη μας την καρδιά, έπρεπε να συγκατατεθούμε σ’ αυτό μόνο και μόνο για να μη στερηθούμε την ουράνια εκείνη χαρά την οποία ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς πού τον αγαπούν. Εκεί δεν υπάρχει πόνος, ούτε λύπη, ούτε στεναγμός αλλά άρρητος γλυκασμός και χαρά• εκεί οι δίκαιοι θα λάμπουν όπως ο ήλιος. Αλλά όταν την ουράνια αυτή δόξα και χαρά δεν μπορούσε να την εκφράση ούτε αυτός ο άγιος Απόστολος Παύλος, τότε ποια άλλη ανθρώπινη γλώσσα θα μπόρεση να εκφράση την ομορφιά των ουρανίων σκηνωμάτων, τα οποία θα κατοικήσουν οι ψυχές των δικαίων;».

Πηγή: Αρχιμ. (Αγίου) Ιουστίνου Πόποβιτς «Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, βίος», μετάφρασις από τα Σερβικά, Βασιλική Νικολακάκη, εκδόσεις «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη, 1983.
Ειρήνης Γκοραίνωφ, Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Εκδόσεις ”Τήνος,” Μετάφραση Π. Κ. Σκουτέρη

εικονες κελίου του Αγίου Σεραφείμ Σαρωφ- Σωτήρος, της Παναγίας και Ιωάννη του Βαπτιστή_три келейные иконы Преподобного Серафима — Спасителя, Богома0_1172080112 (1)

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, Ο άγιος της ουράνιας χαράς και της ειρήνης
https://iconandlight.wordpress.com/2018/01/01/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%AF%CE%BC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%86-%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%87%CE%B1/

Κάθε ηγούμενος, ας μοιάσει με μια σοφή μητέρα. Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ
https://iconandlight.wordpress.com/2017/01/01/%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B5-%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AE-%CE%BC/

Απολυτίκιον Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ. Ήχος α΄.Της ερήμου πολίτης.

Αρετών συ δοχείον ανεδείχθης, θεόληπτε,και του Παρακλήτου η Χάρις,τη ψυχή σου ενώκησε· απλότητι τρόπων και στοργή, τα πλήθη προσήγες τω Θεώ, και της Χάριτος τους τρόπους, τοις αγνοούσι Πάτερ Σεραφείμ διεσάφησας.Δόξα τω σε δοξάσαντι Θεώ, δόξα τω σε χαριτώσαντι,δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν,θείον διδάσκαλον.

Μεγαλυνάριoν.

Χαίροις της Ρωσίας γόνος λαμπρός, τέκνον της ερήμου, μοναζόντων υπογραμμός, Πνεύματος την κτήσιν, σκοπόν ζωής κηρύττων, ω Σεραφείμ του Σάρωφ, άνθος μυρίπνοον.

Δόξα. Ήχος δ ´.

Ασκητικήν ελόμενος ζωήν, πάντα τα σα εκ νεότητος, τω Σωτήρι ανέθου, Σεραφείμ θεόληπτε, και τον σταυρόν σου αράμενος, σεαυτόν εσταύρωσας, κόσμω και τοις πάθεσι, ζων υπέρ τα ορώμενα. Όθεν την χάριν του Πνεύματος, πλουσίως εδέξω, και της θείας ενεργείας, θεοκίνητον όργανον ώφθης, ένθεν πανταχού, η ση διαβεβόηται αρετή, η ση διαβεβόηται αρετή, και τοις προσιούσι, σωτηρίας λόγον παρετίθου, και νυν τοις απ’ αιώνος οσίοις συνών, και της θείας δόξης απολαύων, πρεύσβευε υπέρ των τιμώντων σε.


The innocent blood of the Tsar-Martyr Nicholas II and his much-suffering family that was shed will regenerate Russia and make it radiant with new glory! Saint John Maximovitch

Νικόλαος Β΄ Τσαρος της Ρωσίας_ Tsar Nicholas II of Russia_ святого страстотерпца Николай II_85a19c7ba4e43dde

St. Tsar Martyr Nicholas II of Russia And His Family, his wife Tsarina Alexandra, and their five children Grand Duchesses Olga, Tatiana, Maria, Anastasia, and Grand Duke Tsarevich Alexei

Commemorated on July 17

Saints Grand Duchess Elizabeth, Nun-Martyr Barbara and the other New Martyrs of Alapayevsk

Commemorated on July 18

The Sin of Regicide (July 17).
Saint John Maximovitch

After The Death of Saul, who had fallen on his sword during a battle with the Philistines, an Amalekite ran to inform David, who at that time was being persecuted by Saul.
Supposing that David would be very glad at the news he brought, the messenger decided to pose as Saul’s killer, in order to increase the anticipated reward.
However, when David had heard the story made up by the Amalekite about how he, at the request of the wounded Saul, had slain him, he took hold of his garments and rent them, as did also all the people who were with him. They mourned and wept and fasted till evening. And David said to the young man that told him, Whence art thou? And he answered, I am the son of a stranger, an Amalekite. And David said unto him, How wast thou not afraid to stretch forth thine hand to destroy the Lord’s anointed? And David called one of the young men, and said, Go near, and fall upon him. And he smote him that he died. And David said unto him, Thy blood be upon thy head; for thy mouth hath testified against thee, saying, I have slain the Lord’s anointed (II Kings [II Samuel in the Authorized Version] 1:1-16).
Thus the foreigner who posed as Saul’s killer was executed. He was subjected to a cruel punishment even though Saul was the persecutor of the innocent David and had done much evil, for which the Lord had departed from him.
From David’s words it is evident that he doubted the veracity of the Amalekite’s story and was not convinced that the man was indeed Saul’s murderer; nevertheless, he gave him over to death, considering that even calling oneself a regicide and boasting of such a deed was worthy of death.

Νικόλαος Β΄ Τσαρος της Ρωσίας_ Tsar Nicholas II of Russia_ святого страстотерпца Николай II_unnamed (16)How many times more grave and sinful was the murder of the Orthodox monarch anointed by God; how many times greater must the punishment be for the murderers of Tsar Nicholas II and his family?!
In contrast to Saul, who had turned away from God and because of this had been abandoned by Him, Tsar Nicholas II was an exemplar of piety and complete devotion to God’s will.
Having received not the Old Testament pouring of oil on the head, but the grace-filled “Seal of the gift of the Holy Spirit” in the Mystery of Chrismation, Emperor Nicholas II was faithful to his high calling till the end of his life and was conscious of his responsibility before God.
In his every action, Emperor Nicholas II took his conscience into account; he always “walked before the Lord God.” He was “Most Pious” during the days of his earthly well-being, not only in name, but in actual fact. In his time of trial, he displayed patience like that of righteous Job.
Against such a Tsar did criminals raise their hands, and at a time when he had already been purified, like gold in the furnace, by the trials he had endured, so that he was an innocent sufferer in the full sense of the word.
The crime against Tsar Nicholas II is all the more terrible and sinful in that his whole family was killed together with him, including the children, who were not guilty of anything!
Such crimes do not remain unpunished. They cry out to Heaven and bring God’s wrath down upon the earth.

If the foreigner — the supposed murderer of Saul — underwent death, now the whole Russian nation is suffering for the murder of the defenseless Tsar-Sufferer and his family, because it allowed such a terrible misdeed to take place and remained silent when the Tsar was subjected to humiliation and deprived of his freedom.

God’s justice requires of us a profound realization of the sinfulness of what was done, together with repentance before the Tsar-Martyr and his memory.

The memory of the innocent holy princes Boris and Gleb aroused the conscience of the Russian people during the disturbances which upset the appanage principalities, and it shamed the princes who had initiated the strife. The blood of the holy Great Prince Igor brought about a spiritual change in the souls of the Kievans and united Kiev and Chernigov in venerating the slain holy prince. Saint Andrew Bogoliubsky sanctified with his blood the monarchy of Rus’, which was confirmed only considerably later, after his death as a martyr. The veneration of Saint Michael of Tver throughout Russia healed the wounds caused by the struggle between Moscow and Tver. The glorification of the holy Tsarevich Dimitri cleared the consciousness of the Russian people, inspired moral strength and led, after severe shocks, to the rebirth of Russia.

The Tsar-Martyr Nicholas II and his much-suffering family have now entered into the choir of these Passion-bearers.

This greatest of crimes, committed with respect to him, must be expiated by fervent veneration of him and by the glorification of his struggle.

Rus’ must bow down before its humiliated, slandered and martyred Tsar, just as the Kievans once bowed down before the venerable Prince Igor whom they martyred, and just as the people of Vladimir and Suzdal bowed down before the slain Great Prince Andrew Bogoliubsky!

Then the Tsar-Passion-bearer will acquire boldness before God, and his prayer will deliver the Russian land from the calamities it is enduring.

Then the Tsar-Martyr and his fellow sufferers will become new heavenly defenders of Holy Rus’.

The innocent blood that was shed will regenerate Russia and make it radiant with new glory!

From the Sermons of Saint John of Shanghai and San Francisco

Tropar-Dismissal Hymn of the Royal Martyrs. First Tone

Most noble and sublime was your life and death, O Sovereigns;* wise Nicholas and blest Alexandra, we praise you,* acclaiming your piety, meekness, faith, and humility,* whereby ye attained to crowns of glory in Christ our God,* with your five renowned and godly children of blest fame.* Martyrs decked in purple, intercede for us.

Tropar-Dismissal Hymn of the Martyrs Elizabeth and Barbara. Plagal of First Tone

Emulating the Lord’s self-abasement on the earth, * thou didst forsake royal mansions to serve the poor and disdained, * overflowing with compassion for the suffering. * And taking up a martyr’s cross, * thou in meekness didst perfect the Saviour’s image within thee, * Wherefore, with Barbara, entreat Him to save us all, O wise Elizabeth.

Kontakion of the Martyrs Elizabeth and Barbara. Third Tone

In the midst of worldliness, * thy mournful heart dwelt in Heaven; * in barbaric godlessness, * thy valiant soul was not troubled; * thou didst long to meet thy Bridegroom * as a confessor, * and He found thee worthy of thy martyric purpose. * O Elizabeth, with Barbara, * thy brave companion, * pray to thy Bridegroom for us.